Ανθολογιο
12.11
-
Constantinos Cavafis 1863 – 1933
Απολειπειν ο Θεος Αντωνιον
Σαν έξαφνα ώρα μεσάνυχτ’ ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.
Ετσι πολυ ατενισα
Την ομορφιά έτσι πολύ ατένισα,
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,
και πέφτουν, λίγο επάνω στ’ άσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα της αγάπης όπως τάθελεν
η ποίησίς μου… μες στες νύχτες της νεότητός μου,
μέσα στες νύχτες μου κρυφά συναντημένα…

Kallimages
Villa Anemona

