Ένα βράδυ που ‘βρεχε

Νίκος Γούναρης 1915 – 1965

Ο Νίκος Γούναρης μεσουράνησε στη δεκαετία του ’50 – μια εποχή που άκμαζε το ελαφρό ελληνικό τραγούδι αλλά και το αρχοντο-ρεμπέτικο και το ρεμπέτικο που έβγαινε δειλά προς μεγαλύτερα ακροατήρια.

Γεννήθηκε στη Ζαγορά Πηλίου ως Νίκος Κουρνάζος και γρήγορα καθιερώθηκε λόγω της βελούδινης φωνής του και των ήχων της κιθάρας του. Εμφανίστηκε από το 1936 κι έγινε από το 1947 που περιόδευσε στο εξωτερικό, ο αγαπημένος τραγουδιστής των ομογενών των τριών ηπείρων (Αμερική, Αυστραλία, Αφρική) – και ως εκ τούτου, έλειπε συχνά από την Ελλάδα.

Τα τραγούδια του υπήρξαν ρομαντικά και νοσταλγικά – συχνά και χιουμοριστικά (Μια κότα στρουμπουλή). Εξ αιτίας των στίχων της επιτυχίας του “Ένα βράδυ που ‘βρεχε”, ο κόσμος όταν τον συναντούσε προσπαθούσε να τον παρηγορήσει για την “απώλεια” – έτσι αναγκάστηκε να ερμηνεύσει σύντομα, ένα άλλο τραγούδι: “Αυτός ο άλλος είν’ ευεργέτης μου μεγάλος” (1956) για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από το λυπητερό πρώτο τραγούδι του. Κι αυτό βέβαια, έγινε μεγάλη επιτυχία. Εμφανίσεις του τόσο σε κοσμικά Αθηναϊκά κέντρα (chez Lapin) όσο και σε λαϊκά (Τζίμης ο Χοντρός), πάντα ήταν εγγύηση για την προσέλευση του κόσμου.

Πέθανε πρόωρα εξ αιτίας ενός παλιού τραύματος στο πόδι που του δημιούργησε θανατηφόρο πρόβλημα. Την ημέρα του θανάτου του έγινε λαϊκό προσκύνημα έξω από το κατάστημα του Λαμπρόπουλου στην Αιόλου, όπου ο ιθύνων Τάκης Λαμπρόπουλος διευθυντής της Κολούμπια δισκογραφικής, είχε τοποθετήσει το πορτρέτο του μπροστά από βαρύ πένθιμο παραπέτασμα.

Μεγάλοι του ρεμπέτικου όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, Θόδωρος Δερβενιώτης κ.ά. εκτίμησαν την προσφορά  του και αναγνώρισαν το ταλέντο του. Ο μεγάλος Ισπανός κιθαρίστας Αντρές Σεγκόβια που τον άκουσε στη Νέα Υόρκη στα μέσα της 10ετίας του ’50, μίλησε με τα κολακευτικότερα λόγια για το παίξιμο του στην κιθάρα. Προτομή του βρίσκεται στον Παράδεισο Μαρουσιού Αττικής.

Νικος Γουναρης – Video Gallery
Νίκος Γούναρης Στίχοι Αλέκος Σακελλάριος “Ένα βράδυ που ‘βρεχε”
Νίκος Γούναρης Στίχοι Κώστας Κοφινιώτης “Αυτός ο άλλος”

Honoré de Balzac

Έρωτες μιας ζωής

Honoré de Balzac

Το μυθιστόρημα Η Εξαδέλφη Μπέττυ (1846), (La cousine Bette) —που μαζί με τον Εξάδελφο Πονς (Le cousin Pons) ανήκουν στην ενότητα “Φτωχοί Συγγενείς” (Les Parents Pauvres) της “Ανθρώπινης Κωμωδίας”, θεωρείται το αριστούργημα της λεγόμενης τρίτης περιόδου του Μπαλζάκ, η οποία κυριαρχήθηκε από τον ερωτικό του δεσμό με την κυρία Eve Hanska, και διαμορφώνεται γύρω από την ίδια τη πνευματική της υπόσταση.

Eve Hanska

Ποιος θα ήταν ο Μπαλζάκ πριν από την κυρία Hanska; Ο ίδιος την αποκαλούσε ήδη κυρία Ονορέ – την εποχή που αγόρασε το μέγαρο (hotel particulier) έχοντας ξοδέψει τεράστια ποσά, όπου θα ζούσαν μαζί.
Ο ίδιος της έγραφε το 1842: Είσαι όλη η οικογένεια μου – εποχή μετά το Νοέμβριο (1841) που πεθαίνει ο σύζυγος της, κόμης Hanski. “Είσαι το πιο πολυπόθητο όνειρο της ζωής μου που βγήκε αληθινό” της γράφει.
Ωστόσο έμελλε να μείνουν μόνο έξι μήνες μαζί αφού ο γάμος τους έγινε λίγο καιρό πριν πεθάνει ξαφνικά, σε ηλικία 51 ετών.

Στον πρόλογο του συνολικού του έργου (91 ολοκληρωμένοι τόμοι, 48 ημιτελείς) με τον γενικό τίτλο “Ανθρώπινη Κωμωδία” (La comédie humaine) ο Honoré de Balzac, συνοψίζει τη φιλοσοφία του: Όπως η κληρονομικότητα, οι περιβαλλοντικές διαφορές καθορίζουν τα είδη στο ζωικό βασίλειο, έτσι και οι ποικίλες κοινωνικές πιέσεις, ευθύνονται για τις διαφορές ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα.

Σε διάστημα 25 ετών ως τον αιφνίδιο θάνατο του, ο Μπαλζάκ εργαζόταν επί καθημερινής βάσεως 15 ώρες περίπου, πίνοντας αμέτρητα φλυτζάνια καφέ —για να διατηρεί τη διαύγεια του, όπως έλεγε. Κατά τη διάρκεια της εκτύπωσης των έργων του στο τυπογραφείο, πραγματοποιούσε συνεχείς διορθώσεις, ακόμη και αλλαγές.

Πηγή πληροφοριών: Editions Baudelaire, el.wikipedia.org/wiki

περισσότερα Balzac, Honoré de (1799 – 1850 /51)

Η Εξαδέλφη Μπέττυ 1846, Η Ανθρώπινη Κωμωδία Honoré de Balzac

Rock the Casbah

The Clash
Joe Strummer, Mick Jones, Paul Simonon, Topper Headon

Όπως “Enola Gay” ονομαζόταν το αεροπλάνο που έριξε την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα, Ναγκασάκι (6, 9  Αυγούστου 1945) κι έγινε τραγούδι έμβλημα με τον ίδιο τίτλο το 1980, περιέργως το “Rock the Casbah” των Clash, έγινε το έμβλημα των πιλότων των Αμερικανικών βομβαρδιστικών στον πόλεμο του Κόλπου, το 1991. Ο Joe Strummer εκ των μελών του συγκροτήματος, όταν το έμαθε έκλαψε πικρά.

The Clash - Rock the Casbah
Rock the Casbah 1982

The ClashRock the Casbah

Now the king told the boogie men
You have to let that raga drop
The oil down the desert way
Has been shakin’ to the top

The Sheik he drove his Cadillac
He went a-cruisin’ down the ville
The muezzin was a-standing
On the radiator grille
Shareef don’t like it
Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it
Rock the Casbah, Rock the Casbah

By order of the prophet
We ban that boogie sound
Degenerate the faithful
With that craazy Casbah sound
But the Bedouin they brought out
the electric camel drum
The local guitar picker got his guitar-picking thumb
As soon as the Shareef had cleared the square
They began to wail

Shareef don’t like it Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it Rock the Casbah, Rock the Casbah

Now, over at the temple
Oh, they really pack ’em in
The in-crowd say it’s cool
To dig this chanting thing
But as the wind changed direction
Then the temple band took five
The crowd caught a wiff Of that crazy Casbah jive

Shareef don’t like it Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it Rock the Casbah, Rock the Casbah

The king called up his jet fighters
He said you better earn your pay
Drop your bombs between the minarets
Down the Casbah way

As soon as the Shareef was chauffeured outta there
The jet pilots tuned to the cockpit radio blare
As soon as the Shareef was outta their hair
The jet pilots wailed

Shareef don’t like it Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it Rock the Casbah, Rock the Casbah

Shareef don’t like it, he thinks it’s not kosher
Rock the Casbah, rock the Casbah Shareef don’t like it, fundementally can’t take it
Rock the Casbah, Rock the Casbah

Shareef don’t like it, you know he really hates it
Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it, really, really hates it

Lyrics by Youtube user

Enola Gay Orchestral Manoeuvres in the Dark

Ο Παζολίνι και ο Νεορεαλισμός

Ο Παζολίνι και ο Νεορεαλισμός

Αρχικά θιασώτης του ρεύματος αυτού, ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1922 γ. – 1975 θ.) με τις ταινίες “Ακατόνε” (1961) και “Μάμα Ρόμα” (1962) – υπερβαίνει τα στενά πλαίσια που το ρεύμα έθετε: ήτοι μια ρεαλιστική απεικόνιση περιστατικών της ζωής απλών ανθρώπων μιας κάπως απομακρυσμένης πραγματικότητας έξω από τα στενά όρια μιας αστικής πρωτεύουσας – εισάγοντας νέα στοιχεία υπέρβασης.

Mamma Roma
Anna Magnani, Ettore Garofalo

Νεορεαλισμός είναι ένα ρεύμα στον κινηματογράφο που προσχώρησαν πολλοί Ιταλοί και όχι μόνο, σκηνοθέτες. Τα θέματα του τα αντλεί από τις ιστορίες απλών ανθρώπων στις παρυφές ενός βιομηχανικού αστικού ή επαρχιακού περίγυρου τοποθετώντας τες πάντα σε ένα δραματικών τόνων σκηνικό.

Ο πρώτος διδάξας – θεμελιωτής στην Ιταλία, ο Ρομπέρτο Ροσελίνι με τις ταινίες “Ρώμη Ανοχύρωτη Πόλη”, “Στρόμπολι” κ.ά. επεξεργάστηκε με απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο τις ιστορίες της κινηματογραφικής του αφήγησης.

Ο Παζολίνι προχώρησε πιο πέρα τον νεορεαλισμό προσδίδοντας του ένα είδος σουρεαλισμού. Στις κατοπινές του ταινίες στο τέλος της δεκαετίας του ’60, ο Παζολίνι, υπερβαίνει τα εσκαμμένα δίνοντας μια νέα ώθηση στο ρεύμα αυτό με την είσοδο του σουρεαλισμού – με κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικές ταινίες “Θεώρημα” (Teorema /1968) και “Χοιροστάσιο” (Porcile /1969) – ξεφεύγοντας από τη φόρμα του νεορεαλισμού, με την εισαγωγή έντονων στοιχείων σουρεαλισμού και ασχολούμενος σ’ αυτές τις ταινίες όχι με την εργατική αλλά με την αστική τάξη.

Το συγγραφικό του έργο “Τα παιδιά της ζωής” (Ragazzi di Vita), κινείται παράλληλα με τις ταινίες του “Ακατόνε” (1961), “Μάμα Ρόμα” (1962) και “Ρικότα” (Ricotta) (μικρού μήκους / 1963) στις οποίες αναπτύσσει τη δική του φόρμα του νεορεαλισμού ξεχωρίζοντας απ’ τον Ρομπέρτο Ροσελίνι και άλλους κατοπινούς σκηνοθέτες.

Ενώ ο Ροσελίνι φωτίζει τις ζωές απλών ανθρώπων, ο Παζολίνι προσπαθεί να φωτίσει τις ζωές του υποκόσμου στην πρώτη περίοδο των αρχών του ’60. Τα “Παιδιά της Ζωής” είναι ένα ορόσημο στη διακαή επιδίωξη του να φωτίσει τη ζωή του περιθωρίου, μια αποφασιστική στροφή προς το είδος αυτό.

Το βιβλίο δέχθηκε πολλές κριτικές όπως και κάποιες απ’ τις ταινίες του που λογοκρίθηκαν. Η κυβέρνηση των Χριστιανοδημοκρατών το κατηγόρησε ως άσεμνο. Το ΚΚΙ  –  του οποίου διετέλεσε μέλος κάποια χρόνια (1947 ~ 1949), το χαρακτήρισε επιτηδευμένο, με απουσία θετικών ηρώων, χωρίς προοπτικές.

πληροφορίες / άρθρο wikiwand.com/en/Ragazzi_di_vita

Pier Paolo Pasolini – Video Gallery

Mamma Roma 1962 : Mercato

Mamma Roma 1962 : Il Violino Tzigano

Cineteca di Bologna – Porcile 1969 : Pierre Clementi – Jean-Pierre Léaud, Anne Wiazemsky Monologs

Νεορεαλισμός Μια λίστα ταινιών

Τα παιδιά της ζωής

Τα παιδιά της ζωής / Ragazzi di Vita


Ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι έτρεφε μεγάλη προσήλωση στον φτωχόκοσμο. Θέλησε να ρίξει άπλετο φως στους χαρακτήρες και τις συνθήκες διαβίωσης στις φτωχογειτονιές της Ρώμης. Σ’ αυτό το βιβλίο του καταπιάνεται εξ αρχής με το θέμα των φτωχοδιάβολων κατοίκων στα περίχωρα – θέμα αργότερα και της ταινίας “Ακατόνε“. Στο συγκεκριμένο βιβλίο του ως επί το πλείστον βασίστηκε η ταινία “Mama Roma” (1961).

Αυτό μοιάζει ως προτίμηση: στην πλούσια αστική τάξη της Ιταλίας αντιπαρατίθενται οι φτωχοί “χωρίς στον ήλιο μοίρα” όπως λένε. Η ματιά του Παζολίνι αποστρέφεται τους πρώτους – κάτι που έδειξε στο “Θεώρημα” καθώς τους θεωρεί χωρίς ψυχή και αισθήματα. Αντίθετα τους δεύτερους τους ανυψώνει σε κάτι μεγαλύτερο, τους βγάζει από τα κουρέλια που είναι ενδεδυμένοι , απ’ τους σκοτεινούς τοίχους των φτωχικών σπιτιών τους φωτίζοντας με τρυφερότητα μια “χαμοζωή”.

Το βιβλίο αρχίζει να γράφεται το 1950 και εκδίδεται το 1955. Είναι η πρώτη μεγάλη συγγραφική επιτυχία του Παζολίνι. Γραμμένο όλο σε ρομανέσκο και γεμάτο από γλωσσικούς ιδιωματισμούς που χρησιμοποιεί ο υπόκοσμος, αναστάτωσε τη φιλολογική ζωή της Ιταλίας του `55 με την ωμότητα του θέματος και το γλωσσικό πειραματισμό της μεταφοράς και αναδημιουργίας της γλώσσας ενός λούμπεν προλεταριάτου, που ποτέ πριν δεν είχε κοιταχτεί με μάτι τόσο παρατηρητικό, χωρίς καμιά διάθεση να καλυφτεί η σκληρή αλήθεια της διήγησης. Η αγάπη, ο οίκτος, η τρυφερότητα και η τέχνη που κρατούν ενωμένα τα διάφορα επεισόδια του βιβλίου τράβηξαν την προσοχή όχι μόνο των ειδικών αλλά και του πλατύτερου αναγνωστικού κοινού.

Υπόθεση: Η ζωή του Riccetto ενός ανυπότακτου νεαρού που ενώ δέχεται τις ευλογίες της Καθολικής Εκκλησίας με τη Βάπτιση και την Πρώτη Κοινωνία, γίνεται αργότερα κλέφτης: κλέβει έναν τυφλό ζητιάνο κι ένα μοναστήρι. Ο αναγνώστης τον παρατηρεί μαζί με τους φίλους του γυρίζοντας στους δρόμους, να πηγαίνει από κλεψιά σε κλεψιά ακόμη και να επιδίδεται στην πορνεία. Πολλοί απ’ τους συντρόφους του σκοτώνονται και η ανηθικότητα είναι πάντα κυρίαρχη. Τελικά συλλαμβάνεται να κλέβει μερικά σίδερα για να αγοράσει ένα δαχτυλίδι στη μνηστή του και φυλακίζεται. Όταν αποφυλακίζεται επιστρέφει στην ίδια ζωή του δρόμου.

Ο Παζολίνι θέτει καθαρά πως ο Ρικέτο και οι σύντροφοι του είναι εκ γενετής περιπλανώμενοι μοιάζοντας με τον Ντην Μοράιαρτι (Dean Moriarty / “The Beat Generation”) του Κέρουακ: μια υπο τάξη (υπόκοσμος) ανθρώπων χωρίς στήριγμα στο μοντερνισμό (και τις ανέσεις του), που έκτοτε έχει χαθεί. Θαύμαζε αυτό που θεωρούσε σ’ αυτούς “απολίτικη επαναστατικότητα” – διαχωρισμένοι από τους παρτιζάνους της πολιτικής που είχαν γεμίσει τη ζωή, της τότε μετα πολεμικής Ιταλίας.

Ανάλυση: Ως προς τα λογοτεχνικά του κείμενα, “Τα παιδιά της Ζωής” αποτελεί ένα εγχείρημα να φέρει κοντά στο πλατύ κοινό τη ζωή των παιδιών που ζουν στο περιθώριο, περνώντας τη μέρα τους στους δρόμους, επιδιδόμενοι σε λογής πράξεις – ανήθικες ακόμη, για να βγάλουν το ψωμί – τους “κολπατζήδες”, που πάνε από κόλπο σε κόλπο.

Κανείς ως τότε δεν είχε ασχοληθεί μαζί τους, το θέμα αυτό ήταν κάτι σαν κλειστό βιβλίο. Έγραψε το βιβλίο στη γλώσσα τους – μια αργκό του δρόμου την οποία οικειοποιήθηκε απολύτως περιγράφοντας πιστά  – κάτι που στη πραγματικότητα ονομάσθηκε Λούμπεν Προλεταριάτο.

Στο μετέπειτα βιβλίο του “Αιρετικός Εμπειρισμός” τονίζει πως η λογοτεχνική γραφή πρέπει να είναι σε γλώσσα διαφορετική απ’ αυτή του συγγραφέα – μη αμφισβητώντας, αφήνοντας περιθώριο για έναν νατουραλισμό της αφήγησης. Άλλο χαρακτηριστικό της αφήγησης είναι πως ο αφηγητής δεν δίνει καμιά πληροφορία για το υπόβαθρο της ζωής των ηρώων του – σε αναγνώστες μη εξοικειωμένους μ’ αυτά τα κοινωνικά στρώματα (μπακγκράουντ).

Γίνεται ο ίδιος κάποιος απ’ αυτούς που περιγράφει. Δεν αφηγείται εκ των έξω. Είδε αυτή την τάξη σαν τη μόνη που θα μπορούσε να επιζήσει από την διαφθορά που έφερνε η βιομηχανοποίηση και ο μοντερνισμός – κάτι σαν ανθρώπινο κέλυφος περιλαμβάνοντας τους μόνους που θα μπορούσαν να παραμείνουν ελεύθεροι. Γι αυτό το λόγο τους σέβεται και τους θεωρεί ως τη μόνη αληθινά καταπιεσμένη τάξη που και ο ίδιος ο Κομουνισμός υποτίμησε, με την ονομασία Lumpen Proletariat (Λούμπεν Προλεταριάτο /ονομασία από τους Μαρξ Ένγκελς).

Εκδόσεις Οδυσσέας σελ. 302, ημερομηνία κυκλ. 2006, γλώσσα πρωτοτύπου Ιταλικά.

Χορός που συναρπάζει

Gloria Estefan

Από τους πιο γνωστούς έθνικ χορούς είναι η Σάμπα. Πατρίδα της η Βραζιλία όπου οι ήχοι της δεν ξεχύνονται μόνο κατά το καρναβάλι του Ρίο αλλά σε όλη την καθημερινότητα των δρόμων, των καφέ, στα διάφορα μέρη των αστικών κέντρων. Εκπρόσωπος της μουσικής κατά κύριο λόγο είναι ο Σέρτζιο Μέντες και ακολούθησαν και άλλοι αυτή την παράδοση.

Παράδοση που εξαπλώνεται σε όλα τα κράτη της Λατινικής Αμερικής με διάφορες παραλλαγές πλην της Αργεντινής που έμβλημα της έχει το Τάγκο – χορός περιπαθής σε αντίθεση με τη Σάμπα που είναι άκρως χαρούμενος και σε γρήγορο τέμπο – κρατώντας ωστόσο κάποια στοιχεία ηδυπάθειας κι αυτός. Στην Κούβα ανάλογος χορός είναι η Σάλσα – γρήγορος ρυθμός με ξέφρενες χορευτικές φιγούρες κι αυτός.

Gloria Estefan – Mi Tierra

Εκπρόσωποι αυτής της μουσικής εκτός από το Βραζιλιάνο Σέρτζιο Μέντες είναι η Σίλια Κρουζ, ο Τίτο Πουέντε με τα τύμπανα του, ο Κάρλος Σαντάνα, η Γκλόρια Εστεφάν.  Σήμερα πολλοί άνθρωποι ενδιαφέρονται να μάθουν τους εξωτικούς λάτιν χορούς κι έτσι προστρέχουν στις σχολές χορού. Σε μια βραδιά οργανωμένη από μια σχολή δεν θα μπορούσε να λείπει το τάγκο και η σάμπα.

Το ζευγάρι που χόρευε Σάμπα ήταν τέλειο. Συγχαρητήρια! τους είπαμε συνεπαρμένοι από το ρυθμό που είχαν μεταξύ τους με τις γρήγορες φιγούρες. Στροβιλίζονταν στην πίστα με τον ενθουσιασμό που δίνουν στη ψυχή και στο σώμα οι γρήγοροι ξέφρενοι ρυθμοί της μουσικής. Αυτές οι χώρες πραγματικά έχουν το ρυθμό και το χορό μέσα στο αίμα των κατοίκων τους, κι εμείς πάντα θα μένουμε με τη μαγεία των ρυθμών της μουσικής τους.

Δύο πρωϊνά στους Δελφούς

Jacqueline de Romilly
Jacqueline de Romilly

Jacqueline de Romilly – Δύο πρωϊνά στους Δελφούς
Είχα έλθει στους Δελφούς με κάποιους φίλους από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας, που είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια για την αποκάλυψη των Δελφών. Πράγματι εδώ πρέπει να φανταστούμε ένα από τα μεγάλα αρχαιολογικά βήματα της ιστορίας. Οι Δελφοί στη σύγχρονη εποχή, ήταν κυριολεκτικά εξαφανισμένοι! Χρησιμοποιώ τη λέξη με όλη τη σημασία της: το χώμα είχε σκεπάσει ό,τι είχε απομείνει από το περιώνυμο ιερό του Απόλλωνα και το μαντείο του· όλα είχαν εξαφανιστεί και η πόλη και οι ναοί και οι κίονες και τα αγάλματα.

Το χώμα είχε καλύψει τα πάντα και κανείς δεν ήξερε, ούτε κατά προσέγγιση, πού βρί­σκονταν οι περίφημοι Δελφοί. Όσα βλέπουμε σήμερα βρέθηκαν μόλις πριν από έναν αιώνα. Με πεισματική εργασία η περιοχή καθαρίστηκε από όλες τις επιχωματώσεις, και τα ευρήματα ταξινομήθηκαν, αποκαταστάθηκαν -όσα βέβαια ήταν δυνατόν να αποκατασταθούν- και τοποθετήθηκαν με πολλή προσοχή σε ένα μου­σείο, σε μια εποχή που δεν ήταν εφικτό να γίνουν περισσότερα. Η ανακάλυψη της αρχαίας τοποθεσίας επανέφερε τους επισκέπτες. Ο τόπος ξαναβρήκε τη ζωντάνια του και ξανακούγονταν, όπως άλλοτε, ομιλίες σε κάθε γλώσσα στα πόδια των Φαιδριάδων.

Jacqueline De Romilly

Η Γαλλική Σχολή της Αθήνας που διενεργούσε τις ανασκαφές, διέθετε ένα μικρό κατάλυμα εκεί πλάι και έτσι μπόρεσα να μείνω για μια νύχτα, σε ένα δωμάτιο, από όπου ήταν εύκολο να έχω άμεση πρόσβαση στον ιερό χώρο, κάθε στιγμή. Πράγμα που φυσι­κά εκμεταλλεύτηκα πολύ νωρίς το πρωί· δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την ανάμνηση. Είχα καθηλωθεί στην πόρτα που μόλις διάβηκα δειλά και έκθαμβη. Βρισκόμουν εδώ, στο κατώφλι αυτού του απα­γορευμένου για όλους χώρου, στο κατώφλι ενός χρόνου που δεν άνηκε πια ούτε στο παρελθόν ούτε στο παρόν. Ήξερα ότι ο τόπος αυτός υπήρξε κέντρο λαμπρών εορτασμών, μεγάλων συγκινήσεων και μιας μεγαλόπρεπης ομορφιάς που συγκινούσε τους πάντες. Επιπλέον υπήρχαν τα πλήθη του παρελθόντος. Και τώρα, μετά το διάβα τόσων αιώνων, υπάρχουν τα πλήθη των επισκεπτών που περιφέρονται ανάμεσα στα αναστυλωμένα ερείπια, φλυαρούν στις διαφορετικές γλώσσες τους, βγάζουν φωτογραφίες, σταμα­τούν για να καδράρουν μια εικόνα, και έπειτα τρέχουν βιαστικά για να συναντήσουν την ομάδα τους.

“Από το Φλάουτο στην Απολλώνια λύρα”, μτφρ. Μπάμπη Αθανασίου και Κατερίνα Μηλιαρέση, έκδ. Graal/To Άστυ Αθήνα 2005. Το άλμπουμ με τις φωτογραφίες βρίσκεται στο τέλος του κειμένου.

Από pro-europa.eu

Η Ζακλίν ντε Ρομιγί θεωρείται ειδική στα θέματα της αρχαιοελληνικής Ιστορίας. Είναι η δεύτερη γυναίκα που εξελέγη στη Γαλλική Ακαδημία (σώμα που εγκρίνει ή απορρίπτει αλλαγές στη Γαλλική γλώσσα) – η πρώτη ήταν η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ.

Ηδονές και μέρες

Les Plaisirs et les Jours – 1896 Marcle Proust – Τα πρώτα κείμενα

Ηδονές και Μέρες – εκδ. Ηριδανός

Μετά τον “Αδιάφορο και άλλα νεανικά διηγήματα” το δεύτερο βιβλίο “Ηδονές και μέρες” (1896) με συλλογή διηγημάτων, κινείται στα ίδια πλαίσια που προετοίμασαν το μεγάλο έργο του “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο”.

Οι “Ηδονές και μέρες” (Les Plaisirs et les Jours τίτλος πρωτοτύπου), τα νεανικά διηγήματα του Μαρσέλ Προυστ, αποτελούν τον προάγγελο του μετέπειτα, πασίγνωστου σήμερα, πολύ σημαντικού συγγραφικού του έργου. Περιέχουν στοιχεία αυτοβιογραφικά, ενώ συγχρόνως μας μεταφέρουν την εικόνα της εποχής του. Σύμφωνα με το συγγραφέα, “το βιβλίο είναι το προϊόν ενός άλλου εγώ”, που παρατηρεί, καταγράφει και μεταφέρει αυτά που διαδραματίζονται στα κοσμικά και λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής, την καθημερινή ζωή, τις εσωτερικές συγκρούσεις.

(Γόνος πλούσιας, αστικής οικογένειας -ο πατέρας του ήταν φημισμένος γιατρός- ο Μαρσέλ δεν άργησε να βρεθεί στο περιβάλλον της υψηλής κοινωνίας της πρωτεύουσας και άρχισε να δημοσιεύει άρθρα κοσμικού περιεχομένου σε διάφορα έντυπα.)

Μαρσέλ Προυστ Το τέλος της ζήλειας
Τέρψεις και Ημέραι Το Τέλος της Ζήλεια εκδ. Άγρα

Περιγράφει με τρόπο μοναδικό τις χαρές, τις λύπες, τις ελπίδες, τα όνειρα, τις αγωνίες των κοσμικών αλλά και των απλών ανθρώπων και συγχρόνως την απογοήτευση, τη ζήλια, τον πόνο και το θάνατο. Η ποίηση, ο λυρισμός, η μουσική, τα χρώματα και η ευαισθησία του συγγραφέα θα αγγίξουν την ψυχή του αναγνώστη…

Περιλαμβάνονται τα διηγήματα: – “Ο θάνατος του Βαλτασάρ Σιλβανδού, υποκόμη της Συλβανίας”
– “Βιολάντη ή Η κοσμική ζωή”
– “Κοσμικά και μουσικά Μπουβαρδή και Πεκουσέτου”
– “Η εξομολόγηση μιας κοπέλας”
– “Το τέλος της ζήλειας”

Marcel Proust - Plaisirs et Jours
Ηδονές και Μέρες

“Ποια στοιχεία έχουν κοινά το πρώτο έργο του Προυστ και το “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο”; Είναι στοιχεία πάσης φύσεως. Ροπή προς την ψυχολογική ανάλυση, προς την ανθρώπινη ή την κοινωνική τυπολογία, τάση προς τη διαμόρφωση συμβόλων και την υφολογική μορφολόγηση του ποιητικώς εκφράζεσθαι (η οποία και συγκερνά την κατάχρηση φιλολογικού ναρκισισμού και ουδετερώνει το ρεαλισμό). Άλλα στοιχεία, προσωπικότερα, αναφέρονται στην προυστική θεματολογία στο επίπεδο των αντικειμένων, των ιδεών ή των συναισθημάτων: τα λουλούδια, τα καράβια ή τα σύννεφα, η θάλασσα, το βουνό, η διαλεκτική σχέση απουσίας και φαντασίας, η σχέση ανάμεσα στον έρωτα, τη ζήλεια και τη μοναξιά, η αντιστικτική συμπαράθεση του θανάτου και του χρόνου, η σημασία των γραμμάτων, της μουσικής, της ζωγραφικής, η επιλεκτική περιγραφή των κοσμικών κύκλων, η νοσταλγία της εφηβείας που έχει διαφθαρεί από μια πρώτη εμπειρία, η ανάλυση της γυναικείας διαστροφής.”

Εκδόσεις Ηριδανός Ηδονές και μέρες

Άρρωστο Πάθος

ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ 1871 – 1922 (51)

Ο Αδιάφορος

Ο Αδιάφορος έργο νεανικό γλαφυρό προανάκρουσμα του κατοπινού έργου ζωής, του “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο” (A la recherche du Temps Perdu”. Έργο ζωής και ψυχής συνάμα, όπου εκεί ο Προυστ περιέγραψε τους ανθρώπινους χαρακτήρες (που τον ενδιέφεραν και δημιούργησε), σε όλη τη γκάμα της εσωτερικής και εξωτερικής καθημερινότητας τους: οι υψηλοί καλεσμένοι, τα κρυφά αισθήματα, οι περίτεχνες ενασχολήσεις, τα κοσμικά σαλόνια του Παρισιού – με επίκεντρο πάντα τις δαιδαλώδεις διακυμάνσεις των ερωτικών συναισθημάτων, την χαρά και την απελπισία – μαζί μ’ αυτή του λουλουδιού (ορχιδέας συνήθως) που καρφιτσώνεται στο ένδυμα το βράδυ, για να μαραθεί μόλις τα φώτα της γιορτής σβήσουν με τον αφηγητή πάντα παρόντα: ένα άγρυπνο μάτι, να παρακολουθεί τους αγαπημένους του.

Άρρωστο Πάθος: Ο ΑΔΙΑΦΟΡΟΣ (1896)

Charles Swann Gallery

Ένας έρωτας του Σουάν – Marcel Proust

Marcel Proust – Un Amour de Swann

Ο Μαρσέλ Προυστ ολοκληρώνει δίνοντας προς δημοσίευση στη La Vie contemporaine et Revue parisienne Réunies τον “Αδιάφορο” το 1896, που μαζί με άλλα σύντομα διηγήματα αποτελούν το προάγγελμα για το μεγάλο έργο που θα έγραφε – το “Αναζητώντας το χαμένο χρόνο”: εδώ συναντάμε τα πιο γνωστά θέματα αυτού του κατοπινού μεγάλου έργου του: τις κρίσεις άσθματος, τις κατλέγιες, την όπερα, – κυρίως όμως αυτό της βίωσης (cristallisation κατά τον Στεντάλ στο έργο του “Περί έρωτος”) – του έρωτα που θα αναπτύξει διεξοδικότερα στο “Ένας έρωτας του Σουάν“, καθώς και τις εξιστορήσεις των συναισθηματικών διακυμάνσεων του αφηγητή προς τη δούκισα ντε Γκερμάντ, και την Αλμπερτίν, στο 3ο και 4ο τόμο με τον γενικό υπότιλο (Σόδομα και Γόμορα).

L’ Indifférent – Marcel Proust

Εισαγωγή: Το έργο αυτό “ο Αδιάφορος”,  δεν έγινε γνωστό στο ευρύτερο κοινό παρά μόνον το 1978 που εξεδόθη από τον εκδ. οίκο Gallimard, καθώς τότε το ανακάλυψε στις εφήμερες σελίδες του παλιού περιοδικού, ο Philip Kolb μελετητής και επιμελητής της έκδοσης της αλληλογραφίας του Μαρσέλ Προυστ.

Μπορεί να υποθέσει ακόμη κανείς πως γράφτηκε το 1893 τότε που ο Προυστ δεν ήταν παρά μόνον 22 ετών. Είναι ένα σύντομο – στην μετέπειτα έκδοση του Γκαλιμάρ, μόλις 80 σελίδες), κομψής γραφής διήγημα, για τον απελπισμένο έρωτα της Μαντλέν ντε Γκουβρ προς τον Λεπρέ έναν μυστηριώδη ωραίο νεαρό “μ’ ένα πρόσωπο εποχής Λουδοβίκου 13ου, λεπτό και αριστοκρατικό”, όπως η ίδια τον αναπολεί στη μοναξιά του σπιτιού της.

Υπόθεση: Η κ. Μαντλέν ντε Γκουβρ χήρα, είναι από τις πιο ωραίες, ευφυείς, κομψές γυναίκες των Παρισινών κοσμικών σαλονιών της εποχής αυτής του τέλους του 19ου αιώνα. Με δυο λόγια είναι μια περιζήτητη ύπαρξη. Στην αρχή δεν δίνει σημασία στον ήδη γνώριμο της Λεπρέ από κάποιες κοσμικές συναντήσεις. Όμως τη βραδυά της Όπερας τον προσέχει ιδιαίτερα, καθώς εκείνος δεν έρχεται να καθίσει μαζί της στο θεωρείο γιατί όπως λέει στη φίλη της “δεν έχει καθόλου χρόνο και πρέπει να αναχωρήσει”.

Εξέλιξη: Ποτέ ο Λεπρέ δεν φαίνεται να έχει καθόλου χρόνο να της αφιερώσει, οι συναντήσεις τους ως καλεσμένοι σε δείπνα κοινών φίλων παραμένουν αραιές. Θέλοντας να μάθει κάτι που ίσως φώτιζε την αιτία της άρνησης εκ μέρους του των επίμονων προσκλήσεων της απευθύνεται σε κοινούς φίλους ρωτώντας για το άτομο του:
“Ο Λεπρέ είναι ένας γοητευτικός νέος, έχει όμως ένα βίτσιο: του αρέσουν οι χυδαίες γυναίκες. αυτές που μαζεύει κανείς από το βούρκο, και τις αγαπάει μέχρι τρέλας. Μερικές φορές μάλιστα περνάει τις νύχτες του στα προάστια ή στις περιφερειακές λεωφόρους ριψοκινδυνεύοντας να τον σκοτώσουν κι όχι μόνο τις αγαπάει σαν τρελός αλλά δεν αγαπάει παρά μονάχα αυτές. Παραμένει εντελώς αδιάφορος ακόμη και μπροστά στην πιο ελκυστική γυναίκα της καλής κοινωνίας, την πιο ιδανική κοπέλα. Δεν τις προσέχει καν. Οι απολαύσεις του, οι ενασχολήσεις του, η ζωή του γενικά είναι αλλού.” (Εδώ παρατηρούμε μια έντονη ομοιότητα με τη θεματική του Όσκαρ Ουάιλντ ειδικότερα στο “Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι” – συγγραφεύς που μαζί με τον Ράσκιν, ήταν από τους προσφιλείς στον Προυστ).

Ανατροπή: Συντετριμένη από τις πληροφορίες αυτές, υπό το βάρος του συνεχώς αυξανόμενου έρωτα της προς αυτόν υποδαυλιζόμενος συνεχώς από τις επίμονες πάντα αρνήσεις του πως” δεν έχει καθόλου χρόνο”, τελικά του εξομολογείται τον έρωτα της σε μία επιστολή και εκείνος της απαντά πως “θα αστειεύται”, ελπίζοντας ωστόσο πως θα μπορούσε έστω να διατηρήσει μια φιλία μαζί του. Όμως κι αυτό θα απορριφθεί από εκείνον πάντα με τη γνωστή αιτία πρόφαση της έλλειψης του χρόνου πως “είναι πολύ απασχολημένος, δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να διαθέσει πάνω από μια μέρα το δεκαπενθήμερο”.

Τέλος: Αυτό ήταν που κάνει την αυλαία μεταξύ τους να πέσει οριστικά: ακόμη και στη φιλία που εκείνη του προτείνει αυτός της απαντά “πως δεν έχει χρόνο”. Το ίδιο τότε κάνει κι αυτή, γράφοντας του “τελικά ούτε κι εγώ έχω χρόνο. Ας αποχαιρετισθούμε λοιπόν εδώ, καλέ μου φίλε” σε μια προσπάθεια να σώσει την πληγωμένη της υπερηφάνεια.

Αν και σε πολύ νεαρή ηλικία 22 ετών, ο συγγραφεύς χειρίζεται με μεγάλη άνεση τον αργόστροφο κόσμο των εσωτερικών συναισθημάτων που σιωπηλά, επίμονα κινούνται στην εσώτερη ύπαρξη μας θέλοντας να βρουν έκφραση, διέξοδο και συνακόλουθα την ανταπόκριση τους. Όπως η Οντέτ ντε Κρεσύ στον “Χαμένο χρόνο” δεν ήταν ο τύπος του Σουάν, έτσι και στον “Αδιάφορο” τελικά ο Λεπρέ δεν ήταν ο τύπος της Μαντλέν ντε Γκουβρ.

Το επόμενο βράδυ, στις οκτώ ανήγγειλαν στη Μαντλέν την άφιξη του κ. Λεπρέ. Κατευθύνθηκε στο σαλόνι. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, οι λάμπες δεν είχαν ανάψει ακόμη, κι εκείνος την περίμενε στο μπαλκόνι. Λίγο πιο πέρα μερικά σπίτια περιτριγυρισμένα από κήπους αναπαύονταν στο γλυκό βραδινό φως, απόμακρο, ανατολικό κι ευλαβικό, θαρρείς και ήταν η Ιερουσαλήμ. Το αραιό και απαλό σαν χάδι φως έδινε σε κάθε αντικείμενο μια εντελώς νέα αξία, σχεδόν συγκινητική. Μια φωτισμένη χειράμαξα στη μέση του σκοτεινού δρόμου προκαλούσε συγκίνηση, καθώς και λίγο πιο πέρα ο σκούρος, σχεδόν νυχτερινός κορμός μιας καστανιάς κάτω από τη φυλλωσιά της, έτσι όπως λουζόταν ακόμη στις αχτίνες. Στο τέρμα της λεωφόρου, η δύση έκλινε περίλαμπρα σαν αψίδα θριάμβου διακοσμημένη με χρυσάφια και ουράνιες πρασινάδες. Στο διπλανό παράθυρο κάποια κεφάλια διαβάζανε σκυμμένα με οικεία επιτήδευση. Πλησιάζοντας τον Λεπρέ, η Μαντλέν ένιωσε την κατευναστική γλυκύτητα απ’ όλα αυτά τα πράγματα να καταπραϋνει, να απαλύνει, να μισανοίγει την καρδιά της, και συγκρατήθηκε για να μην κλάψει. Εκείνος πάλι, πιο όμορφος απόψε και πιο γοητευτικός της έκανε διακριτικές φιλοφρονήσεις, κάτι που δεν είχε κάνει μέχρι τότε“.

Μετά από δύο χρόνια γιατρεμένη από το άρρωστο πάθος της θα παντρευτεί τον δούκα ντε Μορτάν με τον οποίο θα περάσει άλλα σαράντα χρόνια της ζωής της.

Εκδόσεις Πατάκη σειρά Πολύτιμοι Λίθοι 2015

Όσοι γνωρίζουν Γαλλικά ας ακούσουν την ανάγνωση του διηγήματος εδώ

Wraps με κοτόπουλο και μανιτάρια

Τορτίγια με κοτόπουλο

Η εξαιρετική γεύση αυτού του τυλιχτού προκύπτει από το κοτόπουλο! Κομμένο σε μικρούς κύβους ανεμεμειγμένο με την πιπεριά και τα μανιτάρια μαζί με τη σάλτσα μαγιονέζας είναι μια ιδιαίτερα ευχάριστη γευστική εμπειρία!

Υλικά:

  • 1 πακέτο Τορτίγιες
  • 1 στήθος κοτόπουλο
  • μανιτάρια (τύπου oyster κατά προτίμηση)
  • κρεμμύδι ξερό
  • πιπεριά
  • φύλλα μαρουλιού
  • μαγιονέζα ή sour cream

Εκτέλεση:
Τσιγαρίζουμε το κρεμμύδι ώσπου να μαραθεί. Προσθέτουμε (αυξάνοντας λίγο τη θερμότητα) το κοτόπουλο κομμένο σε μικρούς κύβους μαζί με άρτυμα κοτόπουλου, να τσιγαρισθεί κι αυτό. Προσθέτουμε την κομμένη πιπεριά και τα μαντιτάρια ανακατεύοντας για κάποια λεπτά έως 5 περίπου.

Εντωμεταξύ ζεσταίνουμε τις τορτίγιες σε τηγάνι ή στο φούρνο  μικροκυμάτων (σε πολύ χαμηλή φωτιά). Τοποθετούμε στην επιφάνεια τους το μαρούλι με μαγιονέζα επάνω απλωμένη – προτιμώμενη η sour cream, κατόπιν το κοτόπουλο με τα μανιτάρια. Διπλώνουμε εν είδη φακέλου ή απλώς τυλίγουμε σιγά-σιγά σε ρολό τις τορτίγιες πιέζοντας καλά να κλείσουν.

Έτοιμο το χορταστικό και νόστιμο σνακ!
100g πίτα = 292cal – προτίμηση ολικής αλέσεως

Προέλευση: durumcompany.com