Γλυκειά μου Ρεζεντά

Αθήνα, Παναθήναια 1931 – Ένα από τα πολύ γνωστά tango του 1930 Στα λόγια του τραγουδιού στην αρχή φαίνεται η απογοήτευση του προδομένου έρωτα και στο τέλος η απόγνωση και η κακία του. Το έγραψε η Λόλα Βώττη και το είχε αφιερώσει στην ξαδέλφη της την Πάολα. Σημασία – κάπως κρυμένη των στίχων είναι πως σε ένα κρύο (χιονισμένο) τοπίο δεν μπορεί να ανθίσει και να μοσχομυρίσει το (σπάνιο) λουλούδι του έρωτα.

Ρεζεντά

Δεν ήρθα χθες να σ’ ανταμώσω
ειν’ παγωνιά πολλή
το βράδυ εχιόνιζε τόσο
κι’ έτρεμα σαν το πουλί
Αυτά η άμυαλη του λέει
κι’ εκείνος σαν παιδί
με πόνο κλαίει στο δάκρυ πλέει
και σαν τρελός τραγουδεί

Αν όμως Ρεζεντά
σε χρονιές περασμένες
και λησμονημένες
δε μου λες γιατί
Μικρή μου Ρεζεντά
με φοβίζει το χιόνι
μια βραδιά δεν ήρθες μόνη
Ρεζεντά, Ρεζεντά

Ο Μπαρμπαλιάς της Τσιμισκή

Με τον Μπαρμπαλιά
Με τον Μπαρμπαλιά

Πρόκειται για το στέκι της Θεσσαλονίκης, το φαρμακείο του ποιητή Ηλία Κατσόγιαννη (Μπαρμπαλιά για τους οικείους), αλλά και για συλλογή διηγημάτων όπου περιγράφονται περιστατικά της ζωής του φαρμακείου – συναντήσεις, άνθρωποι γνωστοί της γειτονιάς του θεσσαλονικιού συγγραφέα Τηλέμαχου Αλαβέρα.

Με τον Μπαρμπαλιά ο συγγραφέας καταγράφει τις μνήμες του από μια γενιά που το πέρασμά της σηματοδοτεί μια ολόκληρη εποχή. Τόπος συνάντησης το περίφημο φαρμακείο του ποιητή Ηλία Κατσόγιαννη ή Μπαρμπαλιά, Τσιμισκή 10, ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά στέκια της Θεσσαλονίκης. «Η καρδιά της πόλης». Θαμώνες προσωπικότητες της εποχής. Θεσσαλονικείς λογοτέχνες όπως Θέμελης, ο Σπανδωνίδης, ο Βαφόπουλος, ο Δέλιος. Αθηναίοι συγγραφείς, όπως ο Μυριβήλης, ο Μελάς, ο Κανελλόπουλος και ο Σβώλος, εκπαιδευτικοί, δημοσιογράφοι, ηθοποιοί, ο σκηνοθέτης Ορέστης Λάσκος και άλλοι, Βορειοελλαδίτες και Μωραϊτες. Το «Πρυτανείον» του φαρμακείου ήταν ακόμη έδρα του παραρτήματος του «Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών», μισοέδρα του «Ομίλου Συνεργατών και Υποστηρικτών του περιοδικού Μορφές», με επικεφαλής το διευθυντή και εκδότη Βασίλη Δεδούση καθώς και τους συνεργάτες των Μαρφών, Ντάλια, Νίντα και Ζιτσαία, χωρίς όμως αυτό να εμποδίζει την ομάδα του περιοδικού Κοχλία, τον Πετζίκη, τον Κιτσόπουλο, την Καρέλλη, να συχνάζει εκεί, όπως και την παρέα των Μακεδονικών Γραμμάτων. «Πρόσωπα και πράγματα τριών δεκαετιών», ζωντανεύουν μέσα στις σελίδες του βιβλίου.

Τηλέμαχος Αλαβέρας

Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας (30 Σεπτεμβρίου 1926 – 30 Ιουνίου 2007) γεννήθηκε το 1926 στη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινή Βουλγαρία). Το επόμενο έτος η οικογένειά του μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, πόλη την οποία έμελλε να μην εγκαταλείψει ποτέ. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1947 με διηγήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το 1952 εκδίδεται το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Τα αγρίμια του άλλου δάσους», η οποία δεν πέρασε απαρατήρητη από την κριτική. Ο Αλέξανδρος Αργυρίου έγραψε μεταξύ άλλων: «Ο νέος πεζογράφος ξέρει πώς να συμπεριφέρεται απέναντι στα αλλεπάλληλα κύματα των αναμνήσεών του, ξέρει τι καλύτερο να κρατήσει απ΄ όσα του προσκομίζει η μνήμη του».

Το 1955 ιδρύεται το λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Πορεία», το οποίο, παράλληλα με τη συγγραφική δουλειά του, αναδείχθηκε σε έργο ζωής, με υπεύθυνο έκδοσης τον ίδιο ως το θάνατό του. Για τη «Νέα Πορεία» τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Πέτρου Χάρη, το 2006, γεγονός που χαιρέτισε σύσσωμη η πνευματική Βόρειος Ελλάδα (μεταξύ άλλων ο Πρόδρομος Μάρκογλου, ο Μάρκος Μέσκος, ο Μάκης Τρικούκης, κ.ά.) Την ίδρυση της «Νέας Πορείας» ακολούθησαν τα βιβλία: «Το ρολόγι», μυθιστόρημα, 1957, «Το μισό του φεγγαριού», διηγήματα, 1960, «Το σημερινό συγγραφικό πρόβλημα», δοκίμιο, 1961, «Οδοστρωτήρας», μυθιστόρημα, 1963, «Διηγηματογράφοι της Θεσσαλονίκης», μελέτη, 1970, «Οι άλλοι», θεατρικό, 1971, κ.ά. Από το σύνολο των βιβλίων του Τηλέμαχου Αλαβέρα, δύο τιμήθηκαν με κρατικά βραβεία -η συλλογή διηγημάτων «Απ’ αφορμή», 1976, και το ταξιδιωτικό χρονικό «Σ’ ευθεία γραμμή (Ταξίδι στην Πολωνία)», 1990- και ένα με το βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών -τα διηγήματα «Γωνίες και όψεις», 1985.

Τον Ιούνιο του 2007 πρόλαβε να τιμηθεί με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Είχε διατελέσει μέλος σε πολλά συμβούλια και επιτροπές γύρω από πνευματικά και καλλιτεχνικά θέματα, ενώ έκανε ομιλίες στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τη λοιπή Ελλάδα. Το 1962 υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, της οποίας κατείχε τη γενική γραμματεία έως το 1980 οπότε και εκλέχθηκε πρόεδρος, θέση που διατήρησε μέχρι το τέλος. Παντρεμένος με την ποιήτρια Ρούλα Αλαβέρα, απέκτησαν μαζί δύο παιδιά. Πεζογραφήματά του μεταφράστηκαν στα ιταλικά, γερμανικά, ολλανδικά, βουλγαρικά, σουηδικά, σερβικά, πολωνικά.

Τα βιβλία του με θέματα τη σύγχρονη ασυνεννοησία, τα αδιέξοδα μιας πόλης μελαγχολικής συχνά, όπου έζησε όλα τα  χρόνια της ζωής του, με λεπτοφυείς συγχρόνως δυναμικές, γραφίδος πινελιές.

Από ianos.gr,
Σχετικά: Τηλέμαχος Αλαβέρας Ο Διανοητής της Συμπρωτεύουσας

Ντελικάτη Λιχουδιά

Σύκα με μαύρη σοκολάτα

Στο παλιό μας σπίτι είχαμε πίσω μεγάλη αυλή γεμάτη χαμομήλια την άνοιξη στα πλαϊνά παρτέρια αλλά και με συκιές. Μαζεύαμε σύκα που τα λέγαμε βασιλικά δηλαδή, «τροφή του βασιλιά» μας είχαν πει. Σε ένα τσιμεντένιο πλάτωμα από τη πλευρά της μάντρας της διπλανής αυλής είχε και μια τραμπάλα. Από την άνοιξη και μετά, τα μεσημέρια κάναμε τραμπάλα, κόβαμε και σύκα: μεγάλα, πρασινωπά με σκούρες ανταύγειες, κάποια άλλα ήταν σκούρα σχεδόν μαύρα, που μόλις τα ξεφλούδιζες να τα φας προβάλανε άσπρα απ’ όπου μέσα αναδυόταν το άρωμα από τη διάστιχτη με τα άσπρα στίγματα κοκκινωπή λαχταριστή όψη τους.

Έτσι τα σύκα μπήκαν στη ζωή μας. Σήμερα δεν είναι προσβάσιμες πια τέτοιες συκιές. Λύση τα σύκα από το μανάβη του σουπερμάρκετ το καλοκαίρι. Το χειμώνα όμως υπάρχουν τα ξερά σύκα. Συσκευασμένα στη σειρά αποτελούν μια πρώτης τάξεως διατροφική συνήθεια – πρωτίστως γιατί δεν περιέχουν ζάχαρη.


Μια εξαίρετη λιχουδιά είναι όταν επικαλύπτονται με μαύρη σοκολάτα. Μια ντελικάτη γεύση φρούτου και τραγανής σοκολάτας. Άλλος τρόπος αξιοποίησης του καλοκαιρινού αυτού φρούτου είναι να βράσουν, να γίνουν γλυκό και μετά να σερβιριστούν με παγωτό καϊμάκι περιχυμένο με το σιρόπι του βρασίματος. Όμως τα συσκευασμένα σύκα Ταξιάρχη Ευβοίας με επικάλυψη μαύρης σοκολάτας και τριμμένο αμύγδαλο, είναι ένα έδεσμα προσιτό στο κατάστημα αναλόγων ειδών – αν δεν υπάρχουν στο σουπερμάρκετ.

Μια λαχταριστή λιχουδιά που μας έρχεται από τη γειτονική μας βόρεια Εύβοια όπου παράγονται, συσκευάζονται, διατίθενται στο εμπόριο τα ωραία άσπρα ξερά σύκα, μαζί με άλλες ποικιλίες τους.

σχετικά

Γιουβαρλάκια για το κρύο

Γιουβαρλακια με ρυζι γλασε Λαμιας Terranea

Ένα φαγητό * που ενδείκνυται για τις χειμωνιάτικες μέρες είναι τα γιουβαρλάκια. Ζεστά μέσα στη σούπα τους αυγολέμονο σερβίρονται με ωραία χόρτα και ψωμί ψημένο στο γκριλ με ένα ωραίο ποτηράκι κρασί και είναι ό,τι πρέπει για ένα ζεστό και χορταστικό γεύμα ή δείπνο – αναλόγως!

Υλικά (για 6-8 μερίδες)
2 φλ. κ. ρύζι Τερανέα **
1 ξερό κρεμμύδι
2 αυγά
2 κ. γλ. αλάτι 1 κ. γλ. πιπέρι
3 κουτ. βούτυρο ***
8 ποτ. νερού
1-2 λεμόνια
1 κιλό κιμάς
Εκτέλεση:

  1. Τοποθετούμε σ’ ένα μεγάλο μπολ τον κιμά, 1 φλ. κ. ρύζι, 1 αυγό, το ψιλοκομμένο κρεμμύδι αφού πρώτα το καβουρντίσουμε, λίγο χυμό λεμονιού, αλάτι, πιπέρι και ζυμώνουμε καλά.
  2. Βάζουμε στην κατσαρόλα το βούτυρο να λιώσει. Πλάθουμε τα γιουβαρλάκια και τα τοποθετούμε στην κατσαρόλα. Τα σκεπάζουμε με ζεστό νερό και αφήνουμε να βράσουν σε μέτρια φωτιά και να μείνουν με όσο ζουμί θέλουμε.
  3. Μετά από 30 λεπτά προσθέτουμε ένα φλ. καφέ ρύζι γλασέ αφήνουμε να σιγοβράσουν άλλα 15 λεπτά και έπειτα χτυπάμε σ’ ένα μπολ τον κρόκο του αυγού και το λεμόνι.
  4. Προσθέτουμε σιγά σιγά 1 φλ. απ’ το ζωμό της σούπας και ανακατεύουμε.
  5. Προσθέτουμε το αυγολέμονο σιγά σιγά στη σούπα και ανακινούμε την κατσαρόλα σε σιγανή φωτιά για να δέσει.

* Η συνταγή είναι από τη συσκευασία του ρυζιού
**στο Lidl
***αντικαθιστούμε το βούτυρο με το λάδι!

Ξεχαρβαλωμένες Κιθάρες

Κώστας Καρυωτάκης – Ποιήματα και Πεζά Ερμής 1972

Ποιος είμαι; Αυτή η ερώτηση ταλανίζει όλους. Τι είμαι; Που πάω; Ερωτήσεις που δεν βρίσκεις απάντηση – παρά μόνο στη Φιλοσοφία. Ο καθημερινός άνθρωπος στέκεται ανήμπορος μπροστά στην αναζήτηση μιας απάντησης. Όμως ο Καρυωτάκης με το ποίημα «Κιθάρες» δίνει μια απάντηση που είναι καταλυτική μέσα στον πεσιμισμό της καθώς αυθόρμητα του έρχεται στο νου το αναπόφευκτο τέλος – κοινή μοίρα των θνητών.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΤΙ…

Eίμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. O άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Eίμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Yψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Eίμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Mας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

[Είμαστε κάτι] διαβάζει ο Γ.Π. Σαββίδης

Ιστορίες Ταχυδρομείου

«Ιστορίες Ταχυδρομείου»
Δεκαπέντε κορυφαίοι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς γράφουν αποκλειστικά για τα Ελληνικά Ταχυδρομεία. Δεκαπέντε μοναδικά διηγήματα εμπνευσμένα από το ταχυδρομείο,μας μεταφέρουν ιστορίες για γράμματα που άλλαξαν τις ζωές των ανθρώπων. Ιστορίες για γράμματα που στοίχειωσαν τις ψυχές. Για ανεκπλήρωτους έρωτες και πάθη καθημερινών ανθρώπων. Και στο επίκεντρο του ταξιδιού ο ταχυδρόμος, από τις εποχές των μεγάλων πολέμων του εικοστού αιώνα μέχρι τις μέρες μας.

Οι συγγραφείς του βιβλίου και τα διηγήματά τους είναι:
Κώστας Ακρίβος–«Κάθε είδηση έχει το θεό της»
Μάρω Βαμβουνάκη–«Γράμματα για τη Ρόδω»
Βασίλης Βασιλικός –«Στην Κιβωτό του Νώε»
Λένα Διβάνη –«Βάζουν σκόρδο στις φακές;»
Ισίδωρος Ζουργός –«Αγροτικός διανομέας»
Μάνος Κοντολέων –«…Μα ό,τι γράφτηκε ψέμα δεν είναι»
Θωμάς Κοροβίνης –«Γράμμα από τον Αλέν Ντελόν»
Αύγουστος Κορτώ –«Μικρές ζωγραφιές, μεγάλα ταξίδια»
Αμάντα Μιχαλοπούλου –«Το Σπουδαιόπτερο»
Θοδωρής Παπαθεοδώρου –«Το γράμμα των Χριστουγέννων»
Ελένη Πριοβόλου –«Ανεμώνες από αίμα»
Γιώργος Σκαμπαρδώνης –«Τα απογεύματα των πολυελαίων»
Μαρία Σκιαδαρέση –«Κόρη Ταχυδρόμου»
Θανάσης Σκρουμπέλος –«Η ζωή και ο θάνατος του Τριατατικού Άγγελου Θεοδωρίκου»
Χ. Α. Χωμενίδης –«Ο ταχυδρόμος πέθανε»
Πρόλογος –«Βαθιά Ψυχή»–Στέφανος Δάνδολος

Το βιβλίο διηγημάτων«Ιστορίες Ταχυδρομείου»εκδόθηκε και κυκλοφορεί από τα Ελληνικά Ταχυδρομεία.
ISBN: 978-960-88170-9-8
Σελίδες: 250
Κείμενα: Ελληνικά
Διαστάσεις: 20,5Χ14cm

Νιότη, μια ταινία για το παρελθόν

Youth: ένας διάλογος γι’ αυτό που χάνεται…

caine_keitelcapture
Michael Caine, Harvey Keitel – Youth (Νιότη) 2015

«Τα βλέπεις αυτά τα βουνά; »
«Οι Άλπεις είναι φυσικά!»
«και αυτή την κορυφογραμμή απέναντι, πόσο καλά τη διακρίνεις
;» ρωτάει ο Harvey Keitel τον Michael Caine στο έργο Νιότη (Youth) του Paolo Sorrentino.
«Αλήθεια, πότε ήταν που τη βλέπαμε τόσο κοντά
«Όσο περνούν τα χρόνια όλα τα περασμένα απομακρύνονται – μιας και το παρελθόν φεύγει πίσω, μοιάζει όλο και πιο μακρινό…»

Υπόθεση: ένας διάσημος αλλά όχι πλέον εν ενεργεία, διευθυντής ορχήστρας (Michael Caine) μαζί με τον φίλο του σκηνοθέτη ταινιών  (Harvey Keitel) βρίσκονται στις Ελβετικές Άλπεις για διακοπές σε ένα χειμερινό κέντρο αποτοξίνωσης και ανανέωσης.
Στην πορεία των διακοπών τους, θυμούνται περιστατικά της ζωής τους προσπαθώντας να τα συνδέσουν με την τωρινή τους ζωή.

Έτσι το έργο είναι μια προσπάθεια να πιαστεί το παρελθόν, όπως η κορυφογραμμή που κοιτάζουν στο ταξίδι τους σ’ αυτό το θέρετρο στις Άλπεις, που μοιάζει πλέον απόμακρη, απροσπέλαστη δυστυχώς, εντελώς.

Ό,τι  απομακρύνεται και όσο απομακρύνεται, υπόκειται στο νόμο της φθοράς και της αλλοίωσης. Ο χρόνος δεν ξεχωρίζει κανέναν ούτε άσημους ούτε διάσημους, ούτε πλούσιους, ούτε φτωχούς. Τα αποτυπώματα του καθώς αυτός κυλά, δεν μπορούν να σβηστούν  -και στους ανθρώπους, και στα περιστατικά της ζωής τους- φυσικά αλλοιωμένα κι αυτά, μοιάζει να λέει ο χαρισματικός Ιταλός σκηνοθέτης.

H Όασις Σίβα

Όαση Siwa, οικισμός Shali, δύο εξέχουσες αντανακλάσεις στο εκτυφλωτικό φως της ερήμου! siwa2capture

Όσοι έχουν πάει στην Αίγυπτο μαγεύτηκαν από το χρώμα και την ιδιαιτερότητα αυτής της χώρας. Στο Κάιρο οι Πυραμίδες και το Μουσείο, το περίφημο Ramsis Hilton, ο Νείλος με το μακρόσυρτο, φλογερό του τραγούδι. Στην Αλεξάνδρεια με την περίφημη παραλία Corniche και νοτιότερα προς την ενδοχώρα μετά από μια μαγευτική διαδρομή στη παραλιακή οδό με τη Μεσόγειο να λαμπυρίζει με εξαίσια χρώματα, ο δρόμος παίρνει αριστερή στροφή προς την ενδοχώρα όπου και η όασις Siwa!

Η Ουάχα Σίουα, (Αιγυπτιακή προφορά), (Waha Siwa) είναι μια όαση στη δυτική Αίγυπτο με 15.000 κατοίκους στο εσωτερικό της χώρας πλησίον των συνόρων με τη Λιβύη 18 μέτρα επάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Εκτείνεται σε μήκος 82 χλμ. και το πλάτος της ποικίλει μεταξύ των 2 και των 20 χλμ. Η οικονομική βάσις της είναι γεωργική με χουρμαδιές και ελιές σαν τα κύρια προϊόντα της. Υπάρχουν εκεί 300,000 χουρμαδιές και 70,000 ελιές. Η γεωργική καλλιέργεια συντηρείται από τις φυσικές πηγές καθώς και από κατασκευασμένες.

Στις πρόσφατες δεκαετίες η Σίβα υπέφερε όλο και περισσότερο από την αύξουσα αλάτωση του εδάφους. Οι κάτοικοι είναι Βέρβεροι και μιλούν στη τοπική τους διάλεκτο. Εκεί υπάρχουν τρεις μεγάλες με αλμυρό νερό λίμνες:  οι Birket Maraqi, Birket Siwa, Birket Zaytun. Το κυρίως κατάλυμα είναι το Shali στο κέντρο της όασης. Ο τουρισμός σταδιακά προσέφερε εργασία για μερικούς όμως ο αριθμός των επισκεπτών παραμένει μικρός.
siwacapture

Ιστορία: Κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα υπήρχε ο ναός του Άμμωνα κτισμένος το 331 π.Χ. Τη Σίβα επισκέφτηκε ο Μέγας Αλέξανδρος που πήγε εκεί για το ονομαστό Μαντείο του Ναού του Άμμωνα γυρεύοντας επιβεβαίωση ότι είναι ο γιος του θεού Δία κρατώντας μια εικόνα του θεού Δία, αλλά και του θεού Άμμωνα.

Το 1203 ιδρύεται η Σάλι (Shali) ενώ το 1792, μετά από 2000 χρόνια σχετικής απομόνωσης, ο πρώτος Ευρωπαίος φθάνει στη Siwa (Σίουα). Τον 19ο αιώνα η Σίβα γίνεται μέρος της σύγχρονης Αιγύπτου καθώς το 1986 διανοίγεται η οδός μεταξύ της παραλιακής τουριστικής πόλης Marsa Matruh – αιγυπτικά, (Marsa Matrouch), και της όασης Siwa.

Οδοιπορικό: Αλεξάνδρεια Κάιρο οδικώς μέσω της παραλιακής οδού με ενδιάμεση στάση την όαση Siwa με τον οικισμό Shali.

Ξεκινώντας από την Αλεξάνδρεια, κατεβαίνοντας προς το Νότο και διασχίζοντας την ενδοχώρα προς τα σύνορα με τη Λιβύη, η όασις Σίβα θα δεχτεί τους επισκέπτες με τα τροπικά της χρώματα, την τοπική κουζίνα, την εγκαρδιότητα των κατοίκων της. Η παραμονή στην έρημο χρειάζεται βαρύ ντύσιμο το βράδυ καθώς η θερμοκρασία πέφτει πολύ. Το πρωί ο ήλιος φωτίζοντας κάθετα την όαση της δίνει μια εκπληκτική διαύγεια. Αποχαιρετώντας τη Σίβα, το ταξίδι συνεχίζεται προς τα πάνω για να φτάσει η διαδρομή στο Κάιρο.

Πληροφορίες Siwa Oasis:  looklex.com

Μούσες της Λογοτεχνίας – Ζαν Ντυβάλ

Από την εποχή του μετά θάνατον καταλόγου των έργων του Εντουάρ Μανέ, στο στούντιο του Παρισιού το 1883, κάτω από την επιγραφή «ζωγραφικές μελέτες», του καταλόγου του 1862, «η γυναίκα με το κρινολίνο ξαπλωμένη στον καναπέ», ταυτίστηκε με τη Ζαν Ντυβάλ, τη μελαμψή ηθοποιό, σύντροφο του ποιητή Σαρλ Μπωντλέρ.

Μούσες της Λογοτεχνίας: Jeanne Duval – Πολλά από τα πιο γνωστά ποιήματα του Κάρολου Μπωντλέρ, γράφτηκαν εμπνευσμένα από τη προσωπική του Μούσα που δεν ήταν άλλη από τη Jeanne Duval – μοντέλο ζωγράφων, ηθοποιός μικρών θιάσων, χορεύτρια στα στέκια των καλλιτεχνών του Quartier Latin, των μέσων του 19ου αιώνα.

Μανέ και Ντυβάλ
jeanne_duval_wikiΚυριότερη γυναίκα που έπαιξε ρόλο στην προσωπική ζωή του Charles Baudelaire, ήταν η Jeanne Duval, χορεύτρια και αρτίστα του καμπαρέ, μοντέλο ζωγράφων, ένας από αυτούς και ο Edouard Manet, στο στούντιο του οποίου εκείνη είχε ποζάρει ως μοντέλο, την εποχή που γνωρίστηκε με τον ποιητή, κι εκείνος αργότερα, εντυπωσιασμένος μαζί της, την αποθανάτισε στο ποίημα του «Το Μπαλκόνι» (Le Balcon) της συλλογής των «Άνθεων του Κακού».
Άλλος ζωγράφος που αποθανάτισε την Jeanne Duval, ήταν και ο Γουσταύος Κουρμπέ (Gustave Courbet) στο έργο του «Το στούντιο», 1855, βάζοντας τη να στέκεται δίπλα στον Μπωντλέρ, αλλά κατά την εντολή του ποιητή αργότερα, την έβγαλε από δίπλα του. Σβησμένη από τον Κουρμπέ επιστρέφει ως εικόνα στον Μανέ για να καταδείξει την σχέση του ποιητή με τον ζωγράφο, σε μια σημαντική στιγμή στη καριέρα και των δύο. Αυτά τα πορτρέτα συχνά αντικατροπτίζουν τη συνάφεια στα αισθητικά ιδεώδη του ζωγράφου και των συγγραφέων, όταν εμπλέκονται σ’ αυτά. Το πορτρέτο αυτό παραπέμπει στη ματιά του ζωγράφου προς την ποίηση του συγγραφέα, αλλά και στη συμπάθεια του ζωγράφου προς πιο κοσμικά θέματα, στις αρχές του 1860, εποχή της Β΄αυτοκρατορίας.
Μπωντλέρ και Ντυβάλ
duvalcaptureΑν και ο Μπωντλέρ είχε πολλές γυναίκες στη ζωή του, η σχέση με τη Ζαν Ντυβάλ ήταν η πιο ανθεκτική στο χρόνο. Από την αρχή έγινε το πιο κοντινό πρόσωπο ως μοντέλο στον πίνακα του Μανέ, καθώς ο Μπωνλέρ την αποκαλούσε «η ερωμένη των ερωμένων»  (maîtresse des maîtresses) στο ποίημα του «το Μπαλκόνι».
Τα αισθήματα του, κάλυπταν τη γκάμα από το βαθύ πάθος στη παράλογη ζήλεια, και παρά τις επανειλημένες απιστίες και συνεχείς χωρισμούς η σχέση τους κράτησε πάνω από είκοσι χρόνια, διαχεόμενη πάνω στο μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνικής του καριέρας. Η οπτική και συναισθηματική δύναμη που ασκούσε πάνω του διοχετεύτηκε στη ποίηση, την πρόζα, τις επιστολές καθώς και στα ζωγραφικά σχέδια του, ακόμη και αφού είχαν χωρίσει.

Γνωστή με τα ονόματα Προσπέρ και Λεμέρ, η Ντυβάλ είχε λάβει μέρος σε μικρά θέατρα του Καρτιέ Λατέν όπου εκεί ο Μπωντλέρ αιχμαλωτίστηκε από ‘κείνην. Η ημερομηνία και το μέρος της γέννησης της, δεν έγιναν ποτέ σίγουρα γνωστά (1820;), και είναι αβέβαιο επίσης αν ήταν μια μουλάτα ή μια γηγενής. Οι σύγχρονοι του Μπωντλέρ την περιγράφουν σαν μια περίπου χαζή γυναίκα, αλλά μια αυθεντική τροπική ομορφιά. Σίγουρο είναι πως αυτός της έδοσε τη θέση μιας δικής του «Μαύρης Αφροδίτης» (Venus Noire), γράφοντας μερικά από τα ποιο αξιόλογα ποιήματα γι’ αυτήν, ασχολούμενος αποκλειστικά μαζί της στα τελευταία του χρόνια.

duval2captureΠολλές πληροφορίες για τη σχέση τους προέρχονται στην αλληλογραφία του (Baudelaire Correspandance / Oeuvres Complets 1975), όπου η θυελλώδης σχέση τους περιγράφεται ζωηρά, ακόμη και η αναφορά  σε περιγραφές της αγωνίας να ξεπεράσει αυτό που θα ονομαζόταν συνεχής μάχη με την κατάθλιψη σ’ όλη του ζωή. Ο Μπωντλέρ σκεπτόταν την αυτοκτονία το 1845: Στη διαθήκη του που φυλασσόταν από το νόμιμο διαχειριστή της, περιέγραψε την πρόθεση του να μεταβιβάσει όλη του την περιουσία σ’ αυτήν, αιτιολογώντας πως ήταν η μόνη του χαρά και ανάπαυση. Επέζησε της απόπειρας αυτής, αλλά φαίνεται πως όποια ευχαρίστηση έπαιρνε από αυτή τη σχέση, εξαφανίστηκε το 1848. Τον Δεκέμβριο αυτού του χρόνου γράφει (Corr. 1, 154) πως την αγαπούσε και ενδιαφερόταν γι’ αυτήν μόνο από καθήκον. Αυτή η ανεκτικότητα έδοσε τη θέση της στη ανησυχία: τον Μάρτιο του 1852, γράφει ένα πικρό γράμμα στη μητέρα του όπου την κατηγορεί με δριμύτητα για συγκαταβατική (υποτιμητική) συμπεροφορά απέναντι του, για αδιαφορία για το έργο του.
«Κάποτε είχε μερικά προσόντα, αλλά τα έχασε, όπως και το ενδιαφέρον για μένα. Να ζεις με κάποιον που δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για τις προσπάθειες σου, που γίνεται συνέχεια επικριτικός, που σε θεωρεί υπηρέτη και ιδιοκτησία του, που δεν μπορείς να μοιραστείς μαζί του κανένα ενδιαφέρον, ή συζήτηση για την πολιτική ή τη λογοτεχνία, ένα πλάσμα που δεν σε θαυμάζει και ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τις μελέτες σου, που θα μπορούσε να πετάξει τα χειρόγραφά σου στη φωτιά αν ήταν να κερδίσει περισσότερα χρήματα από το να τα δημοσιεύσει…» (Corr. 1, 193-94).

Αν και χώρισαν τον Απρίλιο του 1852, και ορκίστηκε να μη την ξαναδεί ποτέ, ένα χρόνο αργότερα, ο Μπωντλέρ παραδέχτηκε στη μητέρα του πως εξακολουθούσε να της στέλνει χρήματα και να την επισκέπτεται δύο με τρεις φορές το μήνα (Corr., 1, 210-11). Την ίδια εποχή συνδέεται με άλλες γυναίκες, όπως την ηθοποιό Marie Daubrun και την Apollonie Sabatier – γνωστή ως η Προεδρίνα (Presidente), αλλά δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του τη Ζαν. Αν ο Μπωντλέρ βρήκε στη Σαμπατιέ τη μούσα και τη παναγία του, την «άσπρη του Αφροδίτη», μπορούσε ειλικρινά να συζητήσει μαζί της για τη «μαύρη του Αφροδίτη», κατά τις συχνές του επισκέψεις στο σπίτι της, στην οδό Φροσό, όπου και σχεδίασε το πορτρέτο-προφίλ της Ζαν στο λεύκωμα της. Η Σαμπατιέ κράτησε το σχέδιο και το κόλλησε αργότερα στα «Άνθη του Κακού» που είχε, γράφοντας από κάτω με θαυμασμό «Το ιδανικό του!»

Η σχέση του ποιητή με τη μαύρη του Αφροδίτη, παρέμεινε ταραχώδης και κατά τη δεκαετία του 1850. Παραπονιόταν πως τον έκανε να υποφέρει, παραδεχόμενος πως την είχε χτυπήσει στο κεφάλι με ένα τραπεζάκι και πως πάνω από μια φορά πούλησε τα κοσμήματα και έπιπλα της (Corr. 1, 213-14). Όταν δεν ήταν μαζί εντούτοις στενοχωριόταν πολύ. Ήταν η μόνη του διασκέδαση, η μόνη του ευχαρίστηση, η μόνη του φίλη, και η θέα ενός όμορφου αντικειμένου ή ενός μαγευτικού τοπίου, τον έκανε να νοσταλγεί την απουσία της: ότι δεν θα μπορούσε να μοιραστεί τις σκέψεις του μαζί της (Corr. 1, 356-57).

Ο φόβος ότι θα μπορούσε να πεθάνει μακριά του του δημιουργούσε αφόρητο πόνο (Corr. 1 360). 5 Απριλίου 1859, η Ντυβάλ παθαίνει έμφραγμα και μπαίνει στο Δημοτικό Νοσοκομείο, όπου ο Μπωντλέρ της παρέσχε οικονομική αρρωγή για τη νοσηλεία της. Η σχέση τους παίρνει τη μορφή της αγάπης πατέρα και κηδεμόνα (Corr. 1, 609), και στη μοναδική διασωθείσα επιστολή από το Δεκέμβριο του 1859, επισήμως τη διαβεβαιώνει πως δεν θέλει να βρίσκεται χωρίς χρήματα ούτε μια μέρα, και πως δεν θέλει να βγαίνει ασυνόδευτη στους παγωμένους δρόμους (Corr. 1, 639-40). Συνέχισε να γράφει ποίηση επηρρεασμένος από αυτήν εξομολογούμενος ξανά στη μητέρα του το 1860, πως εξ αιτίας της κρατιόταν μακριά από τις σκέψεις αυτοκτονίας (Corr. 2 96-97).

Η τελευταία προσπάθεια να ζήσει με τη Ντυβάλ ήταν τον Δεκέμβριο του 1860, όταν μετακόμισε στο Νειγύ για να είναι κοντά της. Τότε βρήκε την σχεδόν ημιπληγική φιλενάδα του, να ζει με έναν άνδρα που ισχυριζόταν πως ήταν ο αδελφός της. Σε ένα γράμμα προς τη μητέρα του της γράφει, πως εκείνος που τη συντηρούσε έπρεπε να βρίσκεται κοντά της, και όχι κάποιος που αρνιόταν να εργαστεί ή να συμμετάσχει στα έξοδα του σπιτιού. (Corr. 2 117-19). Η αναχώρηση από το σπίτι της για τελευταία φορά, συνέβη το 1861, σηματοδοτώντας και τη τελευταία φορά που είχαν κάποια φυσική επαφή μεταξύ τους, παραμένοντας ωστόσο εκείνος που την υποστήριζε και την παρηγορούσε (Corr. 2 205).
Σε ένα άλλο γράμμα στη μητέρα του τον Μάρτιο του 1862, αναφέρεται εκ νέου συνοπτικά αυτή τη φορά, στη ταραγμένη σχέση τους και δηλώνει πως πως όλα είχαν πια, οριστικά τελειώσει μεταξύ τους. (Corr. 2 232-35).

Μπορεί μεν η οριστική διακοπή των σχέσεων τους να συνέβη το 1861, ωστόσο το ίδιο δεν συνέβη, και με τη ποιητική του φαντασία: Ποιητική πρόζα, όπως «Ένα ημισφαίριο μέσα στα μαλλιά σου», με καινούργιο τίτλο, ξαναδημοσιεύεται το 1862, έχοντας τιμητική αναφορά στα πλούσια, μαύρα, μαλλιά της Ζαν, μαζί με το «Η επιθυμία να ζωγραφίζεις» το 1863, στο οποίο επαναφέρει από τη μνήμη, τα φυσικά χαρακτηριστικά της που είχαν περιγραφεί σε προηγούμενα ποιήματα.

Η Ντυβάλ εξαφανίστηκε από κάθε άλλη αναφορά στην αλληλογραφία του Μπωντλέρ μετά το 1865, παραμένοντας ωστόσο στη φαντασία του – αφού την εποχή της παραμονής του στις Βρυξέλλες, σχεδίασε με πένα και μελάνι μια νεώτερη Ζαν, με όρθια κορμοστασιά, μάτια που είχαν υμνηθεί στους στίχους του, με τρόπο που θαρρείς και σε κοίταζαν μέσα από τη σελίδα.

Όπως σημειώνει ο Ένιντ Στάρκι (Enid Starkie), θα πρέπει κάποια ιδιαίτερη ποιότητα να υπήρχε στη Ντυβάλ, που κράτησε τον Μπωντλέρ τόσα πολλά χρόνια (1842 – 1862) συνδεδεμένο μαζί της. Δεδομένης της μακράς διάρκειας και της έντασης του δεσμού τους, δεν μοιάζει πιθανό ο Μανέ να είχε φιλοτεχνήσει κάποιο άλλο πορτρέτο μέσα από τις πολλές φιλενάδες που είχε ο Μπωντλέρ, παρά εκείνο της Ντυβάλ, στις αρχές του 1860. Επίσης κανένα ποίημα εμπνευσμένο από την Αντέλ – που αναφέρεται στο προσωπικό του ημερολόγιο, σαν ένα μεγεθυμένο πορτρέτο μιας τυχαίας γνωριμίας – όπως ο Αντεμάρ προτείνει ως ερμηνεία, ανατρέχοντας στις εφήμερες σχέσεις του Μπωντλέρ κατά τη διάρκεια των ετών. Καμμιά από αυτές, δεν είχε για τον ίδιο, ιδιαίτερη σημασία παρά μόνο η Ζαν Ντυβάλ.

Από «The Art Bulletin», 1997 / σχετικά Κάρολος Μπωντλέρ Προσωπική Ζωή: Jeanne Duval

Όταν οι διακοπές γίνονται τραγωδίες

Οι λάντζες είναι μικρά σκάφη αναψυχής, με προορισμό να αποβιβάσουν τους εκδρομείς σε κοντινές παραλίες, γύρω από ένα λιμάνι ή να δείξουν τα αξιοθέατα. Η «Αντωνία» ήταν αυτή η λάντζα αλλά συγχρόνως ήταν κι ένα αδύναμο ψάρι που το κατάπιε ένα φοβερό θαλάσσιο κήτος που ήρθε κι έπεσε επάνω του. Η θαλάσσια βόλτα είχε μια απρόσμενη θανατηφόρο εξέλιξη: ένα παιδάκι πέντε ετών έχασε τη ζωή του μαζί με τον πατέρα του. Γιατί αναρωτιέται κανείς; Ποιο είναι η αιτία για να προκύψει αυτό; Συχνά κρις κράφτ έχουν προκαλέσει ατυχήματα σε λουόμενους. Όμως να μη δει ο οδηγός, ένα ολόκληρο πλοιάριο από μακριά, σε χρόνο ικανό να αποτρέψει τη μοιραία σύγκρουση γίνεται;

Όταν οι διακοπές γίνονται τραγωδίες
eginaWreckCaptureΥπάρχει μια διαδικασία όταν αναποδογυρίζεται η σειρά των πραγμάτων. Όπως και στο ναυτικό δυστύχημα στην Αίγινα: Η Αίγινα – από τόπος κοντινός ευχάριστων, ήρεμων διακοπών μεταβάλλεται σε μια στιγμή σε κρανίου τόπος καθώς το ταχύπλοο θερίζει τους ανυποψίαστους επιβάτες του μικρού τουριστικού πλοιαρίου, που έκανε βόλτα τους επιβαίνοντες στις παραλίες του νησιού. Εδώ όπως ισχυρίζεται ο οδηγός του ταχύπλοου δεν τηρήθηκε η προτεραιότητα: «ήμουν στα δεξιά του και ήθελα να προσπεράσω αλλά δεν μείωσε ταχύτητα» λέει στο απολογητικό του υπόμνημα στην ανακρίτρια. Όμως αυτό το επιχείρημα δεν στέκει καθώς το πλοιάριο είχε ορισμένη πορεία και το ταχύπλοο θα πήγαινε όπου ήθελε.

Οι επιβαίνοντες του ταχύπλοου έχουν κι αυτοί βγει για μια βόλτα όπως τους παρότρυνε ο ιδιοκτήτης και χειριστής του σκάφους Duende: «Θα σας δείξω όλες τις παραλίες του νησιού». Ήταν δεκαπενταύγουστος, χρονιάρες μέρες και όλοι ήθελαν να απολαύσουν τις χαρές της θάλασσας και των παραλιών της.

eginaWreck2CaptureΤο ίδιο και στο τουριστικό πλοιάριο: μια βόλτα στις κοντινές παραλίες του νησιού: Μονή, Πέρδικα, Αγκίστρι. Ο καπετάνιος είχε μαζί και την μικρή του κόρη. Όμως τίποτε δεν έγινε ευχάριστο καθώς η βόλτα αναψυχής μετατρεπόταν αστραπιαία σε μοιραία σύγκρουση των δύο σκαφών στο θαλάσσιο δίαυλο μεταξύ Πέρδικας και Μονής: το ταχύπλοο έπεσε με ορμή στη λάντζα και την εμβόλισε κόβοντας τη στα δύο! οι επιβαίνοντες βρέθηκαν στη θάλασσα και ο καπετάνιος βρέθηκε πνιγμένος καθώς αιχμηρό αντικείμενο τον είχε χτυπήσει στο μέτωπο κάνοντας τον να χάσει τις αισθήσεις του πέφτοντας και να πνιγεί ζωντανός.

Κάτοικος της Πέρδικας ο καπετάνιος του πλοιαρίου, χρόνια κάτοικος στο νησί – όπου η θάλασσα του έγινε ο τάφος και για εκείνον και για τη μικρή κόρη του. Το ταχύπλοο αμέσως εξαφανίστηκε από την περιοχή μη ρίχνοντας ούτε καν σωσίβια καθώς όπως ελέχθη από τον οδηγό του «θα ‘ταν ανώφελο καθώς ο άνεμος φυσούσε αντίθετα». Ένας τόπος αναψυχής, ένα γιορταστικό τριήμερο, σε μια μόνο στιγμή μετετράπη σε τόπο οδύνης και σπαραγμού.

Ο δύτης Νεκτάριος Μαλτέζος αποκάλυψε στο protothema.gr το μεσημέρι της περασμένης Πέμπτης, ότι ήταν αυτός που εντόπισε πρώτος μαζί με τον αδελφό του το ναυάγιο του «Αντωνία», πριν καν φτάσουν εκεί οι δύτες του Λιμενικού. Ο κ. Μαλτέζος ειδοποιήθηκε από αυτόπτη μάρτυρα και καταδύθηκε με την ελπίδα να βρει διασωθέντες.

Αυτό που προκύπτει ως συμπέρασμα είναι πως οι άδειες για οδήγηση ταχυπλόων σκαφών πρέπει να δίνονται κατόπιν εξονυχιστικής εξέτασης. Ο οδηγός είχε προβλήματα υγείας καθώς ο ίδιος γράφει στο υπόμνημα της απολογίας του στην ανακρίτρια Πειραιώς όπου εκλήθη να καταθέσει – μάλιστα στο σκάφος επέβαινε η προσωπική του νοσηλεύτρια. Πως λοιπόν οδηγούσε το σκάφος; Δεν μπόρεσε να αποφύγει το πλοιάριο που βρισκόταν σε πλεύση απέναντι του, και κατ’ ευθείαν – θαρρείς και το σημάδεψε, έπεσε αφήνοντας στη θάλασσα συντρίμμια να επιπλέουν. Όπως και να ‘ναι ο δράστης-οδηγός του ατυχήματος, θα κατηγορηθεί με την αιτιολογία ανθρωποκτονία εξ αμελείας και η ποινή θα εξαγορασθεί με χρηματική αντικαταβολή εκ μέρους του, καθώς είναι οικονομικώς λίαν ευκατάστατος.

fotos, naftemporiki.gr – σχετική πληροφόρηση

Αντί σε γαλέρα σκλάβος είμαι σε μελάνι και πένα – H. de Balzac

Βλέποντας τις σελίδες αυτού του site, συναινείτε στη χρήση των cookies. Σχετικές πληροφορίες

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close