Μήπως είναι ο “κος Συνήγορος” αυτός που τραγουδάει;
Το τραγούδι αυτό είναι του ‘40 προπολεμικό όπως λένε… και ο τύπος με τη ρεπούμπλικα μοιάζει του αείμνηστου Γ. Μιχαλόπουλου.
Δυστυχώς τίποτε από αυτή την κουλτούρα δεν έχει διατηρηθεί. Μια μιζέρια και δη καταχνιασμένη έχει πλακώσει… Κανένα κέφι, κανένα αληθινό μπρίο. Κουτσομπολιά, υπεροψία, αυτά σήμερα υπάρχουν ως χοροί που καλά κρατούν.
Ερώτημα (Αμείλικτο): Γιατί ο πρωθυπουργός της χώρας δεν είπε τότε (περί τα μέσα 12/’09) στην κα Μέρκελ αυτή τη φράση: “Σε γελάσανε!”
Τώρα έχοντας πάρει το ρίσκο της ανάκαμψης από την κρίση στην οποία είμαστε βουτηγμένοι με χρέος άνω των 400 δις να δούμε πως θα ξεμπερδέψουμε…
Με τα νέα δεδομένα, κάτω από την “υψηλή επιτήρηση της Τρόϊκας” ποιος τολμά να δείξει τι έχει μέσα το πορτοφόλι του; Θα πλακώσουν αμέσως οι της ΔΟΥ να ελέγξουν τα περουσιακά στοιχεία του κατόχου του πορτοφολιού. Κι αν έχει εξοχικό αδήλωτο ή πισίνα, ή τζιπ ή κρατάει σακκούλες με ψώνια από τη Βουκουρεστίου ας πούμε, τότε θα πρέπει να κοιτάζει έντρομος γύρω του μήπως κάποιος κύριος με τσάντα και γυαλιά τον πλησιάσει στη γωνία και του πει “Περάστε μέσα (στη στοά Σπυρομήλιου) ένα λεπτό!“…
Έτσι το τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη – ως επίκαιρο δεν ισχύει πλέον, παρά μόνο ως διαχρονικό - καθ’ όσον όλοι πρέπει να κρύβουν το πορτοφόλι
ΤΟ ΠΟΡΤΟΦΟΛΙ – ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣΑνω Χωρα Συρος, 1905-Αθηνα, 1972
Στον κόσμο το σημερινό αυτό το ξέρουν όλοι
η δύναμη στον άνθρωπο είναι το πορτοφόλι (δις) -
στον κόσμο το σημερινό αυτό το ξέρουν όλοι.
Αν πορτοφόλι μάθουνε πως έχεις μέσ’ τη τσέπη
σου λεν πως είσαι τζέντλεμαν πως είσαι καθώς πρέπει (δις) -
αν πορτοφόλι μάθουνε πως έχεις μεσ’ την τσέπη.
Οι φίλοι σου σε θέλουνε και σε πλησιάζουν όλοι
μονάχα σα θα μάθουνε πως έχειςπορτοφόλι (δις) -
οι φίλοι σου σε θέλεουνε κα σε πλησιάζουν όλοι.
Το πορτοφόλι τι τα θες έχει μεγάλη χάρη
σε κάθε δύσκολη στιγμή σε βγάζειπολληκάρι (δις) -
το πορτοφόλι τι τα θες έχει μεγάλη χάρη.
- αφ’ ενός μήπως πέσουν θύμα πορτοφολά (2 περιπτώσεις τελευταία γνωστές μου) ή τους σταματήσει κάποιος κύριος από τους Επιτηρητές για πληροφορίες - (ένα μέτρο που θα μπορούσε μελλοντικά να ισχύσει - δηλ. ότι οι αποδείξεις από πολυτελή καταστήματα ένδυσης αποτελούν τεκμήριο) ή από τις συναρμόδιες εφορίες φορολόγησης εισοδήματος για “ταυτοποίηση στοιχείων”.
Το σπίτι ήταν από τα ελάχιστα εναπομείναντα παλιά στην Κυψέλη πάνω από την Επτανήσου στο ύψος της “Δημοτικής Αγοράς”. Σκάλα εισόδου μέσα, με μπρούτζινη κουπαστή, ψηλά ταβάνια, ευρύχωροι χώροι υποδοχής, πίσω η ανακαινισμένη μοντέρνα κουζίνα με τη βεράντα που έβλεπε σε μια αυλή περιστοιχισμένη από τους ντυμένους με κισσό τοίχους της διπλανής πολυκατοικίας, με δυο λεμονιές και κάμποσες γλάστρες.
Στα κάγκελα του μπαλκονιού στερεωμένοι τρεις λαμπτήρες – από τους καινούργιους που μοιάζουν με κεριά, σκορπούσαν το αμυδρό τους υπογάλανο φως.
Παραγγείλαμε σουβλάκια από το κοντινό σουβλατζίδικο.
“Είναι τέλεια!” μας λέει η οικοδέσποινα πριν πιάσει το ακουστικό για τη παραγγελία, “τα καλύτερα της περιοχής!”
Στους τοίχους παλιά πορτρέτα των προγόνων, του προπάππου, της προγιαγιάς σε βαριές κορνίζες να κοιτάζουν με ανέκφραστο, μουντό βλέμμα τους πολυκαιρισμένους καναπέδες, τις μπρούτζινες προτομές, τις φωτογραφίες με τα γελαστά νεανικά πρόσωπα στα τραπεζάκια.
“Εσύ είσαι αυτή; Πολύ όμορφη!” της λέω χωρίς να ‘μαι και πολύ σίγουρη…
“Εγώ!” λέει γελαστά “Τότε που ήμουν κοκέτα – πραγματικά με ενδιέφερε το στυλιζαρισμένο λουκ, η σικ εμφάνιση…! ”
“Πω-πω! Κούκλα είσαι εδώ!”
“Βγαίνεις τα βράδυα;” τη ρωτάω. “Όχι, που να πάω, μόνο το πρωί.”
“Το πρωί;…”
“Ε ναι! βγάζω το σκύλο βόλτα, ψωνίζω τρόφιμα, μαθαίνω τα νέα…”
“Τι νέα δηλαδή;”
“Ε να πολιτικής υφής, ας πούμε για τα εργοστάσια που κλείνουν – ένας τεχνίτης που μου φτιάχνει μερεμέτια εδώ στο σπίτι, μου ‘λεγε πως τον απέλυσαν πυξ-λαξ…”
“Φοβερή κρίση” λέω, “αλλά δε γίνεται κάτι διαφορετικό – το να βγούμε απ’ το ευρώ θα μας κάνει φτωχότερους! – τουλάχιστον πολλοί έτσι λένε…”
“Να γίνουμε! Εκατό φορές να φτωχύνουμε, μετά θα φτιάξουν τα πράγματα. Όλα θα ξεκινήσουν απ’ την αρχή, σε νέες υγιείς βάσεις.” λέει με το φαρδύ της εγκάρδιο χαμόγελο και με ύφος που δε σήκωνε αντιρρήσεις.
“Και να ζοριστούμε λίγο τι έγινε, μήπως τώρα είμαστε πλούσιοι;” Θα εννοεί σκέφτηκα πως τα παίρνουν όλα οι Τράπεζες. Της το λέω:
“Ναι οι Τράπεζες, οι κάρτες…”
“Όχι, εγώ ποτέ δεν ψωνίζω με κάρτα. Μόνο με μετρητά, αλλά τώρα τι να ψωνίσεις δε φτάνουν με τόσα άλλα έξοδα…”
Κουβέντες… Το κυριότερο ήταν ότι δεν έβγαινε τα βράδυα… Σαν επισκέπτρια που ήμουν στη γειτονιά δεν είχα καταλάβει τι μπορούσε να κρύβεται στους ημισκότεινους δρόμους. Κάποια περαστική προ ολίγου, με ιλιγγιώδες μίνι – μελαμψή με καλλίγραμμα πόδια – “Εντάξει μπορεί να είναι…” Όμως εκείνη δε βγαίνει παρά για τα ψώνια και για να μάθει τα νέα…
“Τα βράδυα τι κάνεις; ” “Πέφτω νωρίς για ύπνο – δέκα, έντεκα…”
Πέρασε λίγος καιρός για να υποψιαστώ πως αυτό που δεν την άφηνε να βγει ήταν ο Φόβος. Ο φόβος του να γίνεσαι ξένος στη γειτονιά σου που κατοικείται από ξένους, ο φόβος πως μπορεί να βρεις το μπελά σου, να σου επιτεθούν, να σε σκοτώσουν…
“Όταν ήρθαν οι γονείς μου εδώ, δεν υπήρχε τίποτε γύρω. Μονάχα λιγοστές μονοκατοικίες με κήπους και οπωροφόρα. Η θέα απ’ το μπαλκόνι ήταν απεριόριστη – βλέπαμε ίσαμε το Φάληρο, τη θάλασσα… γιατί γύρω δεν υπήρχαν παρά άκτιστα οικόπεδα“.
“Που μένανε πριν;” τη ρωτάω
“Πλατεία Βικτωρίας, μετά αγόρασε ο πατέρας μου το σπίτι αυτό αφού συμφώνησε και η μητέρα μου, που της άρεσε που ήταν εξοχή και που ήταν τόσο μεγάλο και αρχοντικό – παρ’ όλες τις ερημιές…”
“Σήμερα όμως ορίστε που φτάσαν τα πράγματα… πολύς κόσμος, όλο μπετόν - επιπλέον, γεμίσαμε αλλοδαπούς – πολλοί μαύροι κι όλας…”
“Και πως πάνε τα πράγματα εδώ; Υπάρχει ασφάλεια;”
“Εντάξει έχουμε συναγερμό, μετά δεν ανοίγω ποτέ την πόρτα αν δεν εξακριβώσω πρώτα ποιος είναι…”
“Είδα προηγουμένως απέναντι μια Έβγα, πας εκεί καθόλου να ψωνίσεις;”
“‘Οχι ποτέ, την έχουν κάτι ξένοι, τους αντιπαθώ, ούτε και θέλω να μπω…”
Ο Φόβος, να μη μπορείς να ξεμυτίσεις το βράδυ. Κι όταν το κάνεις να ‘ναι μόνο με ταξί που θα τηλεφωνήσεις να έρθει να σε πάρει. Όπως τη μέρα που συναντηθήκαμε στο Μπαζάρ
“Θα φάμε παρέα” μας λέει, όταν της προτείνουμε να πάμε κάπου κοντά, στο Κολωνάκι.
“Θα παραγγείλω να μας φέρουν σπίτι!” μας λέει ευγενικά και πρόσχαρα. “Θα γνωρίσετε και τη μητέρα μου!” κι έτσι την πήγαμε στο σπίτι της:
Στη παλιά γειτονιά, τη Κυψέλη των μαθητικών χρόνων, των ήσυχων ζαχαροπλαστείων, των πρώτων μυστικών εκμυστηρεύσεων, των ζωηρών εντυπώσεων, των ορμητικών ενθουσιασμών είχε γίνει ένα γκέτο.
Μια απαγορευμένη περιοχή για τους κατοίκους της – τους ίδιους που μένανε από παλιά – τότε που “γύρω υπήρχανε μονάχα κήποι με οπωροφόρα και άκτιστα ακόμη οικόπεδα” – όσο κι αν αυτό μοιάζει απίστευτο για τον ευκαιριακό επισκέπτη, αλλά για όσους ζουν εκεί – για κάποιους τουλάχιστον που μένανε πάντα εκεί και δεν αντέχουν να βλέπουν αυτή τη μετάλλαξη, είναι πέρα για πέρα πιστευτό - αληθινό και οδυνηρό συνάμα.
H ζωή του φωτογράφου που έκανε 100 εξώφυλλα στο Life μετά την έξοδο του από την Αυστρία για τις ΗΠΑ όταν αποφυλακίστηκε με χάρη.
Στη δεκαετία του ‘20 ο νεαρός φωτογράφος πηγαίνει εκδρομή στις Αυστριακές Άλπεις με τον πατέρα του με τον οποίο δεν τα πηγαίνει καλά εξ αιτίας του δύστροπου χαρακτήρα του τελευταίου ο οποίος γλυστράει και πέφτοντας στο ποτάμι κτυπάει στο κεφάλι και μένει καθηλωμένος δίπλα στα παγωμένα νερά.
Ο γιός του τρέχει να φωνάξει για βοήθεια στην επιστροφή του όμως ο πατέρας του είναι νεκρός χτυπημένος στο μέτωπο με αιχμηρό αντικείμενο .
Στη δίκη που ακολουθεί, ο γιός κατηγορούμενος για φόνο, με τη βοήθεια του Εβραίου δικηγόρου του γλυτώνει μεν το θάνατο αλλά καταδικάζεται σε κάθειρξη στις φυλακές του Ίνσμπρουκ απ’ όπου βγαίνει με χάρη από τις Αυστιακές Αρχές, καταφεύγοντας στην Αμερική για να γλυτώσει απ’ το διωγμό των Εβραίων που ήδη έχει ξεκινήσει.
Πρόκειται για μια αληθινή δίκη παραπλάνησης, μια “δικαστική πλάνη”. Γι’ αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ένοχος ο γιός, είναι για το ότι καθυστέρησε να τείνει χείρα βοηθείας στον πατέρα του καθώς γλυστρούσε για να πέσει στα νερά όπου θα κτυπούσε μένοντας σχεδόν αναίσθητος όταν τον αποτελείωσε ένας ντόπιος χωρικός για να του πάρει το πορτοφόλι.
Ατμόσφαιρα πολύ πετυχημένη στο έργο, του εκκολαπτόμενου Ναζιστικού φρονήματος και του μίσους που ξεκινούσε για τους Εβραίους – με τις συναντήσεις των ένστολων με κόκκινα περιβραχιόνια Ναζί, του κόσμου που αποδοκίμαζε λοιδορώντας απειλητικά τον κατηγορούμενο – καθώς είχε γίνει γνωστή η Εβραϊκή του ταυτότητα, κάθε φορά που προσερχόταν στο δικαστήριο.
Ωραία φωτογραφία, ειδικά στις Αυστριακές Άλπεις, ηθοποιία – ειδικά του πρόσφατα χαμένου σπουδαίου ηθοποιού Πάτρικ Σουέζη υποδυόμενος τον δικηγόρο που κι εκείνος χρειάζεται να πεισθεί για την αθωότητα του πελάτη του κατόπιν της εξέλιξης την ακροαματικής διαδιασίας και τις ενοχοποιητικές καταθέσεις των παραπλανημένων μαρτύρων. Το ακροατήριο έχοντας πεισθεί για την ενοχή του κατηγορούμενου - ιδίως όταν τονίσθηκε στη δίκη ότι ο πατέρας – θύμα, εκτός από τον κοινωνικό και γαλαντόμο χαρακτήρα του! - έπασχε από την καρδιά του και ο γιός δεν κουβαλούσε τις αποσκευές του στην εκδρομή τους στο βουνό! - η γνώμη του κληθέντος ψυχιάτρου περί Οιδιποδείου Συμπλέγματος του κατηγορουένου, έγινε ανεφύλακτα δεκτή.
Ακόμη κι ο Φρόϋντ δέχθηκε τηλεφώνημα του δικηγόρου εξηγώντας του τη δυσμενή εξέλιξη - να παραστεί στη δίκη για να αναιρέσει την επίκληση της θεωρίας του ψυχιάτρου περί Οιδιποδίου συμπλέγματος για να θεμελιώσει το κατηγορώ του εισαγγελέα – για να ξεκαθαρίσει πως είναι μια θεωρία όχι γενικά εφαρμόσιμη – κάτι που δεν έγινε δεκτό στο δικαστήριο ούτε καν η αντίστοιχη επιστολή του Φρόϋντ!
Πρόεδρος, εισαγγελεύς κι αυτοί με τον αντισημιτισμό τους είχαν σταθεί ενάντια στη κάθε προσπάθεια του δικηγόρου να αθωωθεί ο κατηγορούμενος νεαρός πελάτης του.
Πρόκειται για ένα έργο για τις διαταραγμένες σχέσεις πατέρα-γιού, για τη δύστροπη – αυταρχική συμπεριφορά ορισμένων, για τη μεροληπτικότητα του κόσμου που ξεγελιέται απ’ τα φαινόμενα, για τις ενδόμυχες αυτο-κατηγορίες, παραλήψεις και δισταγμούς.
Ένα έργο εποχής, ένα ακόμη βαρύ κατηγορώ στη βαρβαρότητα του ναζισμού, στην αδράνεια των υπολοίπων κυβερνήσεων όταν ο Ναζισμός από τη δεκαετία του ‘20 κέρδιζε έδαφος στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης – μια ακόμη αδιάσειστη μαρτυρία για τον απηνή διωγμό που υπέστησαν οι Εβραίοι κάτω από τη λυσσαλέα μανία του Χίτλερ που εξέφρασε μια (δικαιολογημένη κατά ένα μικρό ποσοστό και αδικαιολόγητη κατά το μεγαλύτερο) απλή δυσαρέσκεια των κατοίκων των αντίστοιχων χωρών ενάντια στους Εβραίους – για να τη μετατρέψει σε Ολοκαύτωμα.
Πολύ θα ήθελα να βρισκόμουν έξω σ’ ένα όμως δροσερό μέρος, χωρίς την εξουθενωτική λάμψη του ήλιου. Ηρεμία, περισυλλογή, δροσιά. Ένα βιβλίο – πολλά γαρ τα αρχινισμένα, ας πούμε το Αναζητώντας τον Χαμένο χρόνο τόμος Α΄Από τη μεριά του Σουάν “Κομπραί”.
Ο ήλιος είναι παρών κρυμμένος στη φυλωσσιά, τα τζιτζίκια εξακολουθούν το τραγούδι τους, οι άκρες των κυπαρισσιών λυγίζουν στο απαλό φύσημα του ανέμου.
Τι να σκεφτείς τα περασμένα έχουν φύγει πια, τα αυριανά δεν υπάρχουν μόνο αυτό το σιωπηλό απομεσήμερο διαγράφει την τροχιά του σε μια μνήμη μελλοντική που κι αυτή με τη σειρά της θα γίνει ανύπαρχτη.
Ο ήχος του ανεμιστήρα που γυρίζει, του καναρινιού ένα μοναχικό τιτίβισμα, η εορταστική πανδαισία των τζιτζικιών μέσα σ’ ένα απέραντο αχνό γαλάζιο. Μνήμες του χθες σ’ ένα σήμερα που αφουγκράζεται τον εαυτό του…
Αυτό το τραγούδι πάλι του αξέχαστου Μάνου Χατζηδάκι είναι εκπληκτικό…
Οι χάντρες είναι ό,τι πιο ευτελές αλλά δίνει μεγάλη χαρά και στολίζει οτιδήποτε – γαλάζιες χάντες είναι και για τη βασκανία, το γούρι, την καλή τύχη.
Στο νου μου έρχεται μια βραδιά σε γιορτή του σχολείου. Η Ελένη, η Αγγελική, η Ντάνα – όλες μια μακριά λαμέ φουστάνια με σχίσιμο στο πλάι να τραγουδάνε τις Χάντρες. Το πνεύμα της παρουσίασης ήταν να δοθεί το κλίμα του λαϊκού πάλκου. Της φθηνής και ποιοτικής διασκέδασης.
Όλες ήταν εκπληκτικές αλλά ποιος μπορούσε να σκεφτεί τότε πως η χαρά μπορεί να κρύβεται σε ό,τι πιο απλό αν βέβαια έχει εμπνευστή έναν δημιουργό υπεράνω βαρβαρότητας, χυδαιότητας, φθηνού αμοραλισμού
Ο Δημήτρης Χορν τραγουδάει με μονοδικό τρόπο τη δημιουργία του Μάνου Χατζηδάκη “Ηθοποιός”
Ηθοποιός σημαίνει Φως.
Αυτό τα λέει όλα: Στη σκηνή επάνω όλοι είμαστε ηθοποιοί με πρόσωπα στραμμένα στο φως των προβολέων – του προβολέα που είναι η αρχή της δημιουργίας μας. Το φως που βγαίνει από αυτό τον προβολέα είναι η αλήθεια ίδια.
Πάνω στη σκηνή τίποτε άλλο δεν πρέπει να διαχέεται στα πρόσωπα των ηθοποιών. Πάνω στη ζωή τίποτε δεν πρέπει να σκοτεινιάζει τα πρόσωπα των ανθρώπων.
Έτσι ηθοποιός και θεατής γίνονται ένα.
Αληθινά χορευτική μουσική, μουσική που ξεσηκώνει για την πίστα.
Το πλοίο προχωρούσε στην ατάραχη θάλασσα. Είχαμε ανέβει στη Disco όπως γινόταν κάθε βράδυ. Από τις τζαμαρίες γύρω, αντανακλάσεις από τα φώτα των απέναντι πολιχνών των στενών των Δαρδανελλίων καθώς η μια διαδεχόταν την άλλη. Καθισμένοι στους αναπαυτικούς καναπέδες πίναμε το ποτό μας.
Η πίστα ήταν περίπου άδεια μόνο ένα ζευγάρι χόρευε. Στους δυο διαδρόμους κόσμος πηγαινοερχόταν άλλοι στο κατάστρωμα έξω κοιτούσαν τη θέα μέσα στη σκοτεινή, άπνοη, δίχως φεγγάρι νύχτα, όταν ακούστηκε το τραγούδι που έβαλε ο DJ και στα πέντε δευτερόλεπτα η πίστα γέμισε κόσμο… – (Cristal – Louis Cruises, 8-’09)
The ship was slipping slowly into the dark, waveless sea. We had risen to Disco as every night. From the tall glass panes around, reflections from the lights of Dardanellion Straits little towns around. Sitting to confortable sofas we had drinks.
The dancing floor was empty and only one pair was dancing. In the two corridors of the ship’s disco, people was passing through and other on the deck outside were looking at the close view of the revealed lights of the moonless, windless night, when I heard the song that blew the DJ and in all five seconds, the disco’s dancing floor was filled up with people…
[Automatically translated by Microsoft® Translator]
Σε μια κατσαρόλα αναμιγνύουμε όλα τα υλικά και ψήνουμε σε χαμηλή θερμοκρασία για λίγα λεπτά έως ότου δέσουν
Αφήνουμε τη σάλτσα να κρυώσει. Περιχύνουμε το ψητό κατσαρόλας με τη σάλτσα πριν σερβίρουμε. Διατηρούμε την υπόλοιπη σάλτσα σε σαλτσιέρα στο τραπέζι για extra σερβίρισμα [φωτό πηγή:]