Archive for the ‘Ημερολογιο’ Category

Κυψελη – οδος Σπετσων


2010
08.06


Το σπίτι ήταν από τα ελάχιστα εναπομείναντα παλιά στην Κυψέλη πάνω από την Επτανήσου στο ύψος της “Δημοτικής Αγοράς”. Σκάλα εισόδου μέσα, με μπρούτζινη κουπαστή, ψηλά ταβάνια, ευρύχωροι χώροι υποδοχής, πίσω η ανακαινισμένη μοντέρνα κουζίνα με τη βεράντα που έβλεπε σε μια αυλή περιστοιχισμένη από τους ντυμένους με κισσό τοίχους της διπλανής πολυκατοικίας, με δυο λεμονιές και κάμποσες γλάστρες.
Στα κάγκελα του μπαλκονιού στερεωμένοι τρεις λαμπτήρες – από τους καινούργιους που μοιάζουν με κεριά, σκορπούσαν το αμυδρό τους υπογάλανο φως.

Παραγγείλαμε σουβλάκια από το κοντινό σουβλατζίδικο.
Είναι τέλεια!” μας λέει η οικοδέσποινα πριν πιάσει το ακουστικό για τη παραγγελία, “τα καλύτερα της περιοχής!”
Στους τοίχους παλιά πορτρέτα των προγόνων, του προπάππου, της προγιαγιάς σε βαριές κορνίζες να κοιτάζουν με ανέκφραστο, μουντό βλέμμα τους πολυκαιρισμένους καναπέδες, τις μπρούτζινες προτομές, τις φωτογραφίες με τα γελαστά νεανικά πρόσωπα στα τραπεζάκια.
Εσύ είσαι αυτή; Πολύ όμορφη!” της λέω χωρίς να ‘μαι και πολύ σίγουρη…
Εγώ!” λέει γελαστά “Τότε που ήμουν κοκέτα – πραγματικά με ενδιέφερε το στυλιζαρισμένο λουκ, η σικ εμφάνιση…! ”
Πω-πω! Κούκλα είσαι εδώ!”

Βγαίνεις τα βράδυα;” τη ρωτάω. “Όχι, που να πάω, μόνο το πρωί.”
Το πρωί;…”
Ε ναι! βγάζω το σκύλο βόλτα, ψωνίζω τρόφιμα, μαθαίνω τα νέα…”
Τι νέα δηλαδή;”
Ε να πολιτικής υφής, ας πούμε για τα εργοστάσια που κλείνουν – ένας τεχνίτης που μου φτιάχνει μερεμέτια εδώ στο σπίτι, μου ‘λεγε πως τον απέλυσαν πυξ-λαξ…”
Φοβερή κρίση” λέω, “αλλά δε γίνεται κάτι διαφορετικό – το να βγούμε απ’ το ευρώ θα μας κάνει φτωχότερους! – τουλάχιστον πολλοί έτσι λένε…”

Να γίνουμε! Εκατό φορές να φτωχύνουμε, μετά θα φτιάξουν τα πράγματα. Όλα θα ξεκινήσουν απ’ την αρχή, σε νέες υγιείς βάσεις.” λέει με το φαρδύ της εγκάρδιο χαμόγελο και με ύφος που δε σήκωνε αντιρρήσεις.  
Και να ζοριστούμε λίγο τι έγινε, μήπως τώρα είμαστε πλούσιοι;” Θα εννοεί σκέφτηκα πως τα παίρνουν όλα οι Τράπεζες. Της το λέω:
Ναι οι Τράπεζες, οι κάρτες…”
Όχι, εγώ ποτέ δεν ψωνίζω με κάρτα. Μόνο με μετρητά, αλλά τώρα τι να ψωνίσεις δε φτάνουν με τόσα άλλα έξοδα…”

Κουβέντες… Το κυριότερο ήταν ότι δεν έβγαινε τα βράδυα… Σαν επισκέπτρια που ήμουν στη γειτονιά δεν είχα καταλάβει τι μπορούσε να κρύβεται στους ημισκότεινους δρόμους. Κάποια περαστική προ ολίγου, με ιλιγγιώδες μίνι – μελαμψή με καλλίγραμμα πόδια – “Εντάξει μπορεί να είναι…”  Όμως εκείνη δε βγαίνει παρά για τα ψώνια και για να μάθει τα νέα…
Τα βράδυα τι κάνεις; ” “Πέφτω νωρίς για ύπνο – δέκα, έντεκα…”

Πέρασε λίγος καιρός για να υποψιαστώ πως αυτό που δεν την άφηνε να βγει ήταν ο Φόβος. Ο φόβος του να γίνεσαι ξένος στη γειτονιά σου που κατοικείται από ξένους, ο φόβος πως μπορεί να βρεις το μπελά σου, να σου επιτεθούν, να σε σκοτώσουν…

Όταν ήρθαν οι γονείς μου εδώ, δεν υπήρχε τίποτε γύρω. Μονάχα λιγοστές μονοκατοικίες με κήπους και οπωροφόρα. Η θέα απ’ το μπαλκόνι ήταν απεριόριστη – βλέπαμε ίσαμε το Φάληρο, τη θάλασσα… γιατί γύρω δεν υπήρχαν παρά άκτιστα οικόπεδα“.
Που μένανε πριν;” τη ρωτάω
Πλατεία Βικτωρίας, μετά αγόρασε ο πατέρας μου το σπίτι αυτό αφού συμφώνησε και η μητέρα μου, που της άρεσε που ήταν εξοχή και που ήταν τόσο μεγάλο και αρχοντικό – παρ’ όλες τις ερημιές…”
Σήμερα όμως ορίστε που φτάσαν τα πράγματα… πολύς κόσμος, όλο μπετόν - επιπλέον, γεμίσαμε αλλοδαπούς – πολλοί μαύροι κι όλας…”
Και πως πάνε τα πράγματα εδώ; Υπάρχει ασφάλεια;”
Εντάξει έχουμε συναγερμό, μετά δεν ανοίγω ποτέ την πόρτα αν δεν εξακριβώσω πρώτα ποιος είναι…”
Είδα προηγουμένως απέναντι μια Έβγα, πας εκεί καθόλου να ψωνίσεις;”
‘Οχι ποτέ, την έχουν κάτι ξένοι, τους αντιπαθώ, ούτε και θέλω να μπω…”

Ο Φόβος, να μη μπορείς να ξεμυτίσεις το βράδυ. Κι όταν το κάνεις να ‘ναι μόνο με ταξί που θα τηλεφωνήσεις να έρθει να σε πάρει. Όπως τη μέρα που συναντηθήκαμε στο Μπαζάρ 

Θα φάμε παρέα” μας λέει, όταν της προτείνουμε να πάμε κάπου κοντά, στο Κολωνάκι.
Θα παραγγείλω να μας φέρουν σπίτι!” μας λέει ευγενικά και πρόσχαρα. “Θα γνωρίσετε και τη μητέρα μου!” κι έτσι την πήγαμε στο σπίτι της:

Στη παλιά γειτονιά, τη Κυψέλη των μαθητικών χρόνων, των ήσυχων ζαχαροπλαστείων, των πρώτων μυστικών εκμυστηρεύσεων, των ζωηρών εντυπώσεων, των ορμητικών ενθουσιασμών είχε γίνει ένα γκέτο.
Μια απαγορευμένη περιοχή για τους κατοίκους της – τους ίδιους που μένανε από παλιά – τότε που “γύρω υπήρχανε μονάχα κήποι με οπωροφόρα και άκτιστα ακόμη οικόπεδα” – όσο κι αν αυτό μοιάζει απίστευτο για τον ευκαιριακό επισκέπτη, αλλά για όσους ζουν εκεί – για κάποιους τουλάχιστον που μένανε πάντα εκεί και δεν αντέχουν να βλέπουν αυτή τη μετάλλαξη, είναι πέρα για πέρα πιστευτό - αληθινό και οδυνηρό συνάμα.

Οι θαλασσιες οι χαντρες


2010
07.17

Οι θαλασσιές οι χάντρες

Αυτό το τραγούδι πάλι του αξέχαστου Μάνου Χατζηδάκι είναι εκπληκτικό…

Οι χάντρες είναι ό,τι πιο ευτελές αλλά δίνει μεγάλη χαρά και στολίζει οτιδήποτε – γαλάζιες χάντες είναι και για τη βασκανία, το γούρι, την καλή τύχη.

Στο νου μου έρχεται μια βραδιά σε γιορτή του σχολείου. Η Ελένη, η Αγγελική, η Ντάνα – όλες μια μακριά λαμέ φουστάνια με σχίσιμο στο πλάι να τραγουδάνε τις Χάντρες. Το πνεύμα της παρουσίασης ήταν να δοθεί το κλίμα του λαϊκού πάλκου. Της φθηνής και ποιοτικής διασκέδασης.

Όλες ήταν εκπληκτικές αλλά ποιος μπορούσε να σκεφτεί τότε πως η χαρά μπορεί να κρύβεται σε ό,τι πιο απλό αν βέβαια έχει εμπνευστή έναν δημιουργό υπεράνω βαρβαρότητας, χυδαιότητας, φθηνού αμοραλισμού

Ηθοποιος


2010
07.17

Ο Δημήτρης Χορν τραγουδάει με μονοδικό τρόπο τη δημιουργία του Μάνου Χατζηδάκη “Ηθοποιός”

Ηθοποιός σημαίνει Φως.
Αυτό τα λέει όλα: Στη σκηνή επάνω όλοι είμαστε ηθοποιοί με πρόσωπα στραμμένα στο φως των προβολέων – του προβολέα που είναι η αρχή της δημιουργίας μας.
Το φως που βγαίνει από αυτό τον προβολέα  είναι η αλήθεια ίδια.

Πάνω στη σκηνή τίποτε άλλο δεν πρέπει να διαχέεται στα πρόσωπα των ηθοποιών. Πάνω στη ζωή τίποτε δεν πρέπει να σκοτεινιάζει τα πρόσωπα των ανθρώπων.
Έτσι ηθοποιός και θεατής γίνονται ένα.

Λυκαβηττος


2009
12.08

Βγαίνοντας από το σπίτι ψιλόβρεχε, η ώρα ήταν εννιάμισυ. Τα αμυδρά φώτα του δρόμου φώτιζαν τα πεύκα νοτισμένα απ’ τη βροχή.  Η άσφαλτος γυάλιζε με τα άσπρα σημάδια που έδειχναν ακόμη πιο άσπρα μόλις οι δέσμες από τα φανάρια των αυτοκινήτων που περνούσαν έπεφταν επάνω τους. Το αμυδρά φωτισμένο παράθυρο ήταν εκεί μας έγνεφε φιλικά και στενοχωρημένα που το είχαμε αφήσει. Ήμασταν μέσα μόλις προ ολίγου, τώρα απομακρυνόμασταν από την οικεία του θαλπωρή. Περνώντας απ’ το Κολωνάκι θαυμάσαμε τα ωραία κτίρια της οδού Αναγνωστοπούλου εκεί ήταν και το σπίτι του Ανδρεάδη με τη βαρειά ξύλινη πόρτα. Ένας φρουρός στεκόταν στην είσοδο.

Μετά βγήκαμε στη Β. Σοφίας, το δένδρο στην πλατεία Συντάγματος δεν είχε ακόμη στηθεί – τα διαφαινόμενα επεισόδια από την πορεία για την επέτειο του θανάτου του άτυχου μαθητή Γρηγορόπουλου είχαν αποτρέψει τις ετοιμασίες. 
Η πλατεία ήταν αυτή την ώρα ερημική σχετικά – μόνο στην είσοδο του μετρό οι υπαίθριοι αλλοδαποί πωλητές είχαν ακόμη απλωμένη την πραμάτεια τους και κάποιοι τελευταίοι επιβάτες στέκονταν μπρος στις σκάλες λίγο πριν επιβιβασθούν στους συρμούς.

Η νύχτα μας έγνεφε φιλική ωστόσο απόμακρη κρυμένη μέσα στους ίσκιους του φεγγαριού και τις συστάδες των αραιών δένδρων της πλατείας.
Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τις σκάλες του μετρό. Πίσω μια μέρα ακόμη πλησίαζε στο τέλος της. Ο λόφος του Λυκαβηττού μας είχε αποχαιρετίσει όπως και η Λεωφ. Αλεξάνδρας, το Starbucks όπου είχαμε πιεί τον καφέ και γευτεί το σάντουιτς, το ωραίο σπίτι με τους γάτους και το σκύλο το Νέρωνα, τα σνίτσελ με το τυρί και το ζαμπόν, η σαγκρία, όλα είχαν γίνει παρελθόν.

Οι συζητήσεις κι αυτές είχαν περάσει και δεν είχε μείνει παρά ο απόηχος τους το βιβλίο του Π. Νιρβάνα “Έγκλημα στο Ψυχικό” - είχαμε πει για το νέο που έπαιξε το ρόλο του δολοφόνου του πάρκου και μετά δεν μπόρεσε να τον αποτινάξει πληρώνοντας για ένα έγκλημα που είχε κάνει κάποιος αόρατος δολοφόνος του οποίου το ρόλο είχε απερίσκεπτα ενδυθεί.

Λόγια, πράξεις, σκέψεις για μια ακόμη φορά είχαν φθάσει στο τέλος τους και δεν έμενε παρά  η αίσθηση της απουσίας τους μέσα από τις θρυμματισμένες τους εικόνες – η ζεστασιά όμως μιας επικείμενης επανάληψης τους, έσβυνε τους αχούς από την όλο και απομακρυνόμενη εικόνα που έφευγε μαζί με τον ιλιγγιωδώς κινούμενο συρμό.

Τραγουδιστης Αρχαγγελος


2009
12.08

Νησιά βραχώδη, ξερό τοπίο
Σε ξέφρενο ρυθμό τραγουδιστής
αρχάγγελος του πάθους
τραγουδιστής που χάνει τον εαυτό του
μονάχα αυτός απόμεινε κυρίαρχος.

Φωνάζει η εγκατάλειψη
στους δρόμους
στα ατελείωτα μποτιλιαρίσματα
Στη βιάση της ζωής τρέχουμε
Έλεος δεν ζητάμε
Νομίζουμε

Ο ρυθμός εκεί να σφυροκοπάει
μια γκρίζα πόλη
μια νύχτα απατηλή
με σφηνάκια και βλέμμα στο κενό
Ένας τέλειος διάκοσμος
αστραφτερό περιτύλιγμα – κι από κάτω
μια γεύση νόθα, απροσδιόριστη

Όμως κάτι νέο γεννιέται απ’ το παλιό ή
το παλιό αναπαράγει τον εαυτό του;
Της παρακμής εκπρόσωπος τραγουδιστής
Θεός αυτής της σύγχισης. [Εμπνευσμένο από "Thriller" του Michael Jackson]

Get Adobe Flash playerPlugin by wpburn.com wordpress themes