Ντελικάτη Λιχουδιά

Σύκα με μαύρη σοκολάτα

Στο παλιό μας σπίτι είχαμε πίσω μεγάλη αυλή γεμάτη χαμομήλια την άνοιξη στα πλαϊνά παρτέρια αλλά και με συκιές. Μαζεύαμε σύκα που τα λέγαμε βασιλικά δηλαδή, «τροφή του βασιλιά» μας είχαν πει. Σε ένα τσιμεντένιο πλάτωμα από τη πλευρά της μάντρας της διπλανής αυλής είχε και μια τραμπάλα. Από την άνοιξη και μετά, τα μεσημέρια κάναμε τραμπάλα, κόβαμε και σύκα: μεγάλα, πρασινωπά με σκούρες ανταύγειες, κάποια άλλα ήταν σκούρα σχεδόν μαύρα, που μόλις τα ξεφλούδιζες να τα φας προβάλανε άσπρα απ’ όπου μέσα αναδυόταν το άρωμα από τη διάστιχτη με τα άσπρα στίγματα κοκκινωπή λαχταριστή όψη τους.

Έτσι τα σύκα μπήκαν στη ζωή μας. Σήμερα δεν είναι προσβάσιμες πια τέτοιες συκιές. Λύση τα σύκα από το μανάβη του σουπερμάρκετ το καλοκαίρι. Το χειμώνα όμως υπάρχουν τα ξερά σύκα. Συσκευασμένα στη σειρά αποτελούν μια πρώτης τάξεως διατροφική συνήθεια – πρωτίστως γιατί δεν περιέχουν ζάχαρη.


Μια εξαίρετη λιχουδιά είναι όταν επικαλύπτονται με μαύρη σοκολάτα. Μια ντελικάτη γεύση φρούτου και τραγανής σοκολάτας. Άλλος τρόπος αξιοποίησης του καλοκαιρινού αυτού φρούτου είναι να βράσουν, να γίνουν γλυκό και μετά να σερβιριστούν με παγωτό καϊμάκι περιχυμένο με το σιρόπι του βρασίματος. Όμως τα συσκευασμένα σύκα Ταξιάρχη Ευβοίας με επικάλυψη μαύρης σοκολάτας και τριμμένο αμύγδαλο, είναι ένα έδεσμα προσιτό στο κατάστημα αναλόγων ειδών – αν δεν υπάρχουν στο σουπερμάρκετ.

Μια λαχταριστή λιχουδιά που μας έρχεται από τη γειτονική μας βόρεια Εύβοια όπου παράγονται, συσκευάζονται, διατίθενται στο εμπόριο τα ωραία άσπρα ξερά σύκα, μαζί με άλλες ποικιλίες τους.

σχετικά

Γιουβαρλάκια για το κρύο

Γιουβαρλακια με ρυζι γλασε Λαμιας Terranea

Ένα φαγητό * που ενδείκνυται για τις χειμωνιάτικες μέρες είναι τα γιουβαρλάκια. Ζεστά μέσα στη σούπα τους αυγολέμονο σερβίρονται με ωραία χόρτα και ψωμί ψημένο στο γκριλ με ένα ωραίο ποτηράκι κρασί και είναι ό,τι πρέπει για ένα ζεστό και χορταστικό γεύμα ή δείπνο – αναλόγως!

Υλικά (για 6-8 μερίδες)
2 φλ. κ. ρύζι Τερανέα **
1 ξερό κρεμμύδι
2 αυγά
2 κ. γλ. αλάτι 1 κ. γλ. πιπέρι
3 κουτ. βούτυρο ***
8 ποτ. νερού
1-2 λεμόνια
1 κιλό κιμάς
Εκτέλεση:

  1. Τοποθετούμε σ’ ένα μεγάλο μπολ τον κιμά, 1 φλ. κ. ρύζι, 1 αυγό, το ψιλοκομμένο κρεμμύδι αφού πρώτα το καβουρντίσουμε, λίγο χυμό λεμονιού, αλάτι, πιπέρι και ζυμώνουμε καλά.
  2. Βάζουμε στην κατσαρόλα το βούτυρο να λιώσει. Πλάθουμε τα γιουβαρλάκια και τα τοποθετούμε στην κατσαρόλα. Τα σκεπάζουμε με ζεστό νερό και αφήνουμε να βράσουν σε μέτρια φωτιά και να μείνουν με όσο ζουμί θέλουμε.
  3. Μετά από 30 λεπτά προσθέτουμε ένα φλ. καφέ ρύζι γλασέ αφήνουμε να σιγοβράσουν άλλα 15 λεπτά και έπειτα χτυπάμε σ’ ένα μπολ τον κρόκο του αυγού και το λεμόνι.
  4. Προσθέτουμε σιγά σιγά 1 φλ. απ’ το ζωμό της σούπας και ανακατεύουμε.
  5. Προσθέτουμε το αυγολέμονο σιγά σιγά στη σούπα και ανακινούμε την κατσαρόλα σε σιγανή φωτιά για να δέσει.

* Η συνταγή είναι από τη συσκευασία του ρυζιού
**στο Lidl
***αντικαθιστούμε το βούτυρο με το λάδι!

Ξεχαρβαλωμένες Κιθάρες

Κώστας Καρυωτάκης – Ποιήματα και Πεζά Ερμής 1972

Ποιος είμαι; Αυτή η ερώτηση ταλανίζει όλους. Τι είμαι; Που πάω; Ερωτήσεις που δεν βρίσκεις απάντηση – παρά μόνο στη Φιλοσοφία. Ο καθημερινός άνθρωπος στέκεται ανήμπορος μπροστά στην αναζήτηση μιας απάντησης. Όμως ο Καρυωτάκης με το ποίημα «Κιθάρες» δίνει μια απάντηση που είναι καταλυτική μέσα στον πεσιμισμό της καθώς αυθόρμητα του έρχεται στο νου το αναπόφευκτο τέλος – κοινή μοίρα των θνητών.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΤΙ…

Eίμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. O άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Eίμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Yψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Eίμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Mας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

[Είμαστε κάτι] διαβάζει ο Γ.Π. Σαββίδης

Ιστορίες Ταχυδρομείου

«Ιστορίες Ταχυδρομείου»
Δεκαπέντε κορυφαίοι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς γράφουν αποκλειστικά για τα Ελληνικά Ταχυδρομεία. Δεκαπέντε μοναδικά διηγήματα εμπνευσμένα από το ταχυδρομείο,μας μεταφέρουν ιστορίες για γράμματα που άλλαξαν τις ζωές των ανθρώπων. Ιστορίες για γράμματα που στοίχειωσαν τις ψυχές. Για ανεκπλήρωτους έρωτες και πάθη καθημερινών ανθρώπων. Και στο επίκεντρο του ταξιδιού ο ταχυδρόμος, από τις εποχές των μεγάλων πολέμων του εικοστού αιώνα μέχρι τις μέρες μας.

Οι συγγραφείς του βιβλίου και τα διηγήματά τους είναι:
Κώστας Ακρίβος–«Κάθε είδηση έχει το θεό της»
Μάρω Βαμβουνάκη–«Γράμματα για τη Ρόδω»
Βασίλης Βασιλικός –«Στην Κιβωτό του Νώε»
Λένα Διβάνη –«Βάζουν σκόρδο στις φακές;»
Ισίδωρος Ζουργός –«Αγροτικός διανομέας»
Μάνος Κοντολέων –«…Μα ό,τι γράφτηκε ψέμα δεν είναι»
Θωμάς Κοροβίνης –«Γράμμα από τον Αλέν Ντελόν»
Αύγουστος Κορτώ –«Μικρές ζωγραφιές, μεγάλα ταξίδια»
Αμάντα Μιχαλοπούλου –«Το Σπουδαιόπτερο»
Θοδωρής Παπαθεοδώρου –«Το γράμμα των Χριστουγέννων»
Ελένη Πριοβόλου –«Ανεμώνες από αίμα»
Γιώργος Σκαμπαρδώνης –«Τα απογεύματα των πολυελαίων»
Μαρία Σκιαδαρέση –«Κόρη Ταχυδρόμου»
Θανάσης Σκρουμπέλος –«Η ζωή και ο θάνατος του Τριατατικού Άγγελου Θεοδωρίκου»
Χ. Α. Χωμενίδης –«Ο ταχυδρόμος πέθανε»
Πρόλογος –«Βαθιά Ψυχή»–Στέφανος Δάνδολος

Το βιβλίο διηγημάτων«Ιστορίες Ταχυδρομείου»εκδόθηκε και κυκλοφορεί από τα Ελληνικά Ταχυδρομεία.
ISBN: 978-960-88170-9-8
Σελίδες: 250
Κείμενα: Ελληνικά
Διαστάσεις: 20,5Χ14cm

Νιότη, μια ταινία για το παρελθόν

Youth: ένας διάλογος γι’ αυτό που χάνεται…

caine_keitelcapture
Michael Caine, Harvey Keitel – Youth (Νιότη) 2015

«Τα βλέπεις αυτά τα βουνά; »
«Οι Άλπεις είναι φυσικά!»
«και αυτή την κορυφογραμμή απέναντι, πόσο καλά τη διακρίνεις
;» ρωτάει ο Harvey Keitel τον Michael Caine στο έργο Νιότη (Youth) του Paolo Sorrentino.
«Αλήθεια, πότε ήταν που τη βλέπαμε τόσο κοντά
«Όσο περνούν τα χρόνια όλα τα περασμένα απομακρύνονται – μιας και το παρελθόν φεύγει πίσω, μοιάζει όλο και πιο μακρινό…»

Υπόθεση: ένας διάσημος αλλά όχι πλέον εν ενεργεία, διευθυντής ορχήστρας (Michael Caine) μαζί με τον φίλο του σκηνοθέτη ταινιών  (Harvey Keitel) βρίσκονται στις Ελβετικές Άλπεις για διακοπές σε ένα χειμερινό κέντρο αποτοξίνωσης και ανανέωσης.
Στην πορεία των διακοπών τους, θυμούνται περιστατικά της ζωής τους προσπαθώντας να τα συνδέσουν με την τωρινή τους ζωή.

Έτσι το έργο είναι μια προσπάθεια να πιαστεί το παρελθόν, όπως η κορυφογραμμή που κοιτάζουν στο ταξίδι τους σ’ αυτό το θέρετρο στις Άλπεις, που μοιάζει πλέον απόμακρη, απροσπέλαστη δυστυχώς, εντελώς.

Ό,τι  απομακρύνεται και όσο απομακρύνεται, υπόκειται στο νόμο της φθοράς και της αλλοίωσης. Ο χρόνος δεν ξεχωρίζει κανέναν ούτε άσημους ούτε διάσημους, ούτε πλούσιους, ούτε φτωχούς. Τα αποτυπώματα του καθώς αυτός κυλά, δεν μπορούν να σβηστούν  -και στους ανθρώπους, και στα περιστατικά της ζωής τους- φυσικά αλλοιωμένα κι αυτά, μοιάζει να λέει ο χαρισματικός Ιταλός σκηνοθέτης.

H Όασις Σίβα

Όαση Siwa, οικισμός Shali, δύο εξέχουσες αντανακλάσεις στο εκτυφλωτικό φως της ερήμου! siwa2capture

Όσοι έχουν πάει στην Αίγυπτο μαγεύτηκαν από το χρώμα και την ιδιαιτερότητα αυτής της χώρας. Στο Κάιρο οι Πυραμίδες και το Μουσείο, το περίφημο Ramsis Hilton, ο Νείλος με το μακρόσυρτο, φλογερό του τραγούδι. Στην Αλεξάνδρεια με την περίφημη παραλία Corniche και νοτιότερα προς την ενδοχώρα μετά από μια μαγευτική διαδρομή στη παραλιακή οδό με τη Μεσόγειο να λαμπυρίζει με εξαίσια χρώματα, ο δρόμος παίρνει αριστερή στροφή προς την ενδοχώρα όπου και η όασις Siwa!

Η Ουάχα Σίουα, (Αιγυπτιακή προφορά), (Waha Siwa) είναι μια όαση στη δυτική Αίγυπτο με 15.000 κατοίκους στο εσωτερικό της χώρας πλησίον των συνόρων με τη Λιβύη 18 μέτρα επάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Εκτείνεται σε μήκος 82 χλμ. και το πλάτος της ποικίλει μεταξύ των 2 και των 20 χλμ. Η οικονομική βάσις της είναι γεωργική με χουρμαδιές και ελιές σαν τα κύρια προϊόντα της. Υπάρχουν εκεί 300,000 χουρμαδιές και 70,000 ελιές. Η γεωργική καλλιέργεια συντηρείται από τις φυσικές πηγές καθώς και από κατασκευασμένες.

Στις πρόσφατες δεκαετίες η Σίβα υπέφερε όλο και περισσότερο από την αύξουσα αλάτωση του εδάφους. Οι κάτοικοι είναι Βέρβεροι και μιλούν στη τοπική τους διάλεκτο. Εκεί υπάρχουν τρεις μεγάλες με αλμυρό νερό λίμνες:  οι Birket Maraqi, Birket Siwa, Birket Zaytun. Το κυρίως κατάλυμα είναι το Shali στο κέντρο της όασης. Ο τουρισμός σταδιακά προσέφερε εργασία για μερικούς όμως ο αριθμός των επισκεπτών παραμένει μικρός.
siwacapture

Ιστορία: Κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα υπήρχε ο ναός του Άμμωνα κτισμένος το 331 π.Χ. Τη Σίβα επισκέφτηκε ο Μέγας Αλέξανδρος που πήγε εκεί για το ονομαστό Μαντείο του Ναού του Άμμωνα γυρεύοντας επιβεβαίωση ότι είναι ο γιος του θεού Δία κρατώντας μια εικόνα του θεού Δία, αλλά και του θεού Άμμωνα.

Το 1203 ιδρύεται η Σάλι (Shali) ενώ το 1792, μετά από 2000 χρόνια σχετικής απομόνωσης, ο πρώτος Ευρωπαίος φθάνει στη Siwa (Σίουα). Τον 19ο αιώνα η Σίβα γίνεται μέρος της σύγχρονης Αιγύπτου καθώς το 1986 διανοίγεται η οδός μεταξύ της παραλιακής τουριστικής πόλης Marsa Matruh – αιγυπτικά, (Marsa Matrouch), και της όασης Siwa.

Οδοιπορικό: Αλεξάνδρεια Κάιρο οδικώς μέσω της παραλιακής οδού με ενδιάμεση στάση την όαση Siwa με τον οικισμό Shali.

Ξεκινώντας από την Αλεξάνδρεια, κατεβαίνοντας προς το Νότο και διασχίζοντας την ενδοχώρα προς τα σύνορα με τη Λιβύη, η όασις Σίβα θα δεχτεί τους επισκέπτες με τα τροπικά της χρώματα, την τοπική κουζίνα, την εγκαρδιότητα των κατοίκων της. Η παραμονή στην έρημο χρειάζεται βαρύ ντύσιμο το βράδυ καθώς η θερμοκρασία πέφτει πολύ. Το πρωί ο ήλιος φωτίζοντας κάθετα την όαση της δίνει μια εκπληκτική διαύγεια. Αποχαιρετώντας τη Σίβα, το ταξίδι συνεχίζεται προς τα πάνω για να φτάσει η διαδρομή στο Κάιρο.

Πληροφορίες Siwa Oasis:  looklex.com

Μούσες της Λογοτεχνίας – Ζαν Ντυβάλ

Από την εποχή του μετά θάνατον καταλόγου των έργων του Εντουάρ Μανέ, στο στούντιο του Παρισιού το 1883, κάτω από την επιγραφή «ζωγραφικές μελέτες», του καταλόγου του 1862, «η γυναίκα με το κρινολίνο ξαπλωμένη στον καναπέ», ταυτίστηκε με τη Ζαν Ντυβάλ, τη μελαμψή ηθοποιό, σύντροφο του ποιητή Σαρλ Μπωντλέρ.

Μούσες της Λογοτεχνίας: Jeanne Duval – Πολλά από τα πιο γνωστά ποιήματα του Κάρολου Μπωντλέρ, γράφτηκαν εμπνευσμένα από τη προσωπική του Μούσα που δεν ήταν άλλη από τη Jeanne Duval – μοντέλο ζωγράφων, ηθοποιός μικρών θιάσων, χορεύτρια στα στέκια των καλλιτεχνών του Quartier Latin, των μέσων του 19ου αιώνα.

Μανέ και Ντυβάλ
jeanne_duval_wikiΚυριότερη γυναίκα που έπαιξε ρόλο στην προσωπική ζωή του Charles Baudelaire, ήταν η Jeanne Duval, χορεύτρια και αρτίστα του καμπαρέ, μοντέλο ζωγράφων, ένας από αυτούς και ο Edouard Manet, στο στούντιο του οποίου εκείνη είχε ποζάρει ως μοντέλο, την εποχή που γνωρίστηκε με τον ποιητή, κι εκείνος αργότερα, εντυπωσιασμένος μαζί της, την αποθανάτισε στο ποίημα του «Το Μπαλκόνι» (Le Balcon) της συλλογής των «Άνθεων του Κακού».
Άλλος ζωγράφος που αποθανάτισε την Jeanne Duval, ήταν και ο Γουσταύος Κουρμπέ (Gustave Courbet) στο έργο του «Το στούντιο», 1855, βάζοντας τη να στέκεται δίπλα στον Μπωντλέρ, αλλά κατά την εντολή του ποιητή αργότερα, την έβγαλε από δίπλα του. Σβησμένη από τον Κουρμπέ επιστρέφει ως εικόνα στον Μανέ για να καταδείξει την σχέση του ποιητή με τον ζωγράφο, σε μια σημαντική στιγμή στη καριέρα και των δύο. Αυτά τα πορτρέτα συχνά αντικατροπτίζουν τη συνάφεια στα αισθητικά ιδεώδη του ζωγράφου και των συγγραφέων, όταν εμπλέκονται σ’ αυτά. Το πορτρέτο αυτό παραπέμπει στη ματιά του ζωγράφου προς την ποίηση του συγγραφέα, αλλά και στη συμπάθεια του ζωγράφου προς πιο κοσμικά θέματα, στις αρχές του 1860, εποχή της Β΄αυτοκρατορίας.
Μπωντλέρ και Ντυβάλ
duvalcaptureΑν και ο Μπωντλέρ είχε πολλές γυναίκες στη ζωή του, η σχέση με τη Ζαν Ντυβάλ ήταν η πιο ανθεκτική στο χρόνο. Από την αρχή έγινε το πιο κοντινό πρόσωπο ως μοντέλο στον πίνακα του Μανέ, καθώς ο Μπωνλέρ την αποκαλούσε «η ερωμένη των ερωμένων»  (maîtresse des maîtresses) στο ποίημα του «το Μπαλκόνι».
Τα αισθήματα του, κάλυπταν τη γκάμα από το βαθύ πάθος στη παράλογη ζήλεια, και παρά τις επανειλημένες απιστίες και συνεχείς χωρισμούς η σχέση τους κράτησε πάνω από είκοσι χρόνια, διαχεόμενη πάνω στο μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνικής του καριέρας. Η οπτική και συναισθηματική δύναμη που ασκούσε πάνω του διοχετεύτηκε στη ποίηση, την πρόζα, τις επιστολές καθώς και στα ζωγραφικά σχέδια του, ακόμη και αφού είχαν χωρίσει.

Γνωστή με τα ονόματα Προσπέρ και Λεμέρ, η Ντυβάλ είχε λάβει μέρος σε μικρά θέατρα του Καρτιέ Λατέν όπου εκεί ο Μπωντλέρ αιχμαλωτίστηκε από ‘κείνην. Η ημερομηνία και το μέρος της γέννησης της, δεν έγιναν ποτέ σίγουρα γνωστά (1820;), και είναι αβέβαιο επίσης αν ήταν μια μουλάτα ή μια γηγενής. Οι σύγχρονοι του Μπωντλέρ την περιγράφουν σαν μια περίπου χαζή γυναίκα, αλλά μια αυθεντική τροπική ομορφιά. Σίγουρο είναι πως αυτός της έδοσε τη θέση μιας δικής του «Μαύρης Αφροδίτης» (Venus Noire), γράφοντας μερικά από τα ποιο αξιόλογα ποιήματα γι’ αυτήν, ασχολούμενος αποκλειστικά μαζί της στα τελευταία του χρόνια.

duval2captureΠολλές πληροφορίες για τη σχέση τους προέρχονται στην αλληλογραφία του (Baudelaire Correspandance / Oeuvres Complets 1975), όπου η θυελλώδης σχέση τους περιγράφεται ζωηρά, ακόμη και η αναφορά  σε περιγραφές της αγωνίας να ξεπεράσει αυτό που θα ονομαζόταν συνεχής μάχη με την κατάθλιψη σ’ όλη του ζωή. Ο Μπωντλέρ σκεπτόταν την αυτοκτονία το 1845: Στη διαθήκη του που φυλασσόταν από το νόμιμο διαχειριστή της, περιέγραψε την πρόθεση του να μεταβιβάσει όλη του την περιουσία σ’ αυτήν, αιτιολογώντας πως ήταν η μόνη του χαρά και ανάπαυση. Επέζησε της απόπειρας αυτής, αλλά φαίνεται πως όποια ευχαρίστηση έπαιρνε από αυτή τη σχέση, εξαφανίστηκε το 1848. Τον Δεκέμβριο αυτού του χρόνου γράφει (Corr. 1, 154) πως την αγαπούσε και ενδιαφερόταν γι’ αυτήν μόνο από καθήκον. Αυτή η ανεκτικότητα έδοσε τη θέση της στη ανησυχία: τον Μάρτιο του 1852, γράφει ένα πικρό γράμμα στη μητέρα του όπου την κατηγορεί με δριμύτητα για συγκαταβατική (υποτιμητική) συμπεροφορά απέναντι του, για αδιαφορία για το έργο του.
«Κάποτε είχε μερικά προσόντα, αλλά τα έχασε, όπως και το ενδιαφέρον για μένα. Να ζεις με κάποιον που δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για τις προσπάθειες σου, που γίνεται συνέχεια επικριτικός, που σε θεωρεί υπηρέτη και ιδιοκτησία του, που δεν μπορείς να μοιραστείς μαζί του κανένα ενδιαφέρον, ή συζήτηση για την πολιτική ή τη λογοτεχνία, ένα πλάσμα που δεν σε θαυμάζει και ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τις μελέτες σου, που θα μπορούσε να πετάξει τα χειρόγραφά σου στη φωτιά αν ήταν να κερδίσει περισσότερα χρήματα από το να τα δημοσιεύσει…» (Corr. 1, 193-94).

Αν και χώρισαν τον Απρίλιο του 1852, και ορκίστηκε να μη την ξαναδεί ποτέ, ένα χρόνο αργότερα, ο Μπωντλέρ παραδέχτηκε στη μητέρα του πως εξακολουθούσε να της στέλνει χρήματα και να την επισκέπτεται δύο με τρεις φορές το μήνα (Corr., 1, 210-11). Την ίδια εποχή συνδέεται με άλλες γυναίκες, όπως την ηθοποιό Marie Daubrun και την Apollonie Sabatier – γνωστή ως η Προεδρίνα (Presidente), αλλά δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του τη Ζαν. Αν ο Μπωντλέρ βρήκε στη Σαμπατιέ τη μούσα και τη παναγία του, την «άσπρη του Αφροδίτη», μπορούσε ειλικρινά να συζητήσει μαζί της για τη «μαύρη του Αφροδίτη», κατά τις συχνές του επισκέψεις στο σπίτι της, στην οδό Φροσό, όπου και σχεδίασε το πορτρέτο-προφίλ της Ζαν στο λεύκωμα της. Η Σαμπατιέ κράτησε το σχέδιο και το κόλλησε αργότερα στα «Άνθη του Κακού» που είχε, γράφοντας από κάτω με θαυμασμό «Το ιδανικό του!»

Η σχέση του ποιητή με τη μαύρη του Αφροδίτη, παρέμεινε ταραχώδης και κατά τη δεκαετία του 1850. Παραπονιόταν πως τον έκανε να υποφέρει, παραδεχόμενος πως την είχε χτυπήσει στο κεφάλι με ένα τραπεζάκι και πως πάνω από μια φορά πούλησε τα κοσμήματα και έπιπλα της (Corr. 1, 213-14). Όταν δεν ήταν μαζί εντούτοις στενοχωριόταν πολύ. Ήταν η μόνη του διασκέδαση, η μόνη του ευχαρίστηση, η μόνη του φίλη, και η θέα ενός όμορφου αντικειμένου ή ενός μαγευτικού τοπίου, τον έκανε να νοσταλγεί την απουσία της: ότι δεν θα μπορούσε να μοιραστεί τις σκέψεις του μαζί της (Corr. 1, 356-57).

Ο φόβος ότι θα μπορούσε να πεθάνει μακριά του του δημιουργούσε αφόρητο πόνο (Corr. 1 360). 5 Απριλίου 1859, η Ντυβάλ παθαίνει έμφραγμα και μπαίνει στο Δημοτικό Νοσοκομείο, όπου ο Μπωντλέρ της παρέσχε οικονομική αρρωγή για τη νοσηλεία της. Η σχέση τους παίρνει τη μορφή της αγάπης πατέρα και κηδεμόνα (Corr. 1, 609), και στη μοναδική διασωθείσα επιστολή από το Δεκέμβριο του 1859, επισήμως τη διαβεβαιώνει πως δεν θέλει να βρίσκεται χωρίς χρήματα ούτε μια μέρα, και πως δεν θέλει να βγαίνει ασυνόδευτη στους παγωμένους δρόμους (Corr. 1, 639-40). Συνέχισε να γράφει ποίηση επηρρεασμένος από αυτήν εξομολογούμενος ξανά στη μητέρα του το 1860, πως εξ αιτίας της κρατιόταν μακριά από τις σκέψεις αυτοκτονίας (Corr. 2 96-97).

Η τελευταία προσπάθεια να ζήσει με τη Ντυβάλ ήταν τον Δεκέμβριο του 1860, όταν μετακόμισε στο Νειγύ για να είναι κοντά της. Τότε βρήκε την σχεδόν ημιπληγική φιλενάδα του, να ζει με έναν άνδρα που ισχυριζόταν πως ήταν ο αδελφός της. Σε ένα γράμμα προς τη μητέρα του της γράφει, πως εκείνος που τη συντηρούσε έπρεπε να βρίσκεται κοντά της, και όχι κάποιος που αρνιόταν να εργαστεί ή να συμμετάσχει στα έξοδα του σπιτιού. (Corr. 2 117-19). Η αναχώρηση από το σπίτι της για τελευταία φορά, συνέβη το 1861, σηματοδοτώντας και τη τελευταία φορά που είχαν κάποια φυσική επαφή μεταξύ τους, παραμένοντας ωστόσο εκείνος που την υποστήριζε και την παρηγορούσε (Corr. 2 205).
Σε ένα άλλο γράμμα στη μητέρα του τον Μάρτιο του 1862, αναφέρεται εκ νέου συνοπτικά αυτή τη φορά, στη ταραγμένη σχέση τους και δηλώνει πως πως όλα είχαν πια, οριστικά τελειώσει μεταξύ τους. (Corr. 2 232-35).

Μπορεί μεν η οριστική διακοπή των σχέσεων τους να συνέβη το 1861, ωστόσο το ίδιο δεν συνέβη, και με τη ποιητική του φαντασία: Ποιητική πρόζα, όπως «Ένα ημισφαίριο μέσα στα μαλλιά σου», με καινούργιο τίτλο, ξαναδημοσιεύεται το 1862, έχοντας τιμητική αναφορά στα πλούσια, μαύρα, μαλλιά της Ζαν, μαζί με το «Η επιθυμία να ζωγραφίζεις» το 1863, στο οποίο επαναφέρει από τη μνήμη, τα φυσικά χαρακτηριστικά της που είχαν περιγραφεί σε προηγούμενα ποιήματα.

Η Ντυβάλ εξαφανίστηκε από κάθε άλλη αναφορά στην αλληλογραφία του Μπωντλέρ μετά το 1865, παραμένοντας ωστόσο στη φαντασία του – αφού την εποχή της παραμονής του στις Βρυξέλλες, σχεδίασε με πένα και μελάνι μια νεώτερη Ζαν, με όρθια κορμοστασιά, μάτια που είχαν υμνηθεί στους στίχους του, με τρόπο που θαρρείς και σε κοίταζαν μέσα από τη σελίδα.

Όπως σημειώνει ο Ένιντ Στάρκι (Enid Starkie), θα πρέπει κάποια ιδιαίτερη ποιότητα να υπήρχε στη Ντυβάλ, που κράτησε τον Μπωντλέρ τόσα πολλά χρόνια (1842 – 1862) συνδεδεμένο μαζί της. Δεδομένης της μακράς διάρκειας και της έντασης του δεσμού τους, δεν μοιάζει πιθανό ο Μανέ να είχε φιλοτεχνήσει κάποιο άλλο πορτρέτο μέσα από τις πολλές φιλενάδες που είχε ο Μπωντλέρ, παρά εκείνο της Ντυβάλ, στις αρχές του 1860. Επίσης κανένα ποίημα εμπνευσμένο από την Αντέλ – που αναφέρεται στο προσωπικό του ημερολόγιο, σαν ένα μεγεθυμένο πορτρέτο μιας τυχαίας γνωριμίας – όπως ο Αντεμάρ προτείνει ως ερμηνεία, ανατρέχοντας στις εφήμερες σχέσεις του Μπωντλέρ κατά τη διάρκεια των ετών. Καμμιά από αυτές, δεν είχε για τον ίδιο, ιδιαίτερη σημασία παρά μόνο η Ζαν Ντυβάλ.

Από «The Art Bulletin», 1997 / σχετικά Κάρολος Μπωντλέρ Προσωπική Ζωή: Jeanne Duval

Όταν οι διακοπές γίνονται τραγωδίες

Οι λάντζες είναι μικρά σκάφη αναψυχής, με προορισμό να αποβιβάσουν τους εκδρομείς σε κοντινές παραλίες, γύρω από ένα λιμάνι ή να δείξουν τα αξιοθέατα. Η «Αντωνία» ήταν αυτή η λάντζα αλλά συγχρόνως ήταν κι ένα αδύναμο ψάρι που το κατάπιε ένα φοβερό θαλάσσιο κήτος που ήρθε κι έπεσε επάνω του. Η θαλάσσια βόλτα είχε μια απρόσμενη θανατηφόρο εξέλιξη: ένα παιδάκι πέντε ετών έχασε τη ζωή του μαζί με τον πατέρα του. Γιατί αναρωτιέται κανείς; Ποιο είναι η αιτία για να προκύψει αυτό; Συχνά κρις κράφτ έχουν προκαλέσει ατυχήματα σε λουόμενους. Όμως να μη δει ο οδηγός, ένα ολόκληρο πλοιάριο από μακριά, σε χρόνο ικανό να αποτρέψει τη μοιραία σύγκρουση γίνεται;

Όταν οι διακοπές γίνονται τραγωδίες
eginaWreckCaptureΥπάρχει μια διαδικασία όταν αναποδογυρίζεται η σειρά των πραγμάτων. Όπως και στο ναυτικό δυστύχημα στην Αίγινα: Η Αίγινα – από τόπος κοντινός ευχάριστων, ήρεμων διακοπών μεταβάλλεται σε μια στιγμή σε κρανίου τόπος καθώς το ταχύπλοο θερίζει τους ανυποψίαστους επιβάτες του μικρού τουριστικού πλοιαρίου, που έκανε βόλτα τους επιβαίνοντες στις παραλίες του νησιού. Εδώ όπως ισχυρίζεται ο οδηγός του ταχύπλοου δεν τηρήθηκε η προτεραιότητα: «ήμουν στα δεξιά του και ήθελα να προσπεράσω αλλά δεν μείωσε ταχύτητα» λέει στο απολογητικό του υπόμνημα στην ανακρίτρια. Όμως αυτό το επιχείρημα δεν στέκει καθώς το πλοιάριο είχε ορισμένη πορεία και το ταχύπλοο θα πήγαινε όπου ήθελε.

Οι επιβαίνοντες του ταχύπλοου έχουν κι αυτοί βγει για μια βόλτα όπως τους παρότρυνε ο ιδιοκτήτης και χειριστής του σκάφους Duende: «Θα σας δείξω όλες τις παραλίες του νησιού». Ήταν δεκαπενταύγουστος, χρονιάρες μέρες και όλοι ήθελαν να απολαύσουν τις χαρές της θάλασσας και των παραλιών της.

eginaWreck2CaptureΤο ίδιο και στο τουριστικό πλοιάριο: μια βόλτα στις κοντινές παραλίες του νησιού: Μονή, Πέρδικα, Αγκίστρι. Ο καπετάνιος είχε μαζί και την μικρή του κόρη. Όμως τίποτε δεν έγινε ευχάριστο καθώς η βόλτα αναψυχής μετατρεπόταν αστραπιαία σε μοιραία σύγκρουση των δύο σκαφών στο θαλάσσιο δίαυλο μεταξύ Πέρδικας και Μονής: το ταχύπλοο έπεσε με ορμή στη λάντζα και την εμβόλισε κόβοντας τη στα δύο! οι επιβαίνοντες βρέθηκαν στη θάλασσα και ο καπετάνιος βρέθηκε πνιγμένος καθώς αιχμηρό αντικείμενο τον είχε χτυπήσει στο μέτωπο κάνοντας τον να χάσει τις αισθήσεις του πέφτοντας και να πνιγεί ζωντανός.

Κάτοικος της Πέρδικας ο καπετάνιος του πλοιαρίου, χρόνια κάτοικος στο νησί – όπου η θάλασσα του έγινε ο τάφος και για εκείνον και για τη μικρή κόρη του. Το ταχύπλοο αμέσως εξαφανίστηκε από την περιοχή μη ρίχνοντας ούτε καν σωσίβια καθώς όπως ελέχθη από τον οδηγό του «θα ‘ταν ανώφελο καθώς ο άνεμος φυσούσε αντίθετα». Ένας τόπος αναψυχής, ένα γιορταστικό τριήμερο, σε μια μόνο στιγμή μετετράπη σε τόπο οδύνης και σπαραγμού.

Ο δύτης Νεκτάριος Μαλτέζος αποκάλυψε στο protothema.gr το μεσημέρι της περασμένης Πέμπτης, ότι ήταν αυτός που εντόπισε πρώτος μαζί με τον αδελφό του το ναυάγιο του «Αντωνία», πριν καν φτάσουν εκεί οι δύτες του Λιμενικού. Ο κ. Μαλτέζος ειδοποιήθηκε από αυτόπτη μάρτυρα και καταδύθηκε με την ελπίδα να βρει διασωθέντες.

Αυτό που προκύπτει ως συμπέρασμα είναι πως οι άδειες για οδήγηση ταχυπλόων σκαφών πρέπει να δίνονται κατόπιν εξονυχιστικής εξέτασης. Ο οδηγός είχε προβλήματα υγείας καθώς ο ίδιος γράφει στο υπόμνημα της απολογίας του στην ανακρίτρια Πειραιώς όπου εκλήθη να καταθέσει – μάλιστα στο σκάφος επέβαινε η προσωπική του νοσηλεύτρια. Πως λοιπόν οδηγούσε το σκάφος; Δεν μπόρεσε να αποφύγει το πλοιάριο που βρισκόταν σε πλεύση απέναντι του, και κατ’ ευθείαν – θαρρείς και το σημάδεψε, έπεσε αφήνοντας στη θάλασσα συντρίμμια να επιπλέουν. Όπως και να ‘ναι ο δράστης-οδηγός του ατυχήματος, θα κατηγορηθεί με την αιτιολογία ανθρωποκτονία εξ αμελείας και η ποινή θα εξαγορασθεί με χρηματική αντικαταβολή εκ μέρους του, καθώς είναι οικονομικώς λίαν ευκατάστατος.

fotos, naftemporiki.gr – σχετική πληροφόρηση

Ντάμα Πίκα – Το πάθος του παιχνιδιού

puskinCapture
Alexander Pushkin (1799 – 1837)

Το πάθος της Χαρτοπαιξίας – Κοινός τόπος στους Ρώσους δραματικούς συγγραφείς Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (Ο Παίκτης), Αλεξάντρ Πούσκιν (Ντάμα Πίκα).

gamblersCapture
Joueurs des Cartes – Paul Sézanne 1839 – 1906

Ντάμα Πίκα – Βιβλίο (1834)

Ο Χέρμαν, ο κύριος χαρακτήρας της «Ντάμα Πίκα» (1834), είναι ένας νεαρός Γερμανός αξιωματικός του Μηχανικού, που ζει σε μια ξένη χώρα, τη Ρωσία. Φαίνεται εξαρχής λογικός και σώφρων άνθρωπος που δεν εμφορείται από πάθη. Σιγά σιγά, όμως, αυτή η εικόνα αλλάζει, όταν βλέπουμε πως μια φανταστική εξιστόρηση, σχετικά με κάποιο χρυσοφόρο μυστικό, τινάζει σαν ελατήριο το πάθος του τυχερού παιχνιδιού μέσα του.
Ήδη από τη λέξη που εκστομίζει: «Παραμύθια!» μόλις έχει ακούσει την εξιστόρηση, είναι φανερή μέσα του η σύγχυση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας που θα τον οδηγήσει, με τη συνδρομή της τύχης, σε απρόοπτες εξελίξεις.
Ένα σύντομο αριστούργημα, στο οποίο ο Πούσκιν, με ύφος καθαρό και απέριττο, μιλάει με βαθιά αγάπη -ίσως και λίγο άγρια- για όλες τις χαρές, όλες τις ηδονές της ζωής. (από biblionet.gr)

Ντάμα Πίκα Όπερα (1880) – Πράξη 3

Τίτλος: «Ντάμα Πίκα» (The queen of spades)
Είδος: Όπερα (σε 3 πράξεις)
Συνθέτης: Piotr-Ilyich Tchaikovsky
Βιβλίο: Pikovaya Dama (Ντάμα Πίκα) Alexander Pushkin (1834)
Λιμπρέτο: Modest  Tchaikovsky (46 χρόνια μετά τη δημοσίευση του διηγήματος του Πούσκιν)
Έτος: 1880 (πρεμιέρα) Αγία Πετρούπολη

Σκηνή 1 Στον κοιτώνα του στρατοπέδου καθώς ο άνεμος ουρλιάζει ο Χέρμαν διαβάζει το γράμμα της Λίζας που του λέει να συναντηθούν τα μεσάνυχτα στην όχθη του ποταμού. Φαντάζεται τη χορωδία να ψάλει στην κηδεία της κόμησας, ενώ ταράζεται από ένα χτύπημα στο παράθυρο. Τότε εμφανίζεται το φάντασμα της κόμησας, που του λέει πως – αν και είναι ενάντια στη θέληση της, πρέπει να του εξομολογηθεί το μυστικό των χαρτιών, ώστε να μπορέσει να παντρευτεί και να σώσει τη Λίζα.

Σκηνή 2 Στο χειμωνιάτικο τοπίο του ποταμού είναι μεσάνυχτα  και η Λίζα περιμένει τον Χέρμαν, ελπίζοντας πως την αγαπά ακόμη ενώ σιγά-σιγά, το σκοτάδι αρχίζει να σκεπάζει το όνειρο της νιότης και της ευτυχίας της. Τότε τον βλέπει να προχωρά προς αυτήν, και σε λίγο λόγια παρηγοριάς βγαίνουν απ’ τα χείλη του. Σε λίγο όμως, αρχίζει το παραμιλητό του για το μυστικό της κοντέσας, κάνοντας τον να μην αναγνωρίζει τη Λίζα πια – τόσο βυθισμένος σ’ αυτό που την εγκαταλείπει γυρίζοντας πίσω. Αυτή μόλις καταλαβαίνει πως όλα πια έχουν χαθεί οριστικά, αυτοκτονεί.

Σκηνή 3 Στη χαρτοπαιχτική λέσχη, οι αξιωματικοί του λόχου του Χέρμαν έχουν τελειώσει το δείπνο τους και ετοιμάζονται να παίξουν χαρτιά. Ο  πρίγκηπας Γιελέτσκι – του οποίου μόλις χάλασε η σχέση, προστίθεται στην παρέα τους – «άτυχος στην αγάπη, τυχερός στα χαρτιά«, τους λέει. Ο Τσεκαλίνσκι αρχίζει να τραγουδά ένα τραγούδι των χαρτοπαικτών.
Μόλις φθάνει ο Χέρμαν, παραξενεύονται όλοι που τον βλέπουν αγριεμένο και απειλητικό. Ο πρίγκηπας Γιελέτσκι διαβλέπει μια φιλονικία και ζητά από τον  κόμη Τόμσκι να είναι μάρτυρας του – αν κάτι τέτοιο προκύψει.

Ο Χέρμαν τότε, στοιχηματίζει με πυρετώδη διάθεση το υπέρογκο ποσό των σαράντα χιλιάδων ρουβλίων. Τους κερδίζει και τους τρεις ενώ αυτοί παραξενεύονται από τη μανιακή του συμπεριφορά. Μετά στοιχηματίζει στον αριθμό επτά της τράπουλας και τους κερδίζει πάλι.

Παίρνει το ποτήρι και το υψώνει με την πρόποση: «Η ζωή δεν είναι παρά ένα παιχνίδι» φωνάζει. Ο Γιελέτσκι δέχεται τη καινούργια του πρόκληση να ακολουθήσουν και τρίτο γύρο. Ο Χέρμαν ποντάρει ό,τι έχει και δεν έχει στον άσσο, αλλά όταν δείχνει το χαρτί του, αυτό δεν είναι παρά η ντάμα πίκα, ενώ βλέπει το φάντασμα της κόμησας να τον κοιτά περιπαιχτικά, κοροϊδεύοντας τον. Τότε εκείνος αυτοκτονεί ενώ ζητά συγχώρεση (Άρια Χέρμαν: Forgive me celestial creature) από τον πρίγκηπα Γιελέτσκι και τη Λίζα.

(πηγή en.wikipedia.org/wiki/The Queen of Spades)
Σχετικά: Ντάμα Πίκα

Χορευτής στον Ελαιώνα

Χορευτής στον Ελαιώνα – (1996)

Για τη ζωή στην επαρχία έχουν γραφτεί πολλά βιβλία, έχουν γυριστεί ταινίες. Η Ελλάδα εκτός της Αθήνας γίνεται πηγή έμπνευσης καθώς εκεί ξετυλίγεται μια άλλη οπτική εικόνα: αυτή των πόλεων με τα ήσυχα απομεσήμερα, τις καφετέριες με τον φοιτητόκοσμο, τον ουρανό χωρίς το βουητό της μεγαλούπολης σαν κοιτάξεις τα σύννεφα του που αργοταξιδεύουν νωχελικά. Μια άλλη πόλη, καταστάσεις γνήσιες εν τη γενέσει τους όπως τα διαδραματιζόμενα σ’ αυτό το νυχτερινό κέντρο με τα μπουζούκια αλλά και τη «κοσμοπολίτικη» του πλευρά – του ιδιοκτήτη Δ. Πέτρου και τους δύο χορευτές από την Αθήνα, που μόλις προσέλαβε…

(Ένα)

choreftisCapture
Χορευτής στον Ελαιώνα – Θεόδωρος Γρηγοριάδης (1996)

Τη μέρα που έφευγα για τη Βόρεια Ελλάδα, χορεύτρια σε νυχτερινό κέντρο, στο σπίτι μας επικρατούσε πανικός. Μια μέρα νωρίτερα είχε γεννήσει η αδελφή μου – ήταν και το πρώτο της παιδί και οι γονείς μου ετοιμάζονταν να την επισκεφθούν στην Κρήτη. Η μάνα μου, ευτυχισμένη που είχε αποκαταστήσει τις δυο κόρες της – την καθεμία στο ρόλο της – , στρίμωχνε τα ρούχα στις βαλίτσες, ενώ ο πατέρας μου την κοίταζε χωρίς να βγάζει μιλιά. Καταβάθος βαριόταν να κουβαληθεί στην Κρήτη, ακόμη και για να δει το εγγόνι του. Έδειχνε παραιτημένος απ’ όλα, μα κυρίως ήταν δυσαρεστημένος με τη δική μου απόφαση, να σηκωθώ και να φύγω στην επαρχία, παρέα μ’ ένα χορευτή: το Μύρωνα.
Μόνο η μάνα μου δεν ανησυχούσε.
«Σε ζηλεύω εκεί που πας», μου ψιθύρισε στ’ αυτί, για να μην την ακούσει ο πατέρας μου.
Άνοιξε την μπιζουτιέρα της, που ξεχείλιζε κοσμήματα, και ξεχώρισε ένα ζευγάρι παλιομοδίτικα σκουλαρίκια. Μου τα έβαλε στο χέρι, λέγοντας μου πως ήρθε η ώρα να τα φορέσω κι εγώ. Ύστερα ξαναγύρισε στις βαλίτσες της. Σκεφτόταν ποια φορέματα θα έπαιρνε μαζί της αφού σκόπευε να καθίσει για αρκετό χρονικό διάστημα κοντά στη μεγαλύτερη κόρη της. Ποτέ δε φορούσε το ίδιο φόρεμα πάνω από μια φορά την εβδομάδα, γι’ αυτό και δεν έμεινε ούτε μια βαλίτσα να πάρω μαζί μου. Απόμεινα με δυο φαρδείς σάκους στα χέρια, σαν να πήγαινα κατασκήνωση.
Ξαφνικά το σπίτι μας άδειαζε, πρόσκαιρα φυσικά και για τις δυο κόρες τα νέα ήταν καλά κι ευχάριστα. Ή μόνο για τη μία;
«Πρόσεχε τον», μου είπε ο πατέρας μου με νόημα καθώς με πήγαινε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού με το διαλυμένο του αυτοκίνητο.
Δεν του απάντησα. Άλλωστε αυτός ποτέ δεν είχε συμπαθήσει το Μύρωνα, ούτε όταν τον έβλεπε αναγκαστικά στην τηλεόραση.
«Καλό ταξίδι και φιλιά στην ανιψιά μου», του είπα.
Θα πετούσαν για Ηράκλειο το ίδιο απόγευμα.
«Καλή τύχη», μουρμούρισε, ζυγίζοντας την ευχή του.
Και έφυγε. Ούτε μια χειραψία, ούτε ένα φιλί. Απ’ ό,τι θυμάμαι, ούτε όταν ήμασταν μικρές, με τη Μαίρη, μας άγγιζε , όχι τώρα που μεγαλώσαμε.
Στο βάθος της αίθουσας αναμονής εντόπισα το Μύρωνα. Καθόταν σ’ ένα πλαστικό κάθισμα. Φορούσε μπλουτζίν, ένα απλό φανελάκι και αθλητικά παπούτσια που τα ήξερα από τις πρόβες. Τα πόδια του, ατέλειωτα, δε χωρούσαν πουθενά, όπως και το κορμί του. Ευτυχώς δε μ’ έβλεπε που τον παρατηρούσα.
(Θα μου πεις… κάθεσαι και χαζεύεις τον άνθρωπο, αντί να πλησιάσεις, να σε δει ότι έφτασες…)
Πάντως εκείνος περίμενε καρτερικά. Μόλις με είδε, ανασηκώθηκε, μου έσφιξε τυπικά το χέρι και με παρέσυρε στο γκισέ, για να τσεκάρουμε τις θέσεις.

choreftis2Capture
Dancer in the Olive-Trees

Με το που βρεθήκαμε στο αεροπλάνο, ηρέμησα κάπως. Ο Μύρωνας καθόταν δίπλα μου, στητός και το κεφάλι του ξεχώριζε πάνω από τις θέσεις. Ήταν ψηλός και αδύνατος και, όπως πάντα, πολύ σοβαρός. Έδεσε με προσοχή τη ζώνη του και έλεγξε τη δική μου, πριν περάσει η αεροσυνοδός. Μιλήσαμε ελάχιστα, αυτός δε μιλούσε – είχα συνηθίσει τις σιωπές του.
Όλα άρχισαν ένα μήνα νωρίτερα, δυο μέρες προτού διακόψουμε τις εμφανίσεις στην τηλεόραση. Ήρθε και μου πρότεινε να πάμε μαζί στην επαρχία. Είπε ότι του έκανα για παρτενέρ.
«Ευκαιρία να βγάλεις χρήματα…», τόνισε.
Ήταν τότε που το σκεφτόμουν πολύ σοβαρά να ξαναγυρίσω στη χορευτική ομάδα, που την είχα εγκαταλείψει για να βρεθώ σ’ ένα κυριακάτικο μουσικοχορευτικό πρόγραμμα της ιδιωτικής τηλεόρασης. Με παρέσυρε εκεί η Σμαρούλα, είχε προηγηθεί και το θλιβερό συμβάν με το Γιωργάκη, και κανείς μας δεν είχε όρεξη να συνεχίσει τα χορευτικά προγράμματα στο υπόγειο της Κυψέλης. Η μάνα μου, επίσης, μ’ έσπρωξε σαν τρελή, να βγω στη μικρή οθόνη.
«Μόνο έτσι θα σε μάθουνε, αλλιώς δε γίνεσαι σωστή επαγγελματίας», επέμενε.
Και πήγα. Μας κράτησαν, και εμένα και τη Σμαρούλα. Στην αρχή νομίζαμε πως θα χορεύαμε μόνο κοπέλες. Αργότερα μας ανακοίνωσαν ότι θα μας αναλάβει ένας χορογράφος που είχε έρθει από την Αγγλία. Παραξενευτήκαμε όλες. Τόσα ταλαντούχα παιδιά είχαμε στη χώρα μας. Ώσπου καταφθάνει ένας γοητευτικός ασυνήθιστος τύπος, που όλες οι κοπέλες τον ταύτισαν με τον Daniel Day-Lewis. Με ανακούφιση είδα ότι ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Συστήθηκε «Μύρωνας» και μας έστρωσε αμέσως στη δουλειά. Ο ίδιος χόρευε επικεφαλής του μπαλέτου, κάποτε εμφανιζόταν σόλο, και για ντουέτο διάλεγε εμένα ή την Αλίκη, τη μικρότερη της παρέας. Το πρόγραμμα όμως τελικά κράτησε ένα μήνα λιγότερο, γιατί η παρουσιάστρια του κατέρρευσε ψυχολογικά, κι έτσι αποσύρθηκε, παρ’ όλη την επιτυχία που είχε το σόου.
Ετοιμαζόμασταν για τη προσγείωση.


«Πως θα φτάσουμε στις Σέρρες;» ρώτησα με αληθινό ενδιαφέρον για τον προορισμό μας, αφού αυτός είχε αναλάβει κάθε πρακτική πλευρά της συνεργασίας μας.
«Θα ‘ρθει να μας πάρει ο ίδιος ο ιδιοκτήτης», είπε ο Μύρωνας. «Το αφεντικό μας», συμπλήρωσε σαρκαστικά.
«Έχεις ξαναπάει στη Βόρεια Ελλάδα;»
«Όχι. Πρώτη φορά ανεβαίνω. Εσύ;»
Έμεινε λίγο σκεφτικός.
«Κι εγώ για πρώτη φορά. Μου είχαν γίνει πολλές προτάσεις, αλλά…»
«Αλλά;»
Απέφυγε να συνεχίσει τη συζήτηση. Επέμεινα.
«Αλλά;»
Αναγκάστηκε να απαντήσει.
«Όπως θα είδες στο συμβόλαιο, τα χρήματα είναι καλά, για ένα τόσο μικρό διάστημα.»
Τον κοίταξα με πλάγιο βλέμμα. Ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που θα χαρακτήριζα φιλοχρήματο. Αντιθέτως, μου έδινε την εντύπωση πως δε θα καταδεχόταν να σηκώσει ούτε δεκαχίλιαρο από το δρόμο.
«Λίγο παράξενα μου ακούγονται όλα αυτά.»
«Ποια ακριβώς;»
Πάλι κυριολεκτούσε. Αποκλείεται να έπιανα συζήτηση μαζί του, κι ας είχε μείνει το μάτι των άλλων κοριτσιών πάνω μου, ότι θα «ανοιγόταν» μαζί μου και θα γινόμασταν φίλοι. Μόνο η Σμαρούλα με καταλάβαινε όταν, αποχαιρετώντας με τηλεφωνικά, μου επισήμανε πόσο εγωπαθής και νάρκισσος ήταν ο Μύρωνας, και πως θα έπρεπε να κάνω τη δουλειά μου χωρίς να τον παίρνω και πολύ στα σοβαρά. Βέβαια όλοι ξέραμε ότι η Σμαρούλα καταβάθος χτυπιόταν για το Μύρωνα, και ότι θα έτρεχε μαζί του ακόμη και για παγοδρομίες στην Αλάσκα. Εγώ όμως έδειχνα κατανόηση, κι έπειτα, εκείνη την εποχή, ο δεσμός μου με το Γιάννη πήγαινε καλά, γιατί να σηκώσω μάτι πάνω σ’ άλλον και ειδικά σ’ ένα χορευτή;
Όμως δεν ήταν μόνον αυτά. Για μεγάλο διάστημα δεν μπορούσα να συνηθίσω στην ιδέα ότι, ύστερα από δυο χρόνια σπουδές στην Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης, θα κατέληγα στο σόου της τηλεόρασης και στις «αρπαχτές» της επαρχίας. Φυσικά δεν σκόπευα να συνεχίσω, μια φορά σαν εμπειρία θα μου ήταν αρκετή… Ένας ακόμη λόγος που αποφάσισα να απομακρυνθώ από την Αθήνα ήταν και η κατάταξη του Γιάννη στο στρατό. Ήθελε να ξεμπερδεύει, πήρε το πτυχίο της Νομικής, εξαντλώντας κάθε περιθώριο στρατιωτικής αναβολής λόγω σπουδών άρχισε να σοβαρεύει και αυτός και η μακρόχρονη σχέση μας.

Chor_GrigoriadisCapture
Θεόδωρος Γρηγοριάδης – συγγραφεύς

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης γεννήθηκε το 1956 στο Παλαιοχώρι Παγγαίου Καβάλας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση και συνεργάστηκε µε τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών διοργανώνοντας λογοτεχνικά σεμινάρια . Έχει γράψει εννέα μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων και µία νουβέλα. Το «Παρτάλι» μεταφράστηκε στα γαλλικά και παρουσιάστηκε ως θεατρικός μονόλογος στο Φεστιβάλ Αθηνών και η «Δεύτερη γέννα» ανέβηκε ως θεατρικός μονόλογος στο Φεστιβάλ Φιλίππων και Καβάλας. Ο «Ναύτης» πρωτοκυκλοφόρησε το 1993. Φώτο – πληροφορίες: ianos.gr

Αντί σε γαλέρα σκλάβος είμαι σε μελάνι και πένα – H. de Balzac

Βλέποντας τις σελίδες αυτού του site, συναινείτε στη χρήση των cookies. Σχετικές πληροφορίες

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close