Rock the Casbah

The Clash
Joe Strummer, Mick Jones, Paul Simonon, Topper Headon

Όπως «Enola Gay» ονομαζόταν το αεροπλάνο που έριξε την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα, Ναγκασάκι (6, 9  Αυγούστου 1945) κι έγινε τραγούδι έμβλημα με τον ίδιο τίτλο το 1980, περιέργως το «Rock the Casbah» των Clash, έγινε το έμβλημα των πιλότων των Αμερικανικών βομβαρδιστικών στον πόλεμο του Κόλπου, το 1991. Ο Joe Strummer εκ των μελών του συγκροτήματος, όταν το έμαθε έκλαψε πικρά.

The Clash - Rock the Casbah
Rock the Casbah 1982

The Clash – Rock the Casbah

Now the king told the boogie men
You have to let that raga drop
The oil down the desert way
Has been shakin’ to the top

The Sheik he drove his Cadillac
He went a-cruisin’ down the ville
The muezzin was a-standing
On the radiator grille
Shareef don’t like it
Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it
Rock the Casbah, Rock the Casbah

By order of the prophet
We ban that boogie sound
Degenerate the faithful
With that craazy Casbah sound
But the Bedouin they brought out
the electric camel drum
The local guitar picker got his guitar-picking thumb
As soon as the Shareef had cleared the square
They began to wail

Shareef don’t like it Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it Rock the Casbah, Rock the Casbah

Now, over at the temple
Oh, they really pack ’em in
The in-crowd say it’s cool
To dig this chanting thing
But as the wind changed direction
Then the temple band took five
The crowd caught a wiff Of that crazy Casbah jive

Shareef don’t like it Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it Rock the Casbah, Rock the Casbah

The king called up his jet fighters
He said you better earn your pay
Drop your bombs between the minarets
Down the Casbah way

As soon as the Shareef was chauffeured outta there
The jet pilots tuned to the cockpit radio blare
As soon as the Shareef was outta their hair
The jet pilots wailed

Shareef don’t like it Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it Rock the Casbah, Rock the Casbah

Shareef don’t like it, he thinks it’s not kosher
Rock the Casbah, rock the Casbah Shareef don’t like it, fundementally can’t take it
Rock the Casbah, Rock the Casbah

Shareef don’t like it, you know he really hates it
Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it, really, really hates it

Lyrics by Youtube user

Θεράπων της τελειότητας

Θόδωρος Αγγελόπουλος (1935 – 2012)

Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται επτά χρόνια που έφυγε από τον κόσμο (20/1/2012) ο μεγάλος σκηνοθέτης μας Θόδωρος Αγγελόπουλος. Γύρισε τις ταινίες που έγιναν καλλιτεχνικά ορόσημα στη Βόρεια Ελλάδα ως επί το πλείστον και δη σε μέρη της Δυτικής Μακεδονίας – Φλώρινα και Πτολεμαΐδα. Η κινηματογραφική Λέσχη Πτολεμαΐδας στις 20 Ιανουαρίου διοργανώνει εκδηλώσεις για τη μνήμη του με επίκεντρο περιήγηση στα μέρη των γυρισμάτων (Φλώρινα, Ξυνό Νερό, Αμύνταιο) αφ’ ενός, αφ’ ετέρου προβολή ντοκιμαντέρ από τον Αλέξανδρο Λαμπρίδη – βοηθό σκηνοθέτη των ταινιών του του οποίου θα ακολουθήσει συζήτηση για το έργο του ενώ το τέλος των εκδηλώσεων θα στεφθεί  με μουσικό αφιέρωμα από το Μουσικό Σχολείο Πτολεμαΐδας.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος γεννηθείς τον Απρίλιο του 1935, εγκατέλειψε αρχικά τις σπουδές του στη Νομική για να μεταβεί στο Παρίσι όπου και φοίτησε στο πανεπιστήμιο των Παρισίων Σορβόννη Λογοτεχνία. Κατόπιν αν και ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στην εκεί σχολή Κινηματογράφου, επέστρεψε στην Ελλάδα. Αρχικά εργάστηκε ως δημοσιογράφος στη στήλη της κινηματογραφικής κριτικής στην εφημερίδα Δημοκρατική Αλλαγή ως τη στιγμή που έκλεισε από τη Χούντα. Γυρίζει σε λίγο την πρώτη του ταινία (1970) την «Αναπαράσταση» χρονικό ενός εγκλήματος πάθους σε ένα απομακρυσμένο ορεινό χωριό. Η τριλογία του για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα (1930 – 1970) με τις ταινίες Μέρες του ’36 (1972), Ο Θίασος (1975), Κυνηγοί (1977) έτυχε διεθνούς αναγνώρισης. Μετά το τέλος της δικτατορίας ο Αγγελόπουλος πήγε στην Ιταλία ως συνεργάτης στη RAI όπου κέρδισε και κάποια χρήματα αφήνοντας έκτοτε την αποκλειστική πολιτική θεματολογία στις ταινίες του ασχολούμενος με άλλα θέματα κυρίως υπαρξιακά στο υπόβαθρο των σχέσεων που παραπαίουν εξ αιτίας μιας έξωθεν πραγματικότητας και όπου ζητείται η επανένωση των δεσμών τους.

Θόδωρος Αγγελόπουλος – Τοπίο στην Ομίχλη 1988 Αργυρός Λέων Φεστιβάλ Βενετίας (καλύτερη ευρωπαϊκή ταινία)

Τα τοπία είναι μουντά και κρύα, τα δένδρα τυλιγμένα στην ομίχλη του χειμώνα στον έρημο κάμπο οι άνθρωποι αραιά και που διασχίζουν τα έρημα χωράφια με τις αγροικίες όπου καπνίζει η καπνοδόχος του τζακιού. Η εκ βιομηχανοποίηση της περιοχής δεν άγγιξε τη μοναχική ματιά του μακρινού ταξιδιώτη από τα βάθη μιας ιστορίας που είχε αφήσει πολλές πληγές. Σαν επιστέγασμα από την ερημιά του τοπίου και τη σιωπή των λέξεων βγαίνει η αλήθεια μιας ζωής – έτσι κι αλλιώς, στο τέλος χαμένης.

Για την ταινία του «Η Αιωνιότητα και μια Μέρα» κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Κανών 1998 ενώ για το «Βλέμμα του Οδυσσέα» το βραβείο της Κριτικής Επιτροπής Κανών 1995 λέγοντας τότε στο λόγο κατά την απονομή των βραβείων του 1995: «Αν αυτό έχετε να μου δώσετε εγώ τι να σας πω;» λέγοντας το 1998 όταν κέρδισε το Α΄βραβείο: «Αν δεν είχε κερδίσει το Α΄βραβείο πάλι τα ίδια θα ‘λέγα».

Θόδωρος Αγγελόπουλος εικόνες από τις ταινίες του


Τοπιο στην Ομιχλη: Θοδωρος Αγγελοπουλος Ιωαννινα 1988

Ποιος ήταν ο μεγιστάνας μεσίτης;

American Crime Story The assassination of Gianni Versace (Season 2 /TV Σειρά)

Η σειρά αυτή (70ά Βραβεία Emmy, κέρδισε το Βραβείο καλύτερης σειράς), περιγράφει σε μορφή παράλληλων επεισοδίων μια σειρά δολοφονιών που διέπραξε ο κατά συρροήν δολοφόνος Άντριου Κενάναν – μεταξύ των οποίων και του Gianni Versace που υποδύθηκε ο Ντάρεν Κρις που και έμοιαζε – υποδυόμενος μέχρι να μοιάσει απολύτως, με τον ειδεχθή δολοφόνο.

Darren Criss, ως Andrew Cunanan, Mike Farrell ως Lee Miglin

Ο κατά συρροήν δολοφόνος (serial killer) Άντριου Κενάναν (Andrew Cunanan), είχε ως τρίτο στόχο τον μεγιστάνα μεσίτη ακινήτων Λη Μίγκλιν (Lee Miglin) – προτού δολοφονήσει τον διάσημο Ιταλό μόδιστρο Τζιάνι Βερσάτσε – δυο μήνες μετά (Ιούλιος του 1997), στο Μαϊάμι της Φλόριντα.

Lee MIglin
Lee Miglin

Ο Λη Μίγκλιν ως τη στιγμή που δολοφονήθηκε τον Μάιο του 1997, ήταν ιδιοκτήτης μιας επιχείρησης ακινήτων με 50χρονη δραστηριότητα (Miglin Estate), καθώς και άλλων μεγάλων εταιρειών, ευρέως γνωστός στο Σικάγο για το επιχειρηματικό αλλά και φιλανθρωπικό του έργο.

Στην αρχή η αστυνομία πίστευε πως οι δράστες ήταν περισσότεροι καθώς η δολοφονία είχε γίνει με αποτρόπαιο τρόπο με όπλο κατσαβίδι, πριόνι, το θύμα είχε κτυπήματα στα πλευρά και στο λαιμό και ακόμη το πρόσωπο του ήταν καλυμμένο με πλαστική ταινία αφήνοντας μόνο τη μύτη ακάλυπτη, το σώμα ήταν τυλιγμένο σε καφέ χαρτί περιτυλίγματος μοιάζοντας με μούμια, καθώς κι απ’ το γεγονός ότι οι δολοφόνοι ή ο δολοφόνος, έμεινε πολλή ώρα μέσα στο σπίτι.
Η γυναίκα του Lee Miglin, Marilyn, επιστρέφει στο σπίτι από το Toronto

Πράγματι ο δολοφόνος είχε μείνει στο σπίτι και για να κοιμηθεί: Έφαγε σάντουιτς με ζαμπόν προτού κοιμηθεί στο κρεβάτι του Μίγκλιν, έκανε μπάνιο στην εντοιχισμένη μπανιέρα, αφήνοντας ίχνη ξυρίσματος στο πάτωμα και ένα παιχνίδι – πιστόλι στον μαρμάρινο νιπτήρα, για να κοροϊδέψει την αστυνομία. Το γεγονός ότι έμεινε τόση ώρα στο σπίτι δείχνει πως δεν φοβόταν μήπως τον πιάσουν αφήνοντας μάλιστα δείγματα DNA στο μπάνιο. Φίλη της γυναίκας του Μίγκλιν είπε πως δεν μπορούσες ν’ αγγίξεις τίποτα. Παντού υπήρχαν ίχνη του εγκλήματος. Ο σκύλος που υπήρχε στον κήπο – ένα Λαμπραντόρ όλο αυτό το διάστημα, παρέμεινε ήσυχος και ήρεμος.

Οι γείτονες και συνεργάτες περιγράφουν τον Λη Μίγκλιν σαν έναν ευφυή επιχειρηματία, έναν ήσυχο και γενναιόδωρο άνθρωπο. Τελευταία τον είδαν στις 2 μ.μ του Σαββάτου και συνάγεται από την έρευνα, πως δολοφονήθηκε αργά την ίδια νύχτα στο γκαράζ του σπιτιού του. Το πτώμα στο γκαράζ, ανακαλύφθηκε το πρωί της Κυριακής που γύρισε η γυναίκα του Μέριλιν, από ένα επιχειρηματικό ταξίδι – καθώς διατηρούσε στο Σικάγο κατάστημα αρωμάτων και καλλυντικών.

Andrew Cunanan
Andrew Cunanan – 23 χρόνια πριν: Η επικήρυξη από το FBI

Ο Κενάναν (Andrew Cunanan) ήταν γνωστός στη γκέι κοινότητα του Σικάγου και επίσης απ’ το γεγονός ότι ήδη είχε δολοφονήσει τον πρώην φίλο του, κρίθηκε ως ο δράστης – έτσι αμέσως οι έρευνες στράφηκαν προς τη σύνδεση του με την οικογένεια Μίγκλιν.

Ο πρώην αντιπρόεδρος της εταιρείας Miglin-Beitler, λέει πως την εποχή εκείνη ήταν μια τρέλα να συνδέσεις τα δύο αυτά ονόματα. Αργότερα διαπιστώθηκε πως ο Κενάναν γνώριζε τον γιο του Μίγκλιν  – 25 ετών την εποχή και ασχολούμενος με την ηθοποιία – καθώς διαπιστώθηκε πως ο δράστης είχε δηλώσει, πως θα ιδρύσει μια εταιρεία προκατασκευασμένων σκηνικών με τον Ντιουκ Μίγκλιν (Duke Miglin). Μάλιστα υπερηφανευόταν σε κύκλους στο Σικάγο πως γνώριζε μια τόσο επιτυχημένη οικογένεια.


A Random Killing (31 Jan 2018) on IMDb

Ως σήμερα ο φόνος αυτός μοιάζει τυχαίος. Κάποιος εργαζόμενος στο νεκροταφείο της Πενσυλβάνια, είπε πως ο Κενάναν σκότωσε για να κλέψει το αυτοκίνητο του Μίγκλιν – μια πολυτελή Lexus που βρέθηκε στο σημείο, σκοτώνοντας τον φύλακα και παίρνοντας του το φορτηγάκι. Ένας ενεχυροδανειστής δεν μπόρεσε να καταδείξει ως κομιστή  του κλεμμένου χρυσού νομίσματος από το σπίτι του Μίγκλιν, τον Άντριου Κενάναν, ούτως ώστε να αποτρέψουν τα επόμενα εγκλήματα του.

Ωστόσο οι δημιουργοί της σειράς της Fox – του Ryan Murphy, διατείνονται πως ακολούθησαν προσεχτικά τα γεγονότα της ιστορίας, βασιζόμενοι και στο βιβλίο της Μορίν Ορθ (Maurine Orth) «Κοινές Χάρες» (Vulgar Favors), προσθέτοντας ίσως κάποιο «αλατοπίπερο». (Αρχική πηγή άρθρου: harpersbazaar.com  / Ιαν. 24/2018)

Ο Darren Criss στο ρόλο του Andrew Cunanan στο επεισόδιο Gianni Versace assassination

Ο Παζολίνι και ο Νεορεαλισμός

Ο Παζολίνι και ο Νεορεαλισμός

Αρχικά θιασώτης του ρεύματος αυτού, ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1922-1975) με τις ταινίες «Ακατόνε» (1961) και «Μάμα Ρόμα» (1962) υπερβαίνει τα στενά πλαίσια που το ρεύμα έθετε ήτοι μια ρεαλιστική απεικόνιση περιστατικών της ζωής απλών ανθρώπων μιας κάπως απομακρυσμένης πραγματικότητας, έξω από τα στενά όρια μιας αστικής πρωτεύουσας – εισάγοντας νέα στοιχεία υπέρβασης.

Mamma Roma
Anna Magnani, Ettore Garofalo

Ο πρώτος θεμελιωτής στην Ιταλία, ο Ρομπέρτο Ροσελίνι με τις ταινίες «Ρώμη Ανοχύρωτη Πόλη», «Στρόμπολι» κ.ά. επεξεργάστηκε με απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο τις ιστορίες της κινηματογραφικής του αφήγησης.

Ο Παζολίνι προχώρησε πιο πέρα τον νεορεαλισμό προσδίδοντας του ένα είδος σουρεαλισμού. Στις κατοπινές του ταινίες στο τέλος της δεκαετίας του ’60, ο Παζολίνι, υπερβαίνει τα εσκαμμένα δίνοντας μια νέα ώθηση στο ρεύμα αυτό με την είσοδο του σουρεαλισμού – με κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικές ταινίες «Θεώρημα» (Teorema /1968) και «Χοιροστάσιο» (Porcile /1969) – ξεφεύγοντας από τη φόρμα του νεορεαλισμού, με την εισαγωγή έντονων στοιχείων σουρεαλισμού και ασχολούμενος σ’ αυτές τις ταινίες όχι με την εργατική αλλά με την αστική τάξη.

Το συγγραφικό του έργο «Τα παιδιά της ζωής» (Ragazzi di Vita), κινείται παράλληλα με τις ταινίες του «Ακατόνε» (1961), «Μάμα Ρόμα» (1962) και «Ρικότα» (Ricotta) (μικρού μήκους / 1963) στις οποίες αναπτύσσει τη δική του φόρμα του νεορεαλισμού ξεχωρίζοντας απ’ τον Ρομπέρτο Ροσελίνι και άλλους κατοπινούς σκηνοθέτες.

Ενώ ο Ροσελίνι φωτίζει τις ζωές απλών ανθρώπων, ο Παζολίνι προσπαθεί να φωτίσει τις ζωές του υποκόσμου στην πρώτη περίοδο των αρχών του ’60. Το συγγραφικό έργο του «Παιδιά της Ζωής» είναι ένα ορόσημο στη διακαή επιδίωξη του να φωτίσει τη ζωή του περιθωρίου, να στραφεί προς το είδος αυτό.

Το βιβλίο δέχθηκε πολλές κριτικές όπως και κάποιες απ’ τις ταινίες του που λογοκρίθηκαν. Η κυβέρνηση των Χριστιανοδημοκρατών το κατηγόρησε ως άσεμνο. Το ΚΚΙ  – του οποίου διετέλεσε μέλος κάποια χρόνια (1947 ~ 1949), το χαρακτήρισε επιτηδευμένο, με απουσία θετικών ηρώων, και τελικά με έλλειψη προοπτικής σ’ αυτές τις ταινίες.

πληροφορίες / άρθρο wikiwand.com/en/Ragazzi_di_vita

Pier-Paolo Pasolini – Video Gallery

Mamma Roma 1962 : Mercato
Mamma Roma 1962 : Il Violino Tzigano
Cineteca di Bologna – Porcile 1969 : Jean-Pierre Léaud, Anne Wiazemsky Monologs

περισσότερα για Νεο-ρεαλισμό

Τα παιδιά της ζωής

Τα παιδιά της ζωής / Ragazzi di Vita


Ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι έτρεφε μεγάλη προσήλωση στον φτωχόκοσμο. Θέλησε να ρίξει άπλετο φως στους χαρακτήρες και τις συνθήκες διαβίωσης στις φτωχογειτονιές της Ρώμης. Σ’ αυτό το βιβλίο του καταπιάνεται εξ αρχής με το θέμα των φτωχοδιάβολων κατοίκων στα περίχωρα – θέμα αργότερα και της ταινίας «Ακατόνε«. Στο συγκεκριμένο βιβλίο του ως επί το πλείστον βασίστηκε η ταινία «Mama Roma» (1961).

Αυτό μοιάζει ως προτίμηση: στην πλούσια αστική τάξη της Ιταλίας αντιπαρατίθενται οι φτωχοί «χωρίς στον ήλιο μοίρα» όπως λένε. Η ματιά του Παζολίνι αποστρέφεται τους πρώτους – κάτι που έδειξε στο «Θεώρημα» καθώς τους θεωρεί χωρίς ψυχή και αισθήματα. Αντίθετα τους δεύτερους τους ανυψώνει σε κάτι μεγαλύτερο, τους βγάζει από τα κουρέλια που είναι ενδεδυμένοι , απ’ τους σκοτεινούς τοίχους των φτωχικών σπιτιών τους φωτίζοντας με τρυφερότητα μια «χαμοζωή».

Το βιβλίο αρχίζει να γράφεται το 1950 και εκδίδεται το 1955. Είναι η πρώτη μεγάλη συγγραφική επιτυχία του Παζολίνι. Γραμμένο όλο σε ρομανέσκο και γεμάτο από γλωσσικούς ιδιωματισμούς που χρησιμοποιεί ο υπόκοσμος, αναστάτωσε τη φιλολογική ζωή της Ιταλίας του `55 με την ωμότητα του θέματος και το γλωσσικό πειραματισμό της μεταφοράς και αναδημιουργίας της γλώσσας ενός λούμπεν προλεταριάτου, που ποτέ πριν δεν είχε κοιταχτεί με μάτι τόσο παρατηρητικό, χωρίς καμιά διάθεση να καλυφτεί η σκληρή αλήθεια της διήγησης. Η αγάπη, ο οίκτος, η τρυφερότητα και η τέχνη που κρατούν ενωμένα τα διάφορα επεισόδια του βιβλίου τράβηξαν την προσοχή όχι μόνο των ειδικών αλλά και του πλατύτερου αναγνωστικού κοινού.

Υπόθεση: Η ζωή του Riccetto ενός ανυπότακτου νεαρού που ενώ δέχεται τις ευλογίες της Καθολικής Εκκλησίας με τη Βάπτιση και την Πρώτη Κοινωνία, γίνεται αργότερα κλέφτης: κλέβει έναν τυφλό ζητιάνο κι ένα μοναστήρι. Ο αναγνώστης τον παρατηρεί μαζί με τους φίλους του γυρίζοντας στους δρόμους, να πηγαίνει από κλεψιά σε κλεψιά ακόμη και να επιδίδεται στην πορνεία. Πολλοί απ’ τους συντρόφους του σκοτώνονται και η ανηθικότητα είναι πάντα κυρίαρχη. Τελικά συλλαμβάνεται να κλέβει μερικά σίδερα για να αγοράσει ένα δαχτυλίδι στη μνηστή του και φυλακίζεται. Όταν αποφυλακίζεται επιστρέφει στην ίδια ζωή του δρόμου.

Ο Παζολίνι θέτει καθαρά πως ο Ρικέτο και οι σύντροφοι του είναι εκ γενετής περιπλανώμενοι μοιάζοντας με τον Ντην Μοράιαρτι (Dean Moriarty / «The Beat Generation») του Κέρουακ: μια υπο τάξη (υπόκοσμος) ανθρώπων χωρίς στήριγμα στο μοντερνισμό (και τις ανέσεις του), που έκτοτε έχει χαθεί. Θαύμαζε αυτό που θεωρούσε σ’ αυτούς «απολίτικη επαναστατικότητα» – διαχωρισμένοι από τους παρτιζάνους της πολιτικής που είχαν γεμίσει τη ζωή, της τότε μετα πολεμικής Ιταλίας.

Ανάλυση: Ως προς τα λογοτεχνικά του κείμενα, «Τα παιδιά της Ζωής» αποτελεί ένα εγχείρημα να φέρει κοντά στο πλατύ κοινό τη ζωή των παιδιών που ζουν στο περιθώριο, περνώντας τη μέρα τους στους δρόμους, επιδιδόμενοι σε λογής πράξεις – ανήθικες ακόμη, για να βγάλουν το ψωμί – τους «κολπατζήδες», που πάνε από κόλπο σε κόλπο.

Κανείς ως τότε δεν είχε ασχοληθεί μαζί τους, το θέμα αυτό ήταν κάτι σαν κλειστό βιβλίο. Έγραψε το βιβλίο στη γλώσσα τους – μια αργκό του δρόμου την οποία οικειοποιήθηκε απολύτως περιγράφοντας πιστά  – κάτι που στη πραγματικότητα ονομάσθηκε Λούμπεν Προλεταριάτο.

Στο μετέπειτα βιβλίο του «Αιρετικός Εμπειρισμός» τονίζει πως η λογοτεχνική γραφή πρέπει να είναι σε γλώσσα διαφορετική απ’ αυτή του συγγραφέα – μη αμφισβητώντας, αφήνοντας περιθώριο για έναν νατουραλισμό της αφήγησης. Άλλο χαρακτηριστικό της αφήγησης είναι πως ο αφηγητής δεν δίνει καμιά πληροφορία για το υπόβαθρο της ζωής των ηρώων του – σε αναγνώστες μη εξοικειωμένους μ’ αυτά τα κοινωνικά στρώματα (μπακγκράουντ).

Γίνεται ο ίδιος κάποιος απ’ αυτούς που περιγράφει. Δεν αφηγείται εκ των έξω. Είδε αυτή την τάξη σαν τη μόνη που θα μπορούσε να επιζήσει από την διαφθορά που έφερνε η βιομηχανοποίηση και ο μοντερνισμός – κάτι σαν ανθρώπινο κέλυφος περιλαμβάνοντας τους μόνους που θα μπορούσαν να παραμείνουν ελεύθεροι. Γι αυτό το λόγο τους σέβεται και τους θεωρεί ως τη μόνη αληθινά καταπιεσμένη τάξη που και ο ίδιος ο Κομουνισμός υποτίμησε, με την ονομασία Lumpen Proletariat (Λούμπεν Προλεταριάτο /ονομασία από τους Μαρξ Ένγκελς).

Εκδόσεις Οδυσσέας σελ. 302, ημερομηνία κυκλ. 2006, γλώσσα πρωτοτύπου Ιταλικά.

Προσεγγίζοντας το Ανέφικτο

Με την ταινία το Θεώρημα (1968) ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι ολοκληρώνει την Τριλογία του Ανέφικτου στον Έρωτα. Έχουν προηγηθεί οι ταινίες Ακατόνε (Ο Αλήτης /1961), Μάμα Ρόμα (1962). Με το Θεώρημα να εστιάζει στην ανώτερη τάξη και τα πάθη της ενώ οι προηγούμενες δύο – ο Ακατόνε τις φτωχογειτονιές και τα πάθη των ανθρώπων που ζουν σ’ αυτές, ενώ στο Μάμα Ρόμα τη λάμψη της της πόλης της Ρώμης  και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή που γινόταν για κάποιους ανθρώπους του περιθωρίου – στην περίπτωση αυτή, της «Μάμα Ρόμα», του αγοραίου έρωτα.

Η τριλογια της ερωτικης διαψευσης 3 ταινιεσ του π. π. παζολινι

Ακατόνε, Μάμα Ρόμα, Θεώρημα: τρεις ταινίες του Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1922 – 1975) με θέμα τον έρωτα ως μια βασική συνιστώσα του κοινωνικού περίγυρου. Συνιστώσα που δρα στο παρασκήνιο μη κατορθώνοντας να αλλάξει την πορεία μιας ύπαρξης πάντα δέσμιας των παθών της – πάθη, που μια κοινωνία κατά κάποιον τρόπο επιβάλλει.

Ακατόνε
Accatone – Ο Αλήτης 1961

Με το έργο Ακατόνε (ο Αλήτης) ξεκινά η αρχή του ξετυλίγματος του νήματος που υφαίνει τον ιστό των ερωτικών σχέσεων των ανθρώπων. Συνεχίζεται με τη Μάμα Ρόμα με φόντο στα περίχωρα της Ρώμης θεματικής ανάπτυξης της ζωής της φτωχής εκδιδόμενης γυναίκας που πραγματοποιεί το όνειρο της για μια καλύτερη ζωή στην πρωτεύουσα μαζί με το νεαρό γιο της. Καταλήγει με το Θεώρημα με την έλευση ως καταλύτης – ερωτικός θεός, του νεαρού (Επισκέπτης) στην πλούσια βίλα του αστού ιδιοκτήτη όπου θέτονται υπό την γοητεία του όλοι οι διαμένοντες εκεί, χωρίς κανείς τους να μπορεί να έχει μια πρωτοκαθεδρία.

Ο έρωτας σαν κινητήριος δύναμις και στα τρία έργα είναι καταστροφικός καθώς η ισχύς του δεν είναι αρκετή αφού εν τη γενέσει του περιέχει την έννοια της αυτονομίας από τον άλλο, την κριτική προς τον άλλο, εν τέλει την απόρριψη είτε από τον έναν είτε από τον άλλο.

Accatone
Franco Citti – Accatone

Η τριλογία ξεκινάει με τον Ακατόνε (1961). Η ζωή του Βιτόριο στις φτωχογειτονιές της Ρώμης δεν φαίνεται να πηγαίνει προς το καλύτερο καθώς η γυναίκα που τον συντηρούσε εκδιδόμενη συλλαμβάνεται και κλείνεται στη φυλακή. Η καινούργια του σύντροφος δεν είναι τόσο αφελής για να ζήσει μαζί του σύμφωνα με τις δικές του επιταγές – καθώς το να βρει μια κανονική δουλειά τον βρίσκει αντίθετο έτσι που είναι πλήρως διαβρωμένος από την εθιστική ζωή που διάγει – κάτι σαν ντόλτσε βίτα των φτωχών δηλαδή με το να βρίσκει λεφτά με άλλους τρόπους πλην των νομίμων. Η γυναίκα του τον έχει ήδη εγκαταλείψει μένοντας με τον μικρό γιο τους στον πατέρα της μαζί τον αδελφό της.

Anna Magnani
Anna Magnani Mamma Roma

Στη Μάμα Ρόμα (1962) το ίδιο: η αποκαλούμενη Mamma Roma – Άννα Μανιάνι, ζει με τον γιο της Ετόρε σε φτωχογειτονιά των περιχώρων του Λάζιο, Ρώμης. Ο γιος της δεν θέλει να σπουδάσει ή να δουλέψει γυρνώντας με τους φίλους του εδώ και ‘κει παραμένοντας ωστόσο το κύριο στήριγμα για τη μάνα του που θέλει να πάνε στη Ρώμη να βρουν ένα ωραίο διαμέρισμα να ζήσουν σαν άνθρωποι. Πράγματι πηγαίνουν εκεί, βρίσκει μια θέση στη λαϊκή να πουλάει πράγματα, το ίδιο με το διαμέρισμα που μοιάζει ικανό να στεγάσει όλα τους τα όνειρα. Η επίσκεψη του πατέρα Καρμίνε, (ο Φράνκο Τσίτι του Ακατόνε), δεν αλλάζει το σκηνικό καθώς αυτός διώχνεται από ‘κείνην με κατηγόριες ότι εκείνος φταίει για όσα δύσκολα έχει περάσει και προσπαθεί τώρα πια να ξεπεράσει.

Teorema
Terence Stamp – Teorema 1968

Στο Θεώρημα (1968) ο ερχομός του πανέμορφου ξένου Τέρενς Σταμπ (Επισκέπτης) γίνεται η αφορμή να εκδηλωθούν όλα τα καταπιεσμένα ερωτικά αισθήματα – της μάνας, των παιδιών, του συζύγου – Μάσιμο Τζιρότι, ακόμη και της υπηρέτριας μόνο που σ’ αυτή το αίσθημα της θρησκευτικότητας που διαθέται μεταθέτει το ερωτικό σε μια άλλη σφαίρα εκδήλωσης. Κανείς δεν κατέχει τον ξένο που μόλις τους κατακτήσει θα φύγει, κι αυτό δρα σαν καταλύτης που θα αναταράξει τον ερωτικό και συναισθηματικό συνακόλουθα, ψυχισμό ενός εκάστου.

Silvana Mangano
Silvana Mangano (Lucia) – Teorema

Εν τέλει και στα τρία έργα του Παζολίνι κυρίαρχο είναι το χρήμα – ο έρωτας δεν μπορεί να γίνει κυρίαρχος εξ αιτίας των καταστροφικών συνεπειών του πρώτου με όσα κακά φέρνει: και στα τρία έργα, εξαθλίωση των ηθών, εφήμερα στηρίγματα με μπακγκράουντ είτε τις φτωχογειτονιές του αστικού περίγυρου (τα δύο πρώτα), είτε τις απομονωμένες επαύλεις των πλούσιων αστών. Το χρήμα διαφθείρει συνειδήσεις από τη μια, από την άλλη αντί να εξανθρωπίσει καθιστά όλο και περισσότερο τον άνθρωπο έρμαιο των παθών του – καταπιεσμένα ή όχι. Η σωτηρία δεν έρχεται λοιπόν από τον έρωτα καθώς αυτός παραμένει ένα διακοσμητικό υπόβαθρο στην ολοένα καταβύθιση των ηρώων σε ένα απόλυτο αδιέξοδο, σε ένα αναπότρεπτο τελικά κενό ανυπαρξίας και ηθικής απαξίωσης.

Ο έρωτας υπάρχει πίσω από τις τρεις ιστορίες μόνο που δεν βρίσκεται στο προσκήνιο αλλά στο υπόβαθρο των όσων διαδραματίζονται ως επακόλουθα όλων, των συνεπειών του. Συνέπειες που καθορίζονται από τις κοινωνικές συνθήκες. Δηλαδή η δύναμη του καθίσταται τρόπον τινά ανίσχυρη. Ισχυρά είναι τα πάθη, τα καταπιεσμένα συναισθήματα, η οργή του απελπισμένου που δρα σαν καταστροφική μανία στα υποκείμενα του πάθους.

Χορός που συναρπάζει

Gloria Estefan

Από τους πιο γνωστούς έθνικ χορούς είναι η Σάμπα. Πατρίδα της η Βραζιλία όπου οι ήχοι της δεν ξεχύνονται μόνο κατά το καρναβάλι του Ρίο αλλά σε όλη την καθημερινότητα των δρόμων, των καφέ, στα διάφορα μέρη των αστικών κέντρων. Εκπρόσωπος της μουσικής κατά κύριο λόγο είναι ο Σέρτζιο Μέντες και ακολούθησαν και άλλοι αυτή την παράδοση.

Παράδοση που εξαπλώνεται σε όλα τα κράτη της Λατινικής Αμερικής με διάφορες παραλλαγές πλην της Αργεντινής που έμβλημα της έχει το Τάγκο – χορός περιπαθής σε αντίθεση με τη Σάμπα που είναι άκρως χαρούμενος και σε γρήγορο τέμπο – κρατώντας ωστόσο κάποια στοιχεία ηδυπάθειας κι αυτός. Στην Κούβα ανάλογος χορός είναι η Σάλσα – γρήγορος ρυθμός με ξέφρενες χορευτικές φιγούρες κι αυτός.

Gloria Estefan – Mi Tierra

Εκπρόσωποι αυτής της μουσικής εκτός από το Βραζιλιάνο Σέρτζιο Μέντες είναι η Σίλια Κρουζ, ο Τίτο Πουέντε με τα τύμπανα του, ο Κάρλος Σαντάνα, η Γκλόρια Εστεφάν.  Σήμερα πολλοί άνθρωποι ενδιαφέρονται να μάθουν τους εξωτικούς λάτιν χορούς κι έτσι προστρέχουν στις σχολές χορού. Σε μια βραδιά οργανωμένη από μια σχολή δεν θα μπορούσε να λείπει το τάγκο και η σάμπα.

Το ζευγάρι που χόρευε Σάμπα ήταν τέλειο. Συγχαρητήρια! τους είπαμε συνεπαρμένοι από το ρυθμό που είχαν μεταξύ τους με τις γρήγορες φιγούρες. Στροβιλίζονταν στην πίστα με τον ενθουσιασμό που δίνουν στη ψυχή και στο σώμα οι γρήγοροι ξέφρενοι ρυθμοί της μουσικής. Αυτές οι χώρες πραγματικά έχουν το ρυθμό και το χορό μέσα στο αίμα των κατοίκων τους, κι εμείς πάντα θα μένουμε με τη μαγεία των ρυθμών της μουσικής τους.

Arno Schmidt – Κατανόηση του Ακατανόητου

Arno Schmidt – Από τη ζωή ενός φαύνου

To ακατανόητο να αναλυθεί σε μεμονωμένα κατανοητότερα. Η φράση αυτή, με την οποία τελειώνει το πρώτο μέρος του έργου —«Από τη ζωή ενός Φαύνου» θα μπορούσε να συνοδεύει όλο το έργο του Schmidt

Από τη ζωή ενός φαύνου – Α΄έκδοση 1953

Και βέβαια κανείς δεν μπορεί να θυμώσει με τον Νοτιοευρωπαίο αναγνώστη, όταν ισχυρισθεί πως αυτή η προειδοποίηση είναι ήδη αρκετή, για ν’ αφήσει το βιβλίο ανέγγιχτο στο ράφι του βιβλιοπώλη. Η λογοτεχνία που μας προσελκύει δίχως κόπο, είναι αυτή που κάνει χρήση του ακατανόητου ως δεδομένου, ως στοιχείου της πλοκής, ως στοιχείου ενός μύθου και μας παρασύρει αβίαστα στη δίνη της ανάγνωσης, απαλάσσοντας μας από τον κόπο της επίπονης «περί και ένδον» σκόπησης.
Άλλοι πάλι αντιτείνουν πως η ανάλυση της πραγματικότητας δεν είναι αντικείμενο του έντεχνου ψυχαγωγικού λόγου αλλά της επιστημονικής ανάλυσης.

Η διαφωνία όμως ενός τμήματος της σύγχρονης λογοτεχνίας θα διατηρήσει για ορισμένους ευήκοους την πειστικότητα της. Εαν σαφώς η Εγελιανή θέση του Adorno ότι είναι αδύνατη μια ζωή ορθή μέσα στο ψεύδος είναι επίκαιρη κι αν αποδεχτούμε ότι ο 20ος Αιώνας μας εισήγαγε σε μιαν εποχή όπου δεσπόζει η δυνατότητα της τεχνικής αναπαραγωγής του έργου τέχνης απογυμνώνοντας το έτσι από την αύρα του δηλαδή την υπερβατικότητα του, τότε οι απαντήσεις παύουν να είναι αυτονόητες.

Arno Schmidt Foundation – Bargfeld – Photo Προέλευση: en Wikipedia

Arno Schmidt Foundation
Ίδρυμα Arno Schmidt

Δεν χωρεί αμφισβήτηση: η συμβατική λογοτεχνία ξεπερνά τέτοιου είδους προβληματσμούς με το ατσάλινο επιχείρημα της επιτυχίας της, με τον ίδιο τρόπο που το Hollywood, μπορεί να επικρατεί του «προσωπικού» Ευρωπαϊκου κινηματογράφου ή η βιομηχανική pop, της σοβαρής μουσικής. Η εποχή μας εκφράζεται αλλά παραμένει ασχολίστη, ο σχολιασμός περιθωριοποιείται.

Έτσι ενώ ο Arno Schmidt αναφέρεται με μια πνοή δίπλα στους Proust και Joyce, παραμένει αδιάβαστος όπως ακριβώς και οι δυο μεγάλοι ομότεχνοι του. Σαν να μην έφτανε αυτό, μοιράζεται την αμφίβολη τύχη άλλων σπουδαίων γερμανών συγγραφέων όπως οι Hans Henry Jawn και Ror Wolf που επειδή συνδιάζουν το ύφος της πατρίδας τους με τον βαρύ τευτονικό στοχασμό, ξενίζουν.
Αυτό όμως δεν πρέπει να προκαλεί μεγάλη έκπληξη γιατί ποιός γνωρίζει τον Wieland, τον Jean Paul Richter ή κι αν θέλετε τον ίδιο τον Goethe;

Arno Schmidt
Arno Schmidt

Ο Arno Schmidt γεννήθηκε στο Αμβούργο τη χρονιά που ξέσπασε ο A΄ παγκόσμιος πόλεμος. Ύστερα από το θάνατο του πατέρα του (1932) η οικογένεια μετακομίζει στη σιλεσιακή πατρίδα. Αυτά τα χρόνια στο γερμανόφωνο χώρο επικρατούν: το κίνημα Dada, το κινημα Bauhaus στην αρχιτεκτονική, ο εξπρεσσιονισμός στη ζωγραφική, τον κινηματογράφο, την ποίηση και το θέατρο, ενώ ο Schönberg και οι μαθητές του Anton Webern, Allan Berg και Νίκος Σκαλκώτας ανακαλύπτουν και εξερευνούν την δωδεκαφθογγική μουσική.

Ο νεαρός ποιητής Arno Schmidt που κάποιες ποιητικές του δοκιμές απορρίπτονται από τον Herman Hesse δουλεύει ως υπάλληλος λογιστηρίου στο εργοστάσιο παραγωγής ενδυμάτων Greiff, παντρεύεται την Alice Murawski και ζει τη διπλή ζωή του βουβού υπαλλήλου και του ρομαντικού μελετητή της λογοτεχνίας. Η αδελφή του Lucy μεταναστεύει μαζί με τον εβραίο άνδρα της το 1933 στην Αμερική ενώ ο συγγραφέας παρά την κακή του όραση, καλείται στο στρατό το 1939 και περνά το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στη Νορβηγία.

Με την κατάρρευση του μετώπου πέφτει αιχμάλωτος πολέμου στα χέρια των Άγγλων. Έπειτα από μια σύντομη αιχμαλωσία εργάζεται ως διερμηνέας της αστυνομίας των δυνάμεων κατοχής ώσπου αποφασίζει -αν και δεν είχε στη δυτική ζώνη πόρους- να αφιερωθεί στη συγγραφή. Κάτω από απίστευτες στερήσεις γράφονται τα πρώτα δαιμονισμένα διηγήματα με σπουδαιότερο το Leviathan. Όπως μας πληροφορεί η Susanne Fischer, στην κριτική έκδοση του κειμένου, ο συγγραφέας σημειώνει πάνω στο χειρόγραφο ότι η ιδέα για το κείμενο του ήρθε στις 15-16/8/1946 το σχεδίασμα έγινε στις 2/10/1946 και η καταγραφή στο διάστημα 3-22/1/1946. Το κείμενο έπειτα από περιπέτειες στα τέλη Οκτωβρίου 1949 εκδίδεται από τις εκδόσεις Rowohlt μαζί με δυο ακόμη κείμενα. Για την περίοδο εκείνη γνωρίζουμε πως το ζεύγος Schmidt φυτοζωούσε κυριολεχτικά ζώντας με μανιτάρια και καβουρντισμένα βελανίδια περιμένοντας αραιά και που κάποια δέματα που έστελνε η αδελφή του συγγραφέα από την Αμερική.

Στις 14/1/1951 ο Αlfred Doblin -νεανικό ίνδαλμα του συγγραφέα- του απονέμει το μέγα βραβείο της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών.
Ο ίδιος ο Arno Schmidt θεωρούσε ότι αυτό το κείμενο ήταν επηρεασμένο από το «Εύρηκα» του E.A. Poe. Πέρα όμως από αυτό, ο Λεβιάθαν αποτελεί τη δραματική αντίδραση του συγγραφέα στην άμεση μαρτυρία των εχθροπραξιών στο ανατολικό μέτωπο ενώ παράλληλα μια ελεγεία στη χαμένη νεανική του αγάπη Anna Wolf, την οποία μάλιστα αναφέρει με το όνομα της μέσα στο κείμενο.

Arno Schmidt Foundation – Bargfeld – Photo Προέλευση: en Wikipedia

O Άρνο Σμιτ είναι ο πιο μοντέρνος γερμανός συγγραφέας της εποχής μας. Aπό τα πρώτα του κιόλας έργα απέκτησε -δικαίως- τη φήμη του ιδιοφυούς λογοτέχνη και του πρωτοπόρου στην αναζήτηση νέων μορφών γραφής και απέσπασε το θαυμασμό μεγάλων συγγραφέων, όπως του Xέρμαν Έσσε. Mάστορας της γλωσσοπλασίας και του λογοπαιγνίου, του υπαινιγμού και της συγκαλυμμένης αναφοράς, ο Άρνο Σμιτ λέγεται ότι δεν μπορεί να μεταφραστεί σε άλλη γλώσσα. Kαι πράγματι πολλά έργα του είναι αδύνατο να μεταφραστούν, όπως συμβαίνει και με το μεγάλο Iρλανδό Tζέιμς Tζόυς. Εν ζωή δεν κέρδισε από τα βιβλία του και λόγω οικονομικής ανέχειας, τα τελευταία χρόνια της ζωής του συντηρούνταν από τον φιλόλογο και συγγραφέα Jan Philipp Reemtsma – κληρονόμο του βιομηχάνου Jan Philipp Reemtsma, των γερμανικών τσιγάρων.

Σε συνεργασία με το ίδρυμα Άρνο Σμιτ (Arno Schmidt Foundation) και τον εκδοτικό οίκο Fischer, οι Eκδόσεις Kριτική παρουσιάζουν στο ελληνικό κοινό για πρώτη φορά έργο του Σμιτ μεταφρασμένο στη γλώσσα μας.
— Τριλογία Arno Schmidt, Tο «Mικρό μυθιστόρημα»: Aπό τη ζωή ενός Φαύνου (Κριτική 1992), πρώτο μέρος της τριλογίας, Το Ρουμάνι του Μπραντ (Οδυσσέας 1994), β΄μέρος, Tα παιδιά του Nομποντάντυ, γ΄μέρος, περιγράφει δεκατρείς ημέρες από τη ζωή ενός δημόσιου υπάλληλου πριν και μετά τον πόλεμο και αποτελεί μια καυστική κριτική του γερμανικού μικροαστισμού,

Από το πολύτομο έργο του στην ελληνική γλώσσα έχουν μεταφρασθεί: Λεβιάθαν μτφ. Γιάννης Κοιλής εκδ Οδυσσέας 1994, (Leviathan 1949) To ρουμάνι του Μπραντ μτφ. Γιάννης Κοιλής εκδ Οδυσσέας 1994, Από τη ζωή ενός Φαύνου μτφ. Γ. Κοιλής εκδ Κριτική 1992 (Aus dem Leben eines Fauns 1953), Mαύρος Καθρέφτης (Schwarze Spiegel) μτφ Κοιλής Γ. εκδ Οδυσσέας (υπό έκδοση)

Frida Kahlo Η ζωγραφική είναι η δική μου πραγματικότητα

Frida Kahlo
Frida Kahlo – Αυτοπροσωπογραφία με λουλούδια σε πράσινο φόντο

Η Φρίντα Κάλο (Frida Kahlo) υπήρξε Μεξικανή ζωγράφος που στην εποχή της διαδραμάτησε ενεργό ρόλο στα δρώμενα καλλιτεχνικά και όχι μόνο, της πατρίδας της και που απέκτησε φήμη ιδιαίτερα μεγάλη στις γειτονικές ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη – δεδομένου ότι ο Αντρέ Μπρεσόν – υπερεαλιστής ζωγράφος, το 1938 σε ένα ταξίδι του στο Μεξικό, διέκρινε στο ζωγραφικό της έργο παραπλήσειες τάσεις με τον σουρεαλισμό και της πρότεινε να συμμετάσχει με άλλους σουρεαλιστές ζωγράφους σε μια έκθεση στο Παρίσι. Εκείνη σαν απάντηση του λέει, πως το έργο της «δεν είναι όνειρο αλλά η προσωπική της πραγματικότητα«.

Η Φρίντα Κάλο γεννήθηκε το 1907 (6/7), στο Κογιοακάν του Μεξικού και πέρασε στην παιδική της ηλικία πολυομελίτιδα που όμως επιδεινώθηκε το 1925, από ένα ατύχημα εξ αιτίας σύγκρουσης λεωφορείου με τραμ, όταν ήταν 19 ετών. Αυτό της δημιούργησε πρόβλημα που ωστόσο δεν την παρεμπόδισε από το να ζωγραφίζει αλλά και να παντρευτεί σε λίγο – το 1929, τον διάσημο Μεξικανό ζωγράφο για τις τοιχογραφίες του και τα ζωγραφικά του έργα – τεχνοτροπίας προκολομβιανής εποχής, Ντιέγκο Ριβέρα (Diego Rivera).

Ήταν η εποχή μετά το ατύχημα, που η Φρίντα αναρρώνοντας, παρακολουθούσε μαθήματα ζωγραφικής – που έδειξε στον Ριβέρα με τον οποίον είχαν γνωρισθεί σε καλλιτεχνικούς κύκλους, τους πίνακες της. Η τεχνοτροπία στους πίνακες της ήταν αντίθετη με του Ριβέρα καθώς ήταν πιστή στη μεξικάνικη κουλτούρα (mexicanidad) περιλαμβάνοντας ακόμη και τα τάματα (retablos) που αποτελούσαν διαδεδομένη μορφή ευχαριστίας του Μεξικανικού λαού προς την Παναγία. Δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο ένα κράμα naif μαζί με το folklore, της τοπικής Μεξικάνικης παράδοσης.

Αργότερα χώρισαν λόγω του ότι είχε δημιουργήσει άλλον δεσμό με τον Αμερικανό Νίκολας Μάρει που είχε γνωρίσει στη Νέα Υόρκη – στα χρόνια της παραμονής της με τον σύζυγο της Ριβέρα στις ΗΠΑ. Μετανιωμένη έχοντας ήδη ζωγραφίσει λίγο καιρό πριν χωρίσει ανάλογο πίνακα με τον τίτλο «οι δύο Φρίντες» – με θέμα το επικείμενο διαζύγιο, ξαναπαντρεύεται τον Ριβέρα.

Η ζωή της στάθηκε σύντομη – πέθανε στα 47 της, το 1954 (13/7) στο Κογιοακάν γενέτειρα της, όμως το έργο της γεμάτο από το φως και τα χρώματα μιας φύσης άλλοτε άνυδρης άλλοτε τροπικής του Μεξικού πρόλαβε να γίνει ήδη γνωστό έξω από τα σύνορα της πατρίδας της σε Αμερική και Ευρώπη.

Η Μεξικάνικη κυβέρνηση το 2010, έβγαλε το χαρτονόμισμα των 500 πέσος με τα πρόσωπα του ζεύγους Φρίντα Κάλο – Ντιέγκο Ριβέρα σαν φόρος τιμής στη καλλιτεχνική τους προσφορά, – επ’ ευκαιρία της 200ης επετείου της ανεξαρτησίας του Μεξικού και 100ή της Μεξικανικής επανάστασης.

Η κατοικία της Φρίντας Κάλο στο Κογιοακάν, γνωστή σαν Γαλάζιο σπίτι (Casa Azul), σήμερα είναι μουσείο με τα προσωπικά της είδη εκτός από τους πίνακες, όπου οι επισκέπτες μπορούν να καθήσουν στην αυλή μετά από την περιήγηση τους στο εσωτερικό του σπιτιού Γνωστό στους ταξιδιώτες σαν «La Casa Azul», δωρήθηκε μετά θάνατον στο κράτος από τον Diego Rivera. Είναι ένα σπίτι με κυρίαρχα στοιχεία το έντονο γαλάζιο των χαμηλών τοίχων και το πράσινο των τροπικών αλλά και της ερήμου φυτών στον εσωτερικό χώρο της αυλής (patio) – εναρμονισμένο με τη Μεξικάνικη τοπική αρχιτεκτονική.

To 2002 η ταινία Frida κέρδισε 2 Όσκαρ και του πρώτου ρόλου,  υποψηφιότητα της πρωταγωνίστριας Salma Hayek.

Δύο πρωϊνά στους Δελφούς

Jacqueline de Romilly
Jacqueline de Romilly

Jacqueline de Romilly – Δύο πρωϊνά στους Δελφούς
Είχα έλθει στους Δελφούς με κάποιους φίλους από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας, που είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια για την αποκάλυψη των Δελφών. Πράγματι εδώ πρέπει να φανταστούμε ένα από τα μεγάλα αρχαιολογικά βήματα της ιστορίας. Οι Δελφοί στη σύγχρονη εποχή, ήταν κυριολεκτικά εξαφανισμένοι! Χρησιμοποιώ τη λέξη με όλη τη σημασία της: το χώμα είχε σκεπάσει ό,τι είχε απομείνει από το περιώνυμο ιερό του Απόλλωνα και το μαντείο του· όλα είχαν εξαφανιστεί και η πόλη και οι ναοί και οι κίονες και τα αγάλματα.

Το χώμα είχε καλύψει τα πάντα και κανείς δεν ήξερε, ούτε κατά προσέγγιση, πού βρί­σκονταν οι περίφημοι Δελφοί. Όσα βλέπουμε σήμερα βρέθηκαν μόλις πριν από έναν αιώνα. Με πεισματική εργασία η περιοχή καθαρίστηκε από όλες τις επιχωματώσεις, και τα ευρήματα ταξινομήθηκαν, αποκαταστάθηκαν -όσα βέβαια ήταν δυνατόν να αποκατασταθούν- και τοποθετήθηκαν με πολλή προσοχή σε ένα μου­σείο, σε μια εποχή που δεν ήταν εφικτό να γίνουν περισσότερα. Η ανακάλυψη της αρχαίας τοποθεσίας επανέφερε τους επισκέπτες. Ο τόπος ξαναβρήκε τη ζωντάνια του και ξανακούγονταν, όπως άλλοτε, ομιλίες σε κάθε γλώσσα στα πόδια των Φαιδριάδων.

Jacqueline De Romilly

Η Γαλλική Σχολή της Αθήνας που διενεργούσε τις ανασκαφές, διέθετε ένα μικρό κατάλυμα εκεί πλάι και έτσι μπόρεσα να μείνω για μια νύχτα, σε ένα δωμάτιο, από όπου ήταν εύκολο να έχω άμεση πρόσβαση στον ιερό χώρο, κάθε στιγμή. Πράγμα που φυσι­κά εκμεταλλεύτηκα πολύ νωρίς το πρωί· δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την ανάμνηση. Είχα καθηλωθεί στην πόρτα που μόλις διάβηκα δειλά και έκθαμβη. Βρισκόμουν εδώ, στο κατώφλι αυτού του απα­γορευμένου για όλους χώρου, στο κατώφλι ενός χρόνου που δεν άνηκε πια ούτε στο παρελθόν ούτε στο παρόν. Ήξερα ότι ο τόπος αυτός υπήρξε κέντρο λαμπρών εορτασμών, μεγάλων συγκινήσεων και μιας μεγαλόπρεπης ομορφιάς που συγκινούσε τους πάντες. Επιπλέον υπήρχαν τα πλήθη του παρελθόντος. Και τώρα, μετά το διάβα τόσων αιώνων, υπάρχουν τα πλήθη των επισκεπτών που περιφέρονται ανάμεσα στα αναστυλωμένα ερείπια, φλυαρούν στις διαφορετικές γλώσσες τους, βγάζουν φωτογραφίες, σταμα­τούν για να καδράρουν μια εικόνα, και έπειτα τρέχουν βιαστικά για να συναντήσουν την ομάδα τους.

«Από το Φλάουτο στην Απολλώνια λύρα», μτφρ. Μπάμπη Αθανασίου και Κατερίνα Μηλιαρέση, έκδ. Graal/To Άστυ Αθήνα 2005. Το άλμπουμ με τις φωτογραφίες βρίσκεται στο τέλος του κειμένου.

Από pro-europa.eu

Αντί σε γαλέρα σκλάβος είμαι σε μελάνι και πένα – H. de Balzac

Βλέποντας τις σελίδες αυτού του site, συναινείτε στη χρήση των cookies. Σχετικές πληροφορίες

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close