Όλες οι δημοσιεύσεις από magikokouti

Προσεγγίζοντας το Ανέφικτο

Με την ταινία το Θεώρημα (1968) ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι ολοκληρώνει την Τριλογία του Ανέφικτου στον Έρωτα. Έχουν προηγηθεί οι ταινίες Ακατόνε (Ο Αλήτης /1961), Μάμα Ρόμα (1962). Με το Θεώρημα να εστιάζει στην ανώτερη τάξη και τα πάθη της ενώ οι προηγούμενες δύο – ο Ακατόνε τις φτωχογειτονιές και τα πάθη των ανθρώπων που ζουν σ’ αυτές, ενώ στο Μάμα Ρόμα τη λάμψη της της πόλης της Ρώμης  και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή που γινόταν για κάποιους ανθρώπους του περιθωρίου – στην περίπτωση αυτή, της «Μάμα Ρόμα», του αγοραίου έρωτα.

Η τριλογια της ερωτικης διαψευσης 3 ταινιεσ του π. π. παζολινι

Ακατόνε, Μάμα Ρόμα, Θεώρημα: τρεις ταινίες του Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1922 – 1975) με θέμα τον έρωτα ως μια βασική συνιστώσα του κοινωνικού περίγυρου. Συνιστώσα που δρα στο παρασκήνιο μη κατορθώνοντας να αλλάξει την πορεία μιας ύπαρξης πάντα δέσμιας των παθών της – πάθη, που μια κοινωνία κατά κάποιον τρόπο επιβάλλει.

Ακατόνε
Accatone – Ο Αλήτης 1961

Με το έργο Ακατόνε (ο Αλήτης) ξεκινά η αρχή του ξετυλίγματος του νήματος που υφαίνει τον ιστό των ερωτικών σχέσεων των ανθρώπων. Συνεχίζεται με τη Μάμα Ρόμα με φόντο στα περίχωρα της Ρώμης θεματικής ανάπτυξης της ζωής της φτωχής εκδιδόμενης γυναίκας που πραγματοποιεί το όνειρο της για μια καλύτερη ζωή στην πρωτεύουσα μαζί με το νεαρό γιο της. Καταλήγει με το Θεώρημα με την έλευση ως καταλύτης – ερωτικός θεός, του νεαρού (Επισκέπτης) στην πλούσια βίλα του αστού ιδιοκτήτη όπου θέτονται υπό την γοητεία του όλοι οι διαμένοντες εκεί, χωρίς κανείς τους να μπορεί να έχει μια πρωτοκαθεδρία.

Ο έρωτας σαν κινητήριος δύναμις και στα τρία έργα είναι καταστροφικός καθώς η ισχύς του δεν είναι αρκετή αφού εν τη γενέσει του περιέχει την έννοια της αυτονομίας από τον άλλο, την κριτική προς τον άλλο, εν τέλει την απόρριψη είτε από τον έναν είτε από τον άλλο.

Accatone
Franco Citti – Accatone

Η τριλογία ξεκινάει με τον Ακατόνε (1961). Η ζωή του Βιτόριο στις φτωχογειτονιές της Ρώμης δεν φαίνεται να πηγαίνει προς το καλύτερο καθώς η γυναίκα που τον συντηρούσε εκδιδόμενη συλλαμβάνεται και κλείνεται στη φυλακή. Η καινούργια του σύντροφος δεν είναι τόσο αφελής για να ζήσει μαζί του σύμφωνα με τις δικές του επιταγές – καθώς το να βρει μια κανονική δουλειά τον βρίσκει αντίθετο έτσι που είναι πλήρως διαβρωμένος από την εθιστική ζωή που διάγει – κάτι σαν ντόλτσε βίτα των φτωχών δηλαδή με το να βρίσκει λεφτά με άλλους τρόπους πλην των νομίμων. Η γυναίκα του τον έχει ήδη εγκαταλείψει μένοντας με τον μικρό γιο τους στον πατέρα της μαζί τον αδελφό της.

Anna Magnani
Anna Magnani Mamma Roma

Στη Μάμα Ρόμα (1962) το ίδιο: η αποκαλούμενη Mamma Roma – Άννα Μανιάνι, ζει με τον γιο της Ετόρε σε φτωχογειτονιά των περιχώρων του Λάζιο, Ρώμης. Ο γιος της δεν θέλει να σπουδάσει ή να δουλέψει γυρνώντας με τους φίλους του εδώ και ‘κει παραμένοντας ωστόσο το κύριο στήριγμα για τη μάνα του που θέλει να πάνε στη Ρώμη να βρουν ένα ωραίο διαμέρισμα να ζήσουν σαν άνθρωποι. Πράγματι πηγαίνουν εκεί, βρίσκει μια θέση στη λαϊκή να πουλάει πράγματα, το ίδιο με το διαμέρισμα που μοιάζει ικανό να στεγάσει όλα τους τα όνειρα. Η επίσκεψη του πατέρα Καρμίνε, (ο Φράνκο Τσίτι του Ακατόνε), δεν αλλάζει το σκηνικό καθώς αυτός διώχνεται από ‘κείνην με κατηγόριες ότι εκείνος φταίει για όσα δύσκολα έχει περάσει και προσπαθεί τώρα πια να ξεπεράσει.

Teorema
Terence Stamp – Teorema 1968

Στο Θεώρημα (1968) ο ερχομός του πανέμορφου ξένου Τέρενς Σταμπ (Επισκέπτης) γίνεται η αφορμή να εκδηλωθούν όλα τα καταπιεσμένα ερωτικά αισθήματα – της μάνας, των παιδιών, του συζύγου – Μάσιμο Τζιρότι, ακόμη και της υπηρέτριας μόνο που σ’ αυτή το αίσθημα της θρησκευτικότητας που διαθέται μεταθέτει το ερωτικό σε μια άλλη σφαίρα εκδήλωσης. Κανείς δεν κατέχει τον ξένο που μόλις τους κατακτήσει θα φύγει, κι αυτό δρα σαν καταλύτης που θα αναταράξει τον ερωτικό και συναισθηματικό συνακόλουθα, ψυχισμό ενός εκάστου.

Silvana Mangano
Silvana Mangano (Lucia) – Teorema

Εν τέλει και στα τρία έργα του Παζολίνι κυρίαρχο είναι το χρήμα – ο έρωτας δεν μπορεί να γίνει κυρίαρχος εξ αιτίας των καταστροφικών συνεπειών του πρώτου με όσα κακά φέρνει: και στα τρία έργα, εξαθλίωση των ηθών, εφήμερα στηρίγματα με μπακγκράουντ είτε τις φτωχογειτονιές του αστικού περίγυρου (τα δύο πρώτα), είτε τις απομονωμένες επαύλεις των πλούσιων αστών. Το χρήμα διαφθείρει συνειδήσεις από τη μια, από την άλλη αντί να εξανθρωπίσει καθιστά όλο και περισσότερο τον άνθρωπο έρμαιο των παθών του – καταπιεσμένα ή όχι. Η σωτηρία δεν έρχεται λοιπόν από τον έρωτα καθώς αυτός παραμένει ένα διακοσμητικό υπόβαθρο στην ολοένα καταβύθιση των ηρώων σε ένα απόλυτο αδιέξοδο, σε ένα αναπότρεπτο τελικά κενό ανυπαρξίας και ηθικής απαξίωσης.

Ο έρωτας υπάρχει πίσω από τις τρεις ιστορίες μόνο που δεν βρίσκεται στο προσκήνιο αλλά στο υπόβαθρο των όσων διαδραματίζονται ως επακόλουθα όλων, των συνεπειών του. Συνέπειες που καθορίζονται από τις κοινωνικές συνθήκες. Δηλαδή η δύναμη του καθίσταται τρόπον τινά ανίσχυρη. Ισχυρά είναι τα πάθη, τα καταπιεσμένα συναισθήματα, η οργή του απελπισμένου που δρα σαν καταστροφική μανία στα υποκείμενα του πάθους.

Χορός που συναρπάζει

Gloria Estefan

Από τους πιο γνωστούς έθνικ χορούς είναι η Σάμπα. Πατρίδα της η Βραζιλία όπου οι ήχοι της δεν ξεχύνονται μόνο κατά το καρναβάλι του Ρίο αλλά σε όλη την καθημερινότητα των δρόμων, των καφέ, στα διάφορα μέρη των αστικών κέντρων. Εκπρόσωπος της μουσικής κατά κύριο λόγο είναι ο Σέρτζιο Μέντες και ακολούθησαν και άλλοι αυτή την παράδοση.

Παράδοση που εξαπλώνεται σε όλα τα κράτη της Λατινικής Αμερικής με διάφορες παραλλαγές πλην της Αργεντινής που έμβλημα της έχει το Τάγκο – χορός περιπαθής σε αντίθεση με τη Σάμπα που είναι άκρως χαρούμενος και σε γρήγορο τέμπο – κρατώντας ωστόσο κάποια στοιχεία ηδυπάθειας κι αυτός. Στην Κούβα ανάλογος χορός είναι η Σάλσα – γρήγορος ρυθμός με ξέφρενες χορευτικές φιγούρες κι αυτός.

Gloria Estefan – Mi Tierra

Εκπρόσωποι αυτής της μουσικής εκτός από το Βραζιλιάνο Σέρτζιο Μέντες είναι η Σίλια Κρουζ, ο Τίτο Πουέντε με τα τύμπανα του, ο Κάρλος Σαντάνα, η Γκλόρια Εστεφάν.  Σήμερα πολλοί άνθρωποι ενδιαφέρονται να μάθουν τους εξωτικούς λάτιν χορούς κι έτσι προστρέχουν στις σχολές χορού. Σε μια βραδιά οργανωμένη από μια σχολή δεν θα μπορούσε να λείπει το τάγκο και η σάμπα.

Το ζευγάρι που χόρευε Σάμπα ήταν τέλειο. Συγχαρητήρια! τους είπαμε συνεπαρμένοι από το ρυθμό που είχαν μεταξύ τους με τις γρήγορες φιγούρες. Στροβιλίζονταν στην πίστα με τον ενθουσιασμό που δίνουν στη ψυχή και στο σώμα οι γρήγοροι ξέφρενοι ρυθμοί της μουσικής. Αυτές οι χώρες πραγματικά έχουν το ρυθμό και το χορό μέσα στο αίμα των κατοίκων τους, κι εμείς πάντα θα μένουμε με τη μαγεία των ρυθμών της μουσικής τους.

Arno Schmidt – Κατανόηση του Ακατανόητου

Arno Schmidt – Από τη ζωή ενός φαύνου

To ακατανόητο να αναλυθεί σε μεμονωμένα κατανοητότερα. Η φράση αυτή, με την οποία τελειώνει το πρώτο μέρος του έργου —«Από τη ζωή ενός Φαύνου» θα μπορούσε να συνοδεύει όλο το έργο του Schmidt

Από τη ζωή ενός φαύνου – Α΄έκδοση 1953

Και βέβαια κανείς δεν μπορεί να θυμώσει με τον Νοτιοευρωπαίο αναγνώστη, όταν ισχυρισθεί πως αυτή η προειδοποίηση είναι ήδη αρκετή, για ν’ αφήσει το βιβλίο ανέγγιχτο στο ράφι του βιβλιοπώλη. Η λογοτεχνία που μας προσελκύει δίχως κόπο, είναι αυτή που κάνει χρήση του ακατανόητου ως δεδομένου, ως στοιχείου της πλοκής, ως στοιχείου ενός μύθου και μας παρασύρει αβίαστα στη δίνη της ανάγνωσης, απαλάσσοντας μας από τον κόπο της επίπονης «περί και ένδον» σκόπησης.
Άλλοι πάλι αντιτείνουν πως η ανάλυση της πραγματικότητας δεν είναι αντικείμενο του έντεχνου ψυχαγωγικού λόγου αλλά της επιστημονικής ανάλυσης.

Η διαφωνία όμως ενός τμήματος της σύγχρονης λογοτεχνίας θα διατηρήσει για ορισμένους ευήκοους την πειστικότητα της. Εαν σαφώς η Εγελιανή θέση του Adorno ότι είναι αδύνατη μια ζωή ορθή μέσα στο ψεύδος είναι επίκαιρη κι αν αποδεχτούμε ότι ο 20ος Αιώνας μας εισήγαγε σε μιαν εποχή όπου δεσπόζει η δυνατότητα της τεχνικής αναπαραγωγής του έργου τέχνης απογυμνώνοντας το έτσι από την αύρα του δηλαδή την υπερβατικότητα του, τότε οι απαντήσεις παύουν να είναι αυτονόητες.

Arno Schmidt Foundation – Bargfeld – Photo Προέλευση: en Wikipedia

Arno Schmidt Foundation
Ίδρυμα Arno Schmidt

Δεν χωρεί αμφισβήτηση: η συμβατική λογοτεχνία ξεπερνά τέτοιου είδους προβληματσμούς με το ατσάλινο επιχείρημα της επιτυχίας της, με τον ίδιο τρόπο που το Hollywood, μπορεί να επικρατεί του «προσωπικού» Ευρωπαϊκου κινηματογράφου ή η βιομηχανική pop, της σοβαρής μουσικής. Η εποχή μας εκφράζεται αλλά παραμένει ασχολίστη, ο σχολιασμός περιθωριοποιείται.

Έτσι ενώ ο Arno Schmidt αναφέρεται με μια πνοή δίπλα στους Proust και Joyce, παραμένει αδιάβαστος όπως ακριβώς και οι δυο μεγάλοι ομότεχνοι του. Σαν να μην έφτανε αυτό, μοιράζεται την αμφίβολη τύχη άλλων σπουδαίων γερμανών συγγραφέων όπως οι Hans Henry Jawn και Ror Wolf που επειδή συνδιάζουν το ύφος της πατρίδας τους με τον βαρύ τευτονικό στοχασμό, ξενίζουν.
Αυτό όμως δεν πρέπει να προκαλεί μεγάλη έκπληξη γιατί ποιός γνωρίζει τον Wieland, τον Jean Paul Richter ή κι αν θέλετε τον ίδιο τον Goethe;

Arno Schmidt
Arno Schmidt

Ο Arno Schmidt γεννήθηκε στο Αμβούργο τη χρονιά που ξέσπασε ο A΄ παγκόσμιος πόλεμος. Ύστερα από το θάνατο του πατέρα του (1932) η οικογένεια μετακομίζει στη σιλεσιακή πατρίδα. Αυτά τα χρόνια στο γερμανόφωνο χώρο επικρατούν: το κίνημα Dada, το κινημα Bauhaus στην αρχιτεκτονική, ο εξπρεσσιονισμός στη ζωγραφική, τον κινηματογράφο, την ποίηση και το θέατρο, ενώ ο Schönberg και οι μαθητές του Anton Webern, Allan Berg και Νίκος Σκαλκώτας ανακαλύπτουν και εξερευνούν την δωδεκαφθογγική μουσική.

Ο νεαρός ποιητής Arno Schmidt που κάποιες ποιητικές του δοκιμές απορρίπτονται από τον Herman Hesse δουλεύει ως υπάλληλος λογιστηρίου στο εργοστάσιο παραγωγής ενδυμάτων Greiff, παντρεύεται την Alice Murawski και ζει τη διπλή ζωή του βουβού υπαλλήλου και του ρομαντικού μελετητή της λογοτεχνίας. Η αδελφή του Lucy μεταναστεύει μαζί με τον εβραίο άνδρα της το 1933 στην Αμερική ενώ ο συγγραφέας παρά την κακή του όραση, καλείται στο στρατό το 1939 και περνά το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στη Νορβηγία.

Με την κατάρρευση του μετώπου πέφτει αιχμάλωτος πολέμου στα χέρια των Άγγλων. Έπειτα από μια σύντομη αιχμαλωσία εργάζεται ως διερμηνέας της αστυνομίας των δυνάμεων κατοχής ώσπου αποφασίζει -αν και δεν είχε στη δυτική ζώνη πόρους- να αφιερωθεί στη συγγραφή. Κάτω από απίστευτες στερήσεις γράφονται τα πρώτα δαιμονισμένα διηγήματα με σπουδαιότερο το Leviathan. Όπως μας πληροφορεί η Susanne Fischer, στην κριτική έκδοση του κειμένου, ο συγγραφέας σημειώνει πάνω στο χειρόγραφο ότι η ιδέα για το κείμενο του ήρθε στις 15-16/8/1946 το σχεδίασμα έγινε στις 2/10/1946 και η καταγραφή στο διάστημα 3-22/1/1946. Το κείμενο έπειτα από περιπέτειες στα τέλη Οκτωβρίου 1949 εκδίδεται από τις εκδόσεις Rowohlt μαζί με δυο ακόμη κείμενα. Για την περίοδο εκείνη γνωρίζουμε πως το ζεύγος Schmidt φυτοζωούσε κυριολεχτικά ζώντας με μανιτάρια και καβουρντισμένα βελανίδια περιμένοντας αραιά και που κάποια δέματα που έστελνε η αδελφή του συγγραφέα από την Αμερική.

Στις 14/1/1951 ο Αlfred Doblin -νεανικό ίνδαλμα του συγγραφέα- του απονέμει το μέγα βραβείο της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών.
Ο ίδιος ο Arno Schmidt θεωρούσε ότι αυτό το κείμενο ήταν επηρεασμένο από το «Εύρηκα» του E.A. Poe. Πέρα όμως από αυτό, ο Λεβιάθαν αποτελεί τη δραματική αντίδραση του συγγραφέα στην άμεση μαρτυρία των εχθροπραξιών στο ανατολικό μέτωπο ενώ παράλληλα μια ελεγεία στη χαμένη νεανική του αγάπη Anna Wolf, την οποία μάλιστα αναφέρει με το όνομα της μέσα στο κείμενο.

Arno Schmidt Foundation – Bargfeld – Photo Προέλευση: en Wikipedia

O Άρνο Σμιτ είναι ο πιο μοντέρνος γερμανός συγγραφέας της εποχής μας. Aπό τα πρώτα του κιόλας έργα απέκτησε -δικαίως- τη φήμη του ιδιοφυούς λογοτέχνη και του πρωτοπόρου στην αναζήτηση νέων μορφών γραφής και απέσπασε το θαυμασμό μεγάλων συγγραφέων, όπως του Xέρμαν Έσσε. Mάστορας της γλωσσοπλασίας και του λογοπαιγνίου, του υπαινιγμού και της συγκαλυμμένης αναφοράς, ο Άρνο Σμιτ λέγεται ότι δεν μπορεί να μεταφραστεί σε άλλη γλώσσα. Kαι πράγματι πολλά έργα του είναι αδύνατο να μεταφραστούν, όπως συμβαίνει και με το μεγάλο Iρλανδό Tζέιμς Tζόυς. Εν ζωή δεν κέρδισε από τα βιβλία του και λόγω οικονομικής ανέχειας, τα τελευταία χρόνια της ζωής του συντηρούνταν από τον φιλόλογο και συγγραφέα Jan Philipp Reemtsma – κληρονόμο του βιομηχάνου Jan Philipp Reemtsma, των γερμανικών τσιγάρων.

Σε συνεργασία με το ίδρυμα Άρνο Σμιτ (Arno Schmidt Foundation) και τον εκδοτικό οίκο Fischer, οι Eκδόσεις Kριτική παρουσιάζουν στο ελληνικό κοινό για πρώτη φορά έργο του Σμιτ μεταφρασμένο στη γλώσσα μας.
— Τριλογία Arno Schmidt, Tο «Mικρό μυθιστόρημα»: Aπό τη ζωή ενός Φαύνου (Κριτική 1992), πρώτο μέρος της τριλογίας, Το Ρουμάνι του Μπραντ (Οδυσσέας 1994), β΄μέρος, Tα παιδιά του Nομποντάντυ, γ΄μέρος, περιγράφει δεκατρείς ημέρες από τη ζωή ενός δημόσιου υπάλληλου πριν και μετά τον πόλεμο και αποτελεί μια καυστική κριτική του γερμανικού μικροαστισμού,

Από το πολύτομο έργο του στην ελληνική γλώσσα έχουν μεταφρασθεί: Λεβιάθαν μτφ. Γιάννης Κοιλής εκδ Οδυσσέας 1994, (Leviathan 1949) To ρουμάνι του Μπραντ μτφ. Γιάννης Κοιλής εκδ Οδυσσέας 1994, Από τη ζωή ενός Φαύνου μτφ. Γ. Κοιλής εκδ Κριτική 1992 (Aus dem Leben eines Fauns 1953), Mαύρος Καθρέφτης (Schwarze Spiegel) μτφ Κοιλής Γ. εκδ Οδυσσέας (υπό έκδοση)

Frida Kahlo Η ζωγραφική είναι η δική μου πραγματικότητα

Frida Kahlo
Frida Kahlo – Αυτοπροσωπογραφία με λουλούδια σε πράσινο φόντο

Η Φρίντα Κάλο (Frida Kahlo) υπήρξε Μεξικανή ζωγράφος που στην εποχή της διαδραμάτησε ενεργό ρόλο στα δρώμενα καλλιτεχνικά και όχι μόνο, της πατρίδας της και που απέκτησε φήμη ιδιαίτερα μεγάλη στις γειτονικές ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη – δεδομένου ότι ο Αντρέ Μπρεσόν – υπερεαλιστής ζωγράφος, το 1938 σε ένα ταξίδι του στο Μεξικό, διέκρινε στο ζωγραφικό της έργο παραπλήσειες τάσεις με τον σουρεαλισμό και της πρότεινε να συμμετάσχει με άλλους σουρεαλιστές ζωγράφους σε μια έκθεση στο Παρίσι. Εκείνη σαν απάντηση του λέει, πως το έργο της «δεν είναι όνειρο αλλά η προσωπική της πραγματικότητα«.

Η Φρίντα Κάλο γεννήθηκε το 1907 (6/7), στο Κογιοακάν του Μεξικού και πέρασε στην παιδική της ηλικία πολυομελίτιδα που όμως επιδεινώθηκε το 1925, από ένα ατύχημα εξ αιτίας σύγκρουσης λεωφορείου με τραμ, όταν ήταν 19 ετών. Αυτό της δημιούργησε πρόβλημα που ωστόσο δεν την παρεμπόδισε από το να ζωγραφίζει αλλά και να παντρευτεί σε λίγο – το 1929, τον διάσημο Μεξικανό ζωγράφο για τις τοιχογραφίες του και τα ζωγραφικά του έργα – τεχνοτροπίας προκολομβιανής εποχής, Ντιέγκο Ριβέρα (Diego Rivera).

Ήταν η εποχή μετά το ατύχημα, που η Φρίντα αναρρώνοντας, παρακολουθούσε μαθήματα ζωγραφικής – που έδειξε στον Ριβέρα με τον οποίον είχαν γνωρισθεί σε καλλιτεχνικούς κύκλους, τους πίνακες της. Η τεχνοτροπία στους πίνακες της ήταν αντίθετη με του Ριβέρα καθώς ήταν πιστή στη μεξικάνικη κουλτούρα (mexicanidad) περιλαμβάνοντας ακόμη και τα τάματα (retablos) που αποτελούσαν διαδεδομένη μορφή ευχαριστίας του Μεξικανικού λαού προς την Παναγία. Δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο ένα κράμα naif μαζί με το folklore, της τοπικής Μεξικάνικης παράδοσης.

Αργότερα χώρισαν λόγω του ότι είχε δημιουργήσει άλλον δεσμό με τον Αμερικανό Νίκολας Μάρει που είχε γνωρίσει στη Νέα Υόρκη – στα χρόνια της παραμονής της με τον σύζυγο της Ριβέρα στις ΗΠΑ. Μετανιωμένη έχοντας ήδη ζωγραφίσει λίγο καιρό πριν χωρίσει ανάλογο πίνακα με τον τίτλο «οι δύο Φρίντες» – με θέμα το επικείμενο διαζύγιο, ξαναπαντρεύεται τον Ριβέρα.

Η ζωή της στάθηκε σύντομη – πέθανε στα 47 της, το 1954 (13/7) στο Κογιοακάν γενέτειρα της, όμως το έργο της γεμάτο από το φως και τα χρώματα μιας φύσης άλλοτε άνυδρης άλλοτε τροπικής του Μεξικού πρόλαβε να γίνει ήδη γνωστό έξω από τα σύνορα της πατρίδας της σε Αμερική και Ευρώπη.

Η Μεξικάνικη κυβέρνηση το 2010, έβγαλε το χαρτονόμισμα των 500 πέσος με τα πρόσωπα του ζεύγους Φρίντα Κάλο – Ντιέγκο Ριβέρα σαν φόρος τιμής στη καλλιτεχνική τους προσφορά, – επ’ ευκαιρία της 200ης επετείου της ανεξαρτησίας του Μεξικού και 100ή της Μεξικανικής επανάστασης.

Η κατοικία της Φρίντας Κάλο στο Κογιοακάν, γνωστή σαν Γαλάζιο σπίτι (Casa Azul), σήμερα είναι μουσείο με τα προσωπικά της είδη εκτός από τους πίνακες, όπου οι επισκέπτες μπορούν να καθήσουν στην αυλή μετά από την περιήγηση τους στο εσωτερικό του σπιτιού Γνωστό στους ταξιδιώτες σαν «La Casa Azul», δωρήθηκε μετά θάνατον στο κράτος από τον Diego Rivera. Είναι ένα σπίτι με κυρίαρχα στοιχεία το έντονο γαλάζιο των χαμηλών τοίχων και το πράσινο των τροπικών αλλά και της ερήμου φυτών στον εσωτερικό χώρο της αυλής (patio) – εναρμονισμένο με τη Μεξικάνικη τοπική αρχιτεκτονική.

To 2002 η ταινία Frida κέρδισε 2 Όσκαρ και του πρώτου ρόλου,  υποψηφιότητα της πρωταγωνίστριας Salma Hayek.

Δύο πρωϊνά στους Δελφούς

Jacqueline de Romilly
Jacqueline de Romilly

Jacqueline de Romilly – Δύο πρωϊνά στους Δελφούς
Είχα έλθει στους Δελφούς με κάποιους φίλους από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας, που είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια για την αποκάλυψη των Δελφών. Πράγματι εδώ πρέπει να φανταστούμε ένα από τα μεγάλα αρχαιολογικά βήματα της ιστορίας. Οι Δελφοί στη σύγχρονη εποχή, ήταν κυριολεκτικά εξαφανισμένοι! Χρησιμοποιώ τη λέξη με όλη τη σημασία της: το χώμα είχε σκεπάσει ό,τι είχε απομείνει από το περιώνυμο ιερό του Απόλλωνα και το μαντείο του· όλα είχαν εξαφανιστεί και η πόλη και οι ναοί και οι κίονες και τα αγάλματα.

Το χώμα είχε καλύψει τα πάντα και κανείς δεν ήξερε, ούτε κατά προσέγγιση, πού βρί­σκονταν οι περίφημοι Δελφοί. Όσα βλέπουμε σήμερα βρέθηκαν μόλις πριν από έναν αιώνα. Με πεισματική εργασία η περιοχή καθαρίστηκε από όλες τις επιχωματώσεις, και τα ευρήματα ταξινομήθηκαν, αποκαταστάθηκαν -όσα βέβαια ήταν δυνατόν να αποκατασταθούν- και τοποθετήθηκαν με πολλή προσοχή σε ένα μου­σείο, σε μια εποχή που δεν ήταν εφικτό να γίνουν περισσότερα. Η ανακάλυψη της αρχαίας τοποθεσίας επανέφερε τους επισκέπτες. Ο τόπος ξαναβρήκε τη ζωντάνια του και ξανακούγονταν, όπως άλλοτε, ομιλίες σε κάθε γλώσσα στα πόδια των Φαιδριάδων.

Jacqueline De Romilly

Η Γαλλική Σχολή της Αθήνας που διενεργούσε τις ανασκαφές, διέθετε ένα μικρό κατάλυμα εκεί πλάι και έτσι μπόρεσα να μείνω για μια νύχτα, σε ένα δωμάτιο, από όπου ήταν εύκολο να έχω άμεση πρόσβαση στον ιερό χώρο, κάθε στιγμή. Πράγμα που φυσι­κά εκμεταλλεύτηκα πολύ νωρίς το πρωί· δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την ανάμνηση. Είχα καθηλωθεί στην πόρτα που μόλις διάβηκα δειλά και έκθαμβη. Βρισκόμουν εδώ, στο κατώφλι αυτού του απα­γορευμένου για όλους χώρου, στο κατώφλι ενός χρόνου που δεν άνηκε πια ούτε στο παρελθόν ούτε στο παρόν. Ήξερα ότι ο τόπος αυτός υπήρξε κέντρο λαμπρών εορτασμών, μεγάλων συγκινήσεων και μιας μεγαλόπρεπης ομορφιάς που συγκινούσε τους πάντες. Επιπλέον υπήρχαν τα πλήθη του παρελθόντος. Και τώρα, μετά το διάβα τόσων αιώνων, υπάρχουν τα πλήθη των επισκεπτών που περιφέρονται ανάμεσα στα αναστυλωμένα ερείπια, φλυαρούν στις διαφορετικές γλώσσες τους, βγάζουν φωτογραφίες, σταμα­τούν για να καδράρουν μια εικόνα, και έπειτα τρέχουν βιαστικά για να συναντήσουν την ομάδα τους.

«Από το Φλάουτο στην Απολλώνια λύρα», μτφρ. Μπάμπη Αθανασίου και Κατερίνα Μηλιαρέση, έκδ. Graal/To Άστυ Αθήνα 2005. Το άλμπουμ με τις φωτογραφίες βρίσκεται στο τέλος του κειμένου.

Από pro-europa.eu

Φονικός τυφώνας

Τυφώνας Χάτο
Hong Kong: Το πέρασμα του τυφώνα Hato

Ο αριθμός των νεκρών από το καταστροφικό πέρασμα του τυφώνα Χάτο από το Χονγκ Κονγκ και τη νότια Κίνα, αυξήθηκε στους 12.

Οκτώ άνθρωποι σκοτώθηκαν στο Μακάο που επλήγη από εκτεταμένες πλημμύρες. Εικόνες που προβάλλονται από τηλεοπτικά δίκτυα φαίνονται αυτοκίνητα να έχουν βυθιστεί κάτω από το νερό και άνθρωποι να επιχειρούν να διασχίσουν τους δρόμους κολυμπώντας.

Πολλές περιοχές βυθίστηκαν στο σκοτάδι λόγω της διακοπής ηλεκτροδότησης από την κακοκαιρία και τα καζίνο στην περιοχή λειτουργούν χάρη στις γεννήτριες. Προβλήματα έχουν διαπιστωθεί και στην υδροδότηση, ενώ περίπου 50 πτήσεις ακυρώθηκαν.

Στο Χονγκ Κονγκ οι θυελλώδεις άνεμοι και οι ισχυρές βροχοπτώσεις προκάλεσαν τον θάνατο ενός άνδρα, 83 ετών, που έπεσε στην θάλασσα και τον τραυματισμό 120 ανθρώπων. Ο τυφώνας είχε ως αποτέλεσμα να καθηλωθούν στο έδαφος εκατοντάδες αεροσκάφη και να παραμείνει κλειστό το Χρηματιστήριο.

Οι μετεωρολογικές υπηρεσίες κήρυξαν την περιοχή σε κατάσταση ύψιστου συναγερμού, στην κλίμακα 10.

Η ταχύτητα των ανέμων ανήλθε σε 207 χιλιόμετρα ανά ώρα με αποτέλεσμα δρόμοι να καταστούν απροσπέλαστοι εξαιτίας των δέντρων που ξεριζώθηκαν. Οι βιτρίνες πολλών καταστημάτων έσπασαν.

Περισσότερες από 400 πτήσεις ακυρώθηκαν, τα δρομολόγια των λεωφορείων και του μετρό έχουν ελαττωθεί ενώ εκείνα των φέρι έχουν ανασταλεί.

Από kontranews.gr

Ηδονές και μέρες

Les Plaisirs et les Jours – 1896 Marcle Proust – Τα πρώτα κείμενα

Ηδονές και Μέρες – εκδ. Ηριδανός

Μετά τον «Αδιάφορο και άλλα νεανικά διηγήματα» το δεύτερο βιβλίο «Ηδονές και μέρες» (1896) με συλλογή διηγημάτων, κινείται στα ίδια πλαίσια που προετοίμασαν το μεγάλο έργο του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο».

Οι «Ηδονές και μέρες» (Les Plaisirs et les Jours τίτλος πρωτοτύπου), τα νεανικά διηγήματα του Μαρσέλ Προυστ, αποτελούν τον προάγγελο του μετέπειτα, πασίγνωστου σήμερα, πολύ σημαντικού συγγραφικού του έργου. Περιέχουν στοιχεία αυτοβιογραφικά, ενώ συγχρόνως μας μεταφέρουν την εικόνα της εποχής του. Σύμφωνα με το συγγραφέα, «το βιβλίο είναι το προϊόν ενός άλλου εγώ», που παρατηρεί, καταγράφει και μεταφέρει αυτά που διαδραματίζονται στα κοσμικά και λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής, την καθημερινή ζωή, τις εσωτερικές συγκρούσεις.

(Γόνος πλούσιας, αστικής οικογένειας -ο πατέρας του ήταν φημισμένος γιατρός- ο Μαρσέλ δεν άργησε να βρεθεί στο περιβάλλον της υψηλής κοινωνίας της πρωτεύουσας και άρχισε να δημοσιεύει άρθρα κοσμικού περιεχομένου σε διάφορα έντυπα.)

Μαρσέλ Προυστ Το τέλος της ζήλειας
Τέρψεις και Ημέραι Το Τέλος της Ζήλεια εκδ. Άγρα

Περιγράφει με τρόπο μοναδικό τις χαρές, τις λύπες, τις ελπίδες, τα όνειρα, τις αγωνίες των κοσμικών αλλά και των απλών ανθρώπων και συγχρόνως την απογοήτευση, τη ζήλια, τον πόνο και το θάνατο. Η ποίηση, ο λυρισμός, η μουσική, τα χρώματα και η ευαισθησία του συγγραφέα θα αγγίξουν την ψυχή του αναγνώστη…

Περιλαμβάνονται τα διηγήματα: – «Ο θάνατος του Βαλτασάρ Σιλβανδού, υποκόμη της Συλβανίας»
– «Βιολάντη ή Η κοσμική ζωή»
– «Κοσμικά και μουσικά Μπουβαρδή και Πεκουσέτου»
– «Η εξομολόγηση μιας κοπέλας»
– «Το τέλος της ζήλειας»

Marcel Proust - Plaisirs et Jours
Ηδονές και Μέρες

«Ποια στοιχεία έχουν κοινά το πρώτο έργο του Προυστ και το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο»; Είναι στοιχεία πάσης φύσεως. Ροπή προς την ψυχολογική ανάλυση, προς την ανθρώπινη ή την κοινωνική τυπολογία, τάση προς τη διαμόρφωση συμβόλων και την υφολογική μορφολόγηση του ποιητικώς εκφράζεσθαι (η οποία και συγκερνά την κατάχρηση φιλολογικού ναρκισισμού και ουδετερώνει το ρεαλισμό). Άλλα στοιχεία, προσωπικότερα, αναφέρονται στην προυστική θεματολογία στο επίπεδο των αντικειμένων, των ιδεών ή των συναισθημάτων: τα λουλούδια, τα καράβια ή τα σύννεφα, η θάλασσα, το βουνό, η διαλεκτική σχέση απουσίας και φαντασίας, η σχέση ανάμεσα στον έρωτα, τη ζήλεια και τη μοναξιά, η αντιστικτική συμπαράθεση του θανάτου και του χρόνου, η σημασία των γραμμάτων, της μουσικής, της ζωγραφικής, η επιλεκτική περιγραφή των κοσμικών κύκλων, η νοσταλγία της εφηβείας που έχει διαφθαρεί από μια πρώτη εμπειρία, η ανάλυση της γυναικείας διαστροφής.»

Εκδόσεις Ηριδανός Ηδονές και μέρες

Άρρωστο Πάθος

ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ 1871 – 1922 (51)

Ο Αδιάφορος

Ο Αδιάφορος έργο νεανικό γλαφυρό προανάκρουσμα του κατοπινού έργου ζωής, του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» (A la recherche du Temps Perdu». Έργο ζωής και ψυχής συνάμα, όπου εκεί ο Προυστ περιέγραψε τους ανθρώπινους χαρακτήρες (που τον ενδιέφεραν και δημιούργησε), σε όλη τη γκάμα της εσωτερικής και εξωτερικής καθημερινότητας τους: οι υψηλοί καλεσμένοι, τα κρυφά αισθήματα, οι περίτεχνες ενασχολήσεις, τα κοσμικά σαλόνια του Παρισιού – με επίκεντρο πάντα τις δαιδαλώδεις διακυμάνσεις των ερωτικών συναισθημάτων, την χαρά και την απελπισία – μαζί μ’ αυτή του λουλουδιού (ορχιδέας συνήθως) που καρφιτσώνεται στο ένδυμα το βράδυ, για να μαραθεί μόλις τα φώτα της γιορτής σβήσουν με τον αφηγητή πάντα παρόντα: ένα άγρυπνο μάτι, να παρακολουθεί τους αγαπημένους του.

Άρρωστο Πάθος: Ο ΑΔΙΑΦΟΡΟΣ (1896)
Ο Μαρσέλ Προυστ ολοκληρώνει δίνοντας προς δημοσίευση στη La Vie contemporaine et Revue parisienne Réunies τον «Αδιάφορο» το 1896, που μαζί με άλλα σύντομα διηγήματα αποτελούν το προάγγελμα για το μεγάλο έργο που θα έγραφε – το «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο»: εδώ συναντάμε τα πιο γνωστά θέματα αυτού του κατοπινού μεγάλου έργου του: τις κρίσεις άσθματος, τις κατλέγιες, την όπερα, – κυρίως όμως αυτό της βίωσης (cristallisation κατά τον Στεντάλ στο έργο του «Περί έρωτος») – του έρωτα που θα αναπτύξει διεξοδικότερα στο «Ένας έρωτας του Σουάν», καθώς και τις εξιστορήσεις των συναισθηματικών διακυμάνσεων του αφηγητή προς τη δούκισα ντε Γκερμάντ, και την Αλμπερτίν, στο 3ο και 4ο τόμο με τον γενικό υπότιλο (Σόδομα και Γόμορα).

L’ Indifférent – Marcel Proust

Εισαγωγή: Το έργο αυτό «ο Αδιάφορος»,  δεν έγινε γνωστό στο ευρύτερο κοινό παρά μόνον το 1978 που εξεδόθη από τον εκδ. οίκο Gallimard, καθώς τότε το ανακάλυψε στις εφήμερες σελίδες του παλιού περιοδικού, ο Philip Kolb μελετητής και επιμελητής της έκδοσης της αλληλογραφίας του Μαρσέλ Προυστ.

Μπορεί να υποθέσει ακόμη κανείς πως γράφτηκε το 1893 τότε που ο Προυστ δεν ήταν παρά μόνον 22 ετών. Είναι ένα σύντομο – στην μετέπειτα έκδοση του Γκαλιμάρ, μόλις 80 σελίδες), κομψής γραφής διήγημα, για τον απελπισμένο έρωτα της Μαντλέν ντε Γκουβρ προς τον Λεπρέ έναν μυστηριώδη ωραίο νεαρό «μ’ ένα πρόσωπο εποχής Λουδοβίκου 13ου, λεπτό και αριστοκρατικό», όπως η ίδια τον αναπολεί στη μοναξιά του σπιτιού της.

Υπόθεση: Η κ. Μαντλέν ντε Γκουβρ χήρα, είναι από τις πιο ωραίες, ευφυείς, κομψές γυναίκες των Παρισινών κοσμικών σαλονιών της εποχής αυτής του τέλους του 19ου αιώνα. Με δυο λόγια είναι μια περιζήτητη ύπαρξη. Στην αρχή δεν δίνει σημασία στον ήδη γνώριμο της Λεπρέ από κάποιες κοσμικές συναντήσεις. Όμως τη βραδυά της Όπερας τον προσέχει ιδιαίτερα, καθώς εκείνος δεν έρχεται να καθίσει μαζί της στο θεωρείο γιατί όπως λέει στη φίλη της «δεν έχει καθόλου χρόνο και πρέπει να αναχωρήσει».

Εξέλιξη: Ποτέ ο Λεπρέ δεν φαίνεται να έχει καθόλου χρόνο να της αφιερώσει, οι συναντήσεις τους ως καλεσμένοι σε δείπνα κοινών φίλων παραμένουν αραιές. Θέλοντας να μάθει κάτι που ίσως φώτιζε την αιτία της άρνησης εκ μέρους του των επίμονων προσκλήσεων της απευθύνεται σε κοινούς φίλους ρωτώντας για το άτομο του:
«Ο Λεπρέ είναι ένας γοητευτικός νέος, έχει όμως ένα βίτσιο: του αρέσουν οι χυδαίες γυναίκες. αυτές που μαζεύει κανείς από το βούρκο, και τις αγαπάει μέχρι τρέλας. Μερικές φορές μάλιστα περνάει τις νύχτες του στα προάστια ή στις περιφερειακές λεωφόρους ριψοκινδυνεύοντας να τον σκοτώσουν κι όχι μόνο τις αγαπάει σαν τρελός αλλά δεν αγαπάει παρά μονάχα αυτές. Παραμένει εντελώς αδιάφορος ακόμη και μπροστά στην πιο ελκυστική γυναίκα της καλής κοινωνίας, την πιο ιδανική κοπέλα. Δεν τις προσέχει καν. Οι απολαύσεις του, οι ενασχολήσεις του, η ζωή του γενικά είναι αλλού.» (Εδώ παρατηρούμε μια έντονη ομοιότητα με τη θεματική του Όσκαρ Ουάιλντ ειδικότερα στο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» – συγγραφεύς που μαζί με τον Ράσκιν, ήταν από τους προσφιλείς στον Προυστ).

Ανατροπή: Συντετριμένη από τις πληροφορίες αυτές, υπό το βάρος του συνεχώς αυξανόμενου έρωτα της προς αυτόν υποδαυλιζόμενος συνεχώς από τις επίμονες πάντα αρνήσεις του πως» δεν έχει καθόλου χρόνο», τελικά του εξομολογείται τον έρωτα της σε μία επιστολή και εκείνος της απαντά πως «θα αστειεύται», ελπίζοντας ωστόσο πως θα μπορούσε έστω να διατηρήσει μια φιλία μαζί του. Όμως κι αυτό θα απορριφθεί από εκείνον πάντα με τη γνωστή αιτία πρόφαση της έλλειψης του χρόνου πως «είναι πολύ απασχολημένος, δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να διαθέσει πάνω από μια μέρα το δεκαπενθήμερο».

Τέλος: Αυτό ήταν που κάνει την αυλαία μεταξύ τους να πέσει οριστικά: ακόμη και στη φιλία που εκείνη του προτείνει αυτός της απαντά «πως δεν έχει χρόνο». Το ίδιο τότε κάνει κι αυτή, γράφοντας του «τελικά ούτε κι εγώ έχω χρόνο. Ας αποχαιρετισθούμε λοιπόν εδώ, καλέ μου φίλε» σε μια προσπάθεια να σώσει την πληγωμένη της υπερηφάνεια.

Αν και σε πολύ νεαρή ηλικία 22 ετών, ο συγγραφεύς χειρίζεται με μεγάλη άνεση τον αργόστροφο κόσμο των εσωτερικών συναισθημάτων που σιωπηλά, επίμονα κινούνται στην εσώτερη ύπαρξη μας θέλοντας να βρουν έκφραση, διέξοδο και συνακόλουθα την ανταπόκριση τους. Όπως η Οντέτ ντε Κρεσύ στον «Χαμένο χρόνο» δεν ήταν ο τύπος του Σουάν, έτσι και στον «Αδιάφορο» τελικά ο Λεπρέ δεν ήταν ο τύπος της Μαντλέν ντε Γκουβρ.

«Το επόμενο βράδυ, στις οκτώ ανήγγειλαν στη Μαντλέν την άφιξη του κ. Λεπρέ. Κατευθύνθηκε στο σαλόνι. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, οι λάμπες δεν είχαν ανάψει ακόμη, κι εκείνος την περίμενε στο μπαλκόνι. Λίγο πιο πέρα μερικά σπίτια περιτριγυρισμένα από κήπους αναπαύονταν στο γλυκό βραδινό φως, απόμακρο, ανατολικό κι ευλαβικό, θαρρείς και ήταν η Ιερουσαλήμ. Το αραιό και απαλό σαν χάδι φως έδινε σε κάθε αντικείμενο μια εντελώς νέα αξία, σχεδόν συγκινητική. Μια φωτισμένη χειράμαξα στη μέση του σκοτεινού δρόμου προκαλούσε συγκίνηση, καθώς και λίγο πιο πέρα ο σκούρος, σχεδόν νυχτερινός κορμός μιας καστανιάς κάτω από τη φυλλωσιά της, έτσι όπως λουζόταν ακόμη στις αχτίνες. Στο τέρμα της λεωφόρου, η δύση έκλινε περίλαμπρα σαν αψίδα θριάμβου διακοσμημένη με χρυσάφια και ουράνιες πρασινάδες. Στο διπλανό παράθυρο κάποια κεφάλια διαβάζανε σκυμμένα με οικεία επιτήδευση. Πλησιάζοντας τον Λεπρέ, η Μαντλέν ένιωσε την κατευναστική γλυκύτητα απ’ όλα αυτά τα πράγματα να καταπραϋνει, να απαλύνει, να μισανοίγει την καρδιά της, και συγκρατήθηκε για να μην κλάψει. Εκείνος πάλι, πιο όμορφος απόψε και πιο γοητευτικός της έκανε διακριτικές φιλοφρονήσεις, κάτι που δεν είχε κάνει μέχρι τότε«.

Μετά από δύο χρόνια γιατρεμένη από το άρρωστο πάθος της θα παντρευτεί τον δούκα ντε Μορτάν με τον οποίο θα περάσει άλλα σαράντα χρόνια της ζωής της.

Εκδόσεις Πατάκη σειρά Πολύτιμοι Λίθοι 2015

Όσοι γνωρίζουν Γαλλικά ας ακούσουν την ανάγνωση του διηγήματος εδώ

Wraps με κοτόπουλο και μανιτάρια

Τορτίγια με κοτόπουλο

Η εξαιρετική γεύση αυτού του τυλιχτού προκύπτει από το κοτόπουλο! Κομμένο σε μικρούς κύβους ανεμεμειγμένο με την πιπεριά και τα μανιτάρια μαζί με τη σάλτσα μαγιονέζας είναι μια ιδιαίτερα ευχάριστη γευστική εμπειρία!

Υλικά:

  • 1 πακέτο Τορτίγιες
  • 1 στήθος κοτόπουλο
  • μανιτάρια (τύπου oyster κατά προτίμηση)
  • κρεμμύδι ξερό
  • πιπεριά
  • φύλλα μαρουλιού
  • μαγιονέζα ή sour cream

Εκτέλεση:
Τσιγαρίζουμε το κρεμμύδι ώσπου να μαραθεί. Προσθέτουμε (αυξάνοντας λίγο τη θερμότητα) το κοτόπουλο κομμένο σε μικρούς κύβους μαζί με άρτυμα κοτόπουλου, να τσιγαρισθεί κι αυτό. Προσθέτουμε την κομμένη πιπεριά και τα μαντιτάρια ανακατεύοντας για κάποια λεπτά έως 5 περίπου.

Εντωμεταξύ ζεσταίνουμε τις τορτίγιες σε τηγάνι ή στο φούρνο  μικροκυμάτων (σε πολύ χαμηλή φωτιά). Τοποθετούμε στην επιφάνεια τους το μαρούλι με μαγιονέζα επάνω απλωμένη – προτιμώμενη η sour cream, κατόπιν το κοτόπουλο με τα μανιτάρια. Διπλώνουμε εν είδη φακέλου ή απλώς τυλίγουμε σιγά-σιγά σε ρολό τις τορτίγιες πιέζοντας καλά να κλείσουν.

Έτοιμο το χορταστικό και νόστιμο σνακ!
100g πίτα = 292cal – προτίμηση ολικής αλέσεως

Προέλευση: durumcompany.com

Ούρσουλα Μιρουέ – Τα πάθη του χρήματος

Ούρσουλα Μιρουέ
Ursule Mirouet – Honore de Balzac 1842
Honoré de Balzac
Honoré de Balzac

Η Ούρσουλα Μιρουέ, μαζί με την Ευγενία Γκραντέ, αποτελούν δύο από τις πλέον εξέχουσες ηρωίδες του Μπαλζακικού έργου «Η Ανθρώπινη Κωμωδία». Έργα γραμμένα περί τα μέσα του 19ου αιώνα, προοιωνίζουν τη χειραφέτηση της γυναίκας ήδη από την εποχή ενός εξ ορισμού δύσκολου περιβάλλοντος όπως το επαρχιακό: Οι ηρωίδες αυτές θα έχουν να αντιπαλέψουν τα ανυπέρβλητα θα έλεγε κανείς εμπόδια, ενός εχθρικού περίγυρου.

Ούρσουλα Μιρουέ Πρώτη δημοσίευση στον «Αγγελιοφόρο» το 1841, εκδόθηκε σε βιβλίο το 1842, στη σειρά «Μελέτες Ηθών» μέρος της επί μέρους σειράς «Σκηνές της επαρχιακής ζωής» (Scènes de la vie de province), της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» (la Comédie humaine).

ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η Ούρσουλα Μιρουέ, είναι κόρη ορφανή, υπό την προστασία και ανατροφή του κηδεμόνα της γιατρού Μινορέ που διαμένει στη Νεμούρ έχοντας αφήσει πλέον το Παρίσι. Ο καλός γιατρός άλλο δεν θέλει παρά την ευτυχία της μαθήτριας πια Ούρσουλας, προσφέροντας της ανέσεις αλλά και μόρφωση υψηλής ποιότητας.

Η Ούρσουλα περιβάλλεται από τη στοργή ενός παπά, του ηλικιωμένου γιατρού, καθώς και από μια αφοσιωμένη υπηρέτρια. Μετά το θάνατο του ο γιατρός τη χρήζει κληρονόμο του. Όμως τη περιουσία του εποφθαλμιούν συγγενείς καθόλου ευνοϊκοί προς αυτήν. Όταν ο γιατρός πεθαίνει ενόσο αυτή είναι είκοσι ετών, οι συγγενείς θέτουν τότε αυτήν ως στόχο, για να αρπάξουν ό,τι μπορέσουν από την περιουσία του.

Επίδοξοι κληρονόμοι με λίγη ή πολλή συνάφεια, είναι πολλοί στην πόλη . Καθώς φοβούνται ότι δεν θα έχουν κανένα μερίδιο εξ αιτίας της, προσπαθούν με μανία να αποδείξουν πως εκείνη είναι το ίδιο μ’ αυτούς:  άπληστοι συμφεροντολόγοι. Ενώνονται εναντίον της χρησιμοποιώντας σκοτεινές μεθοδεύσεις, επικαλούμενοι το γεγονός πως αυτή έπεισε το γιατρό να πάει στην εκκλησία ενώ αυτός ήταν ακόμη άθεος.

Η ανησυχία τους μεγαλώνει καθώς οι σχέσεις του γιατρού με τον παπά γίνονται όλο και στενότερες. Η σατανικότητα ενός εξ αυτών, του Μινορέ Λεβρό, τον κάνει να κλέψει τίτλους περιουσιακών ιδιοκτησιών που είχαν περιέλθει στην Ούρσουλα από τον γιατρό για την εξασφάλιση του μέλλοντος της, με τις αποδόσεις των ενοικίων τους.

Οδηγημένη στη φτώχεια και υποκείμενη στις διώξεις και στις ανομίες του ενόχου καθώς και των υπολοίπων αδίστακτων συγγενών, η Ούρσουλα βρίσκεται σε μεγάλη απελπισία, τόση που να απειλεί την υγεία της και να προοιωνίζει το θάνατο της. Την απειλούν συνεχώς με ανώνυμες επιστολές, συκοφαντίες, εκβιασμούς.

Η Ούρσουλα Μιρουέ στο σαλόνι του σπιτιού της Χαρακτικό έργο: Édouard Toudouze

Όμως η αθωότητα δεν θ’ αργήσει να θριαμβεύσει. Υποστηριζόμενη από τον έρωτα του Σαβινιέν ντε Πορτεντυέρ και άλλους φίλους του γιατρού, υπόκειται στις εμπειρίες ενός εχθρικού περιβάλλοντος τόσο έντονες που να την κάνουν να διακατέχεται ακόμη κι από ενοράσεις, που οδηγούν σε μυστηριώδεις αποκαλύψεις. Στο τέλος, η Ούρσουλα θα αποδειχθεί αθώα και θα κερδίσει την ευτυχία που αξίζει. Παντρεύεται τον Σαβινιέν ντε Πορτεντυέρ που έχει πια μια τιμητική θέση στο Ναυτικό – χάρη στο θείο του Κόμη ντε Κεργκαρουέ.

Περισσότερα για την Μπαλζακική ηρωίδα Ούρσουλα Μιρουέ αντιμέτωπη με τους εχθρικούς επίδοξους κληρονόμους – περισσότερα για Μπαλζάκ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ Σ’αυτό το ιδιαίτερα Μπαλζακικό έργο, παρατηρούμε την αθωότητα και την επιδεξιότητα της Ούρσουλα Μιρουέ καθώς καταδιώκεται από τους βάναυσους συγγενείς του κηδεμόνα της γιατρού Μινορέ, αλλά και το γεγονός πως ο Balzac, βρίσκει πρόσφορο το έδαφος, (επαρχιωτισμός, απληστία) για να επεκταθεί στα υπερφυσικά φαινόμενα, το μυστικισμό, τη μετάδοση της σκέψης – ψυχικά φαινόμενα που τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ψάχνει επίσης να πείσει τον άπιστο προς το υπερφυσικό αναγνώστη, αποδεικτικά στοιχεία με τη στήριξη εξηγήσεων και μαρτυριών αναφερόμενες στις θεωρίες του Αλέξη Ντιντιέ (περίφημου μέντιουμ), καθώς και του Φραντς Αντόν Μεσμέρ. Δείχνει επίσης πως ο γιατρός Μινορέ ένας άθεος αγγίζεται από τη Χάρη αποκτώντας Πίστη –  ήδη θέμα του γιατρού Ντεπλέν, στο έργο «Η Λειτουργία του Άθεου» («Χρονικά του Παρισιού», Chronique de Paris, 1836).

Προσαρμογή από Wikiwand.com – Εικονογράφηση Εντουάρ Τουντούζ (Édouard Toudouze).