Αρχείο κατηγορίας interests

Rock the Casbah

The Clash
Joe Strummer, Mick Jones, Paul Simonon, Topper Headon

Όπως “Enola Gay” ονομαζόταν το αεροπλάνο που έριξε την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα, Ναγκασάκι (6, 9  Αυγούστου 1945) κι έγινε τραγούδι έμβλημα με τον ίδιο τίτλο το 1980, περιέργως το “Rock the Casbah” των Clash, έγινε το έμβλημα των πιλότων των Αμερικανικών βομβαρδιστικών στον πόλεμο του Κόλπου, το 1991. Ο Joe Strummer εκ των μελών του συγκροτήματος, όταν το έμαθε έκλαψε πικρά.

The Clash - Rock the Casbah
Rock the Casbah 1982

The Clash – Rock the Casbah

Now the king told the boogie men
You have to let that raga drop
The oil down the desert way
Has been shakin’ to the top

The Sheik he drove his Cadillac
He went a-cruisin’ down the ville
The muezzin was a-standing
On the radiator grille
Shareef don’t like it
Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it
Rock the Casbah, Rock the Casbah

By order of the prophet
We ban that boogie sound
Degenerate the faithful
With that craazy Casbah sound
But the Bedouin they brought out
the electric camel drum
The local guitar picker got his guitar-picking thumb
As soon as the Shareef had cleared the square
They began to wail

Shareef don’t like it Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it Rock the Casbah, Rock the Casbah

Now, over at the temple
Oh, they really pack ’em in
The in-crowd say it’s cool
To dig this chanting thing
But as the wind changed direction
Then the temple band took five
The crowd caught a wiff Of that crazy Casbah jive

Shareef don’t like it Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it Rock the Casbah, Rock the Casbah

The king called up his jet fighters
He said you better earn your pay
Drop your bombs between the minarets
Down the Casbah way

As soon as the Shareef was chauffeured outta there
The jet pilots tuned to the cockpit radio blare
As soon as the Shareef was outta their hair
The jet pilots wailed

Shareef don’t like it Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it Rock the Casbah, Rock the Casbah

Shareef don’t like it, he thinks it’s not kosher
Rock the Casbah, rock the Casbah Shareef don’t like it, fundementally can’t take it
Rock the Casbah, Rock the Casbah

Shareef don’t like it, you know he really hates it
Rock the Casbah, rock the Casbah
Shareef don’t like it, really, really hates it

Lyrics by Youtube user

Ο Παζολίνι και ο Νεορεαλισμός

Ο Παζολίνι και ο Νεορεαλισμός

Αρχικά θιασώτης του ρεύματος αυτού, ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1922-1975) με τις ταινίες “Ακατόνε” (1961) και “Μάμα Ρόμα” (1962) υπερβαίνει τα στενά πλαίσια που το ρεύμα έθετε ήτοι μια ρεαλιστική απεικόνιση περιστατικών της ζωής απλών ανθρώπων μιας κάπως απομακρυσμένης πραγματικότητας, έξω από τα στενά όρια μιας αστικής πρωτεύουσας – εισάγοντας νέα στοιχεία υπέρβασης.

Mamma Roma
Anna Magnani, Ettore Garofalo

Ο πρώτος θεμελιωτής στην Ιταλία, ο Ρομπέρτο Ροσελίνι με τις ταινίες “Ρώμη Ανοχύρωτη Πόλη”, “Στρόμπολι” κ.ά. επεξεργάστηκε με απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο τις ιστορίες της κινηματογραφικής του αφήγησης.

Ο Παζολίνι προχώρησε πιο πέρα τον νεορεαλισμό προσδίδοντας του ένα είδος σουρεαλισμού. Στις κατοπινές του ταινίες στο τέλος της δεκαετίας του ’60, ο Παζολίνι, υπερβαίνει τα εσκαμμένα δίνοντας μια νέα ώθηση στο ρεύμα αυτό με την είσοδο του σουρεαλισμού – με κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικές ταινίες “Θεώρημα” (Teorema /1968) και “Χοιροστάσιο” (Porcile /1969) – ξεφεύγοντας από τη φόρμα του νεορεαλισμού, με την εισαγωγή έντονων στοιχείων σουρεαλισμού και ασχολούμενος σ’ αυτές τις ταινίες όχι με την εργατική αλλά με την αστική τάξη.

Το συγγραφικό του έργο “Τα παιδιά της ζωής” (Ragazzi di Vita), κινείται παράλληλα με τις ταινίες του “Ακατόνε” (1961), “Μάμα Ρόμα” (1962) και “Ρικότα” (Ricotta) (μικρού μήκους / 1963) στις οποίες αναπτύσσει τη δική του φόρμα του νεορεαλισμού ξεχωρίζοντας απ’ τον Ρομπέρτο Ροσελίνι και άλλους κατοπινούς σκηνοθέτες.

Ενώ ο Ροσελίνι φωτίζει τις ζωές απλών ανθρώπων, ο Παζολίνι προσπαθεί να φωτίσει τις ζωές του υποκόσμου στην πρώτη περίοδο των αρχών του ’60. Το συγγραφικό έργο του “Παιδιά της Ζωής” είναι ένα ορόσημο στη διακαή επιδίωξη του να φωτίσει τη ζωή του περιθωρίου, να στραφεί προς το είδος αυτό.

Το βιβλίο δέχθηκε πολλές κριτικές όπως και κάποιες απ’ τις ταινίες του που λογοκρίθηκαν. Η κυβέρνηση των Χριστιανοδημοκρατών το κατηγόρησε ως άσεμνο. Το ΚΚΙ  – του οποίου διετέλεσε μέλος κάποια χρόνια (1947 ~ 1949), το χαρακτήρισε επιτηδευμένο, με απουσία θετικών ηρώων, και τελικά με έλλειψη προοπτικής σ’ αυτές τις ταινίες.

πληροφορίες / άρθρο wikiwand.com/en/Ragazzi_di_vita

Pier-Paolo Pasolini – Video Gallery

Mamma Roma 1962 : Mercato
Mamma Roma 1962 : Il Violino Tzigano
Cineteca di Bologna – Porcile 1969 : Jean-Pierre Léaud, Anne Wiazemsky Monologs

περισσότερα για Νεο-ρεαλισμό

Τα παιδιά της ζωής

Τα παιδιά της ζωής / Ragazzi di Vita


Ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι έτρεφε μεγάλη προσήλωση στον φτωχόκοσμο. Θέλησε να ρίξει άπλετο φως στους χαρακτήρες και τις συνθήκες διαβίωσης στις φτωχογειτονιές της Ρώμης. Σ’ αυτό το βιβλίο του καταπιάνεται εξ αρχής με το θέμα των φτωχοδιάβολων κατοίκων στα περίχωρα – θέμα αργότερα και της ταινίας “Ακατόνε“. Στο συγκεκριμένο βιβλίο του ως επί το πλείστον βασίστηκε η ταινία “Mama Roma” (1961).

Αυτό μοιάζει ως προτίμηση: στην πλούσια αστική τάξη της Ιταλίας αντιπαρατίθενται οι φτωχοί “χωρίς στον ήλιο μοίρα” όπως λένε. Η ματιά του Παζολίνι αποστρέφεται τους πρώτους – κάτι που έδειξε στο “Θεώρημα” καθώς τους θεωρεί χωρίς ψυχή και αισθήματα. Αντίθετα τους δεύτερους τους ανυψώνει σε κάτι μεγαλύτερο, τους βγάζει από τα κουρέλια που είναι ενδεδυμένοι , απ’ τους σκοτεινούς τοίχους των φτωχικών σπιτιών τους φωτίζοντας με τρυφερότητα μια “χαμοζωή”.

Το βιβλίο αρχίζει να γράφεται το 1950 και εκδίδεται το 1955. Είναι η πρώτη μεγάλη συγγραφική επιτυχία του Παζολίνι. Γραμμένο όλο σε ρομανέσκο και γεμάτο από γλωσσικούς ιδιωματισμούς που χρησιμοποιεί ο υπόκοσμος, αναστάτωσε τη φιλολογική ζωή της Ιταλίας του `55 με την ωμότητα του θέματος και το γλωσσικό πειραματισμό της μεταφοράς και αναδημιουργίας της γλώσσας ενός λούμπεν προλεταριάτου, που ποτέ πριν δεν είχε κοιταχτεί με μάτι τόσο παρατηρητικό, χωρίς καμιά διάθεση να καλυφτεί η σκληρή αλήθεια της διήγησης. Η αγάπη, ο οίκτος, η τρυφερότητα και η τέχνη που κρατούν ενωμένα τα διάφορα επεισόδια του βιβλίου τράβηξαν την προσοχή όχι μόνο των ειδικών αλλά και του πλατύτερου αναγνωστικού κοινού.

Υπόθεση: Η ζωή του Riccetto ενός ανυπότακτου νεαρού που ενώ δέχεται τις ευλογίες της Καθολικής Εκκλησίας με τη Βάπτιση και την Πρώτη Κοινωνία, γίνεται αργότερα κλέφτης: κλέβει έναν τυφλό ζητιάνο κι ένα μοναστήρι. Ο αναγνώστης τον παρατηρεί μαζί με τους φίλους του γυρίζοντας στους δρόμους, να πηγαίνει από κλεψιά σε κλεψιά ακόμη και να επιδίδεται στην πορνεία. Πολλοί απ’ τους συντρόφους του σκοτώνονται και η ανηθικότητα είναι πάντα κυρίαρχη. Τελικά συλλαμβάνεται να κλέβει μερικά σίδερα για να αγοράσει ένα δαχτυλίδι στη μνηστή του και φυλακίζεται. Όταν αποφυλακίζεται επιστρέφει στην ίδια ζωή του δρόμου.

Ο Παζολίνι θέτει καθαρά πως ο Ρικέτο και οι σύντροφοι του είναι εκ γενετής περιπλανώμενοι μοιάζοντας με τον Ντην Μοράιαρτι (Dean Moriarty / “The Beat Generation”) του Κέρουακ: μια υπο τάξη (υπόκοσμος) ανθρώπων χωρίς στήριγμα στο μοντερνισμό (και τις ανέσεις του), που έκτοτε έχει χαθεί. Θαύμαζε αυτό που θεωρούσε σ’ αυτούς “απολίτικη επαναστατικότητα” – διαχωρισμένοι από τους παρτιζάνους της πολιτικής που είχαν γεμίσει τη ζωή, της τότε μετα πολεμικής Ιταλίας.

Ανάλυση: Ως προς τα λογοτεχνικά του κείμενα, “Τα παιδιά της Ζωής” αποτελεί ένα εγχείρημα να φέρει κοντά στο πλατύ κοινό τη ζωή των παιδιών που ζουν στο περιθώριο, περνώντας τη μέρα τους στους δρόμους, επιδιδόμενοι σε λογής πράξεις – ανήθικες ακόμη, για να βγάλουν το ψωμί – τους “κολπατζήδες”, που πάνε από κόλπο σε κόλπο.

Κανείς ως τότε δεν είχε ασχοληθεί μαζί τους, το θέμα αυτό ήταν κάτι σαν κλειστό βιβλίο. Έγραψε το βιβλίο στη γλώσσα τους – μια αργκό του δρόμου την οποία οικειοποιήθηκε απολύτως περιγράφοντας πιστά  – κάτι που στη πραγματικότητα ονομάσθηκε Λούμπεν Προλεταριάτο.

Στο μετέπειτα βιβλίο του “Αιρετικός Εμπειρισμός” τονίζει πως η λογοτεχνική γραφή πρέπει να είναι σε γλώσσα διαφορετική απ’ αυτή του συγγραφέα – μη αμφισβητώντας, αφήνοντας περιθώριο για έναν νατουραλισμό της αφήγησης. Άλλο χαρακτηριστικό της αφήγησης είναι πως ο αφηγητής δεν δίνει καμιά πληροφορία για το υπόβαθρο της ζωής των ηρώων του – σε αναγνώστες μη εξοικειωμένους μ’ αυτά τα κοινωνικά στρώματα (μπακγκράουντ).

Γίνεται ο ίδιος κάποιος απ’ αυτούς που περιγράφει. Δεν αφηγείται εκ των έξω. Είδε αυτή την τάξη σαν τη μόνη που θα μπορούσε να επιζήσει από την διαφθορά που έφερνε η βιομηχανοποίηση και ο μοντερνισμός – κάτι σαν ανθρώπινο κέλυφος περιλαμβάνοντας τους μόνους που θα μπορούσαν να παραμείνουν ελεύθεροι. Γι αυτό το λόγο τους σέβεται και τους θεωρεί ως τη μόνη αληθινά καταπιεσμένη τάξη που και ο ίδιος ο Κομουνισμός υποτίμησε, με την ονομασία Lumpen Proletariat (Λούμπεν Προλεταριάτο /ονομασία από τους Μαρξ Ένγκελς).

Εκδόσεις Οδυσσέας σελ. 302, ημερομηνία κυκλ. 2006, γλώσσα πρωτοτύπου Ιταλικά.

Χορός που συναρπάζει

Gloria Estefan

Από τους πιο γνωστούς έθνικ χορούς είναι η Σάμπα. Πατρίδα της η Βραζιλία όπου οι ήχοι της δεν ξεχύνονται μόνο κατά το καρναβάλι του Ρίο αλλά σε όλη την καθημερινότητα των δρόμων, των καφέ, στα διάφορα μέρη των αστικών κέντρων. Εκπρόσωπος της μουσικής κατά κύριο λόγο είναι ο Σέρτζιο Μέντες και ακολούθησαν και άλλοι αυτή την παράδοση.

Παράδοση που εξαπλώνεται σε όλα τα κράτη της Λατινικής Αμερικής με διάφορες παραλλαγές πλην της Αργεντινής που έμβλημα της έχει το Τάγκο – χορός περιπαθής σε αντίθεση με τη Σάμπα που είναι άκρως χαρούμενος και σε γρήγορο τέμπο – κρατώντας ωστόσο κάποια στοιχεία ηδυπάθειας κι αυτός. Στην Κούβα ανάλογος χορός είναι η Σάλσα – γρήγορος ρυθμός με ξέφρενες χορευτικές φιγούρες κι αυτός.

Gloria Estefan – Mi Tierra

Εκπρόσωποι αυτής της μουσικής εκτός από το Βραζιλιάνο Σέρτζιο Μέντες είναι η Σίλια Κρουζ, ο Τίτο Πουέντε με τα τύμπανα του, ο Κάρλος Σαντάνα, η Γκλόρια Εστεφάν.  Σήμερα πολλοί άνθρωποι ενδιαφέρονται να μάθουν τους εξωτικούς λάτιν χορούς κι έτσι προστρέχουν στις σχολές χορού. Σε μια βραδιά οργανωμένη από μια σχολή δεν θα μπορούσε να λείπει το τάγκο και η σάμπα.

Το ζευγάρι που χόρευε Σάμπα ήταν τέλειο. Συγχαρητήρια! τους είπαμε συνεπαρμένοι από το ρυθμό που είχαν μεταξύ τους με τις γρήγορες φιγούρες. Στροβιλίζονταν στην πίστα με τον ενθουσιασμό που δίνουν στη ψυχή και στο σώμα οι γρήγοροι ξέφρενοι ρυθμοί της μουσικής. Αυτές οι χώρες πραγματικά έχουν το ρυθμό και το χορό μέσα στο αίμα των κατοίκων τους, κι εμείς πάντα θα μένουμε με τη μαγεία των ρυθμών της μουσικής τους.

Δύο πρωϊνά στους Δελφούς

Jacqueline de Romilly
Jacqueline de Romilly

Jacqueline de Romilly – Δύο πρωϊνά στους Δελφούς
Είχα έλθει στους Δελφούς με κάποιους φίλους από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας, που είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια για την αποκάλυψη των Δελφών. Πράγματι εδώ πρέπει να φανταστούμε ένα από τα μεγάλα αρχαιολογικά βήματα της ιστορίας. Οι Δελφοί στη σύγχρονη εποχή, ήταν κυριολεκτικά εξαφανισμένοι! Χρησιμοποιώ τη λέξη με όλη τη σημασία της: το χώμα είχε σκεπάσει ό,τι είχε απομείνει από το περιώνυμο ιερό του Απόλλωνα και το μαντείο του· όλα είχαν εξαφανιστεί και η πόλη και οι ναοί και οι κίονες και τα αγάλματα.

Το χώμα είχε καλύψει τα πάντα και κανείς δεν ήξερε, ούτε κατά προσέγγιση, πού βρί­σκονταν οι περίφημοι Δελφοί. Όσα βλέπουμε σήμερα βρέθηκαν μόλις πριν από έναν αιώνα. Με πεισματική εργασία η περιοχή καθαρίστηκε από όλες τις επιχωματώσεις, και τα ευρήματα ταξινομήθηκαν, αποκαταστάθηκαν -όσα βέβαια ήταν δυνατόν να αποκατασταθούν- και τοποθετήθηκαν με πολλή προσοχή σε ένα μου­σείο, σε μια εποχή που δεν ήταν εφικτό να γίνουν περισσότερα. Η ανακάλυψη της αρχαίας τοποθεσίας επανέφερε τους επισκέπτες. Ο τόπος ξαναβρήκε τη ζωντάνια του και ξανακούγονταν, όπως άλλοτε, ομιλίες σε κάθε γλώσσα στα πόδια των Φαιδριάδων.

Jacqueline De Romilly

Η Γαλλική Σχολή της Αθήνας που διενεργούσε τις ανασκαφές, διέθετε ένα μικρό κατάλυμα εκεί πλάι και έτσι μπόρεσα να μείνω για μια νύχτα, σε ένα δωμάτιο, από όπου ήταν εύκολο να έχω άμεση πρόσβαση στον ιερό χώρο, κάθε στιγμή. Πράγμα που φυσι­κά εκμεταλλεύτηκα πολύ νωρίς το πρωί· δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την ανάμνηση. Είχα καθηλωθεί στην πόρτα που μόλις διάβηκα δειλά και έκθαμβη. Βρισκόμουν εδώ, στο κατώφλι αυτού του απα­γορευμένου για όλους χώρου, στο κατώφλι ενός χρόνου που δεν άνηκε πια ούτε στο παρελθόν ούτε στο παρόν. Ήξερα ότι ο τόπος αυτός υπήρξε κέντρο λαμπρών εορτασμών, μεγάλων συγκινήσεων και μιας μεγαλόπρεπης ομορφιάς που συγκινούσε τους πάντες. Επιπλέον υπήρχαν τα πλήθη του παρελθόντος. Και τώρα, μετά το διάβα τόσων αιώνων, υπάρχουν τα πλήθη των επισκεπτών που περιφέρονται ανάμεσα στα αναστυλωμένα ερείπια, φλυαρούν στις διαφορετικές γλώσσες τους, βγάζουν φωτογραφίες, σταμα­τούν για να καδράρουν μια εικόνα, και έπειτα τρέχουν βιαστικά για να συναντήσουν την ομάδα τους.

“Από το Φλάουτο στην Απολλώνια λύρα”, μτφρ. Μπάμπη Αθανασίου και Κατερίνα Μηλιαρέση, έκδ. Graal/To Άστυ Αθήνα 2005. Το άλμπουμ με τις φωτογραφίες βρίσκεται στο τέλος του κειμένου.

Από pro-europa.eu

Ηδονές και μέρες

Les Plaisirs et les Jours – 1896 Marcle Proust – Τα πρώτα κείμενα

Ηδονές και Μέρες – εκδ. Ηριδανός

Μετά τον “Αδιάφορο και άλλα νεανικά διηγήματα” το δεύτερο βιβλίο “Ηδονές και μέρες” (1896) με συλλογή διηγημάτων, κινείται στα ίδια πλαίσια που προετοίμασαν το μεγάλο έργο του “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο”.

Οι “Ηδονές και μέρες” (Les Plaisirs et les Jours τίτλος πρωτοτύπου), τα νεανικά διηγήματα του Μαρσέλ Προυστ, αποτελούν τον προάγγελο του μετέπειτα, πασίγνωστου σήμερα, πολύ σημαντικού συγγραφικού του έργου. Περιέχουν στοιχεία αυτοβιογραφικά, ενώ συγχρόνως μας μεταφέρουν την εικόνα της εποχής του. Σύμφωνα με το συγγραφέα, “το βιβλίο είναι το προϊόν ενός άλλου εγώ”, που παρατηρεί, καταγράφει και μεταφέρει αυτά που διαδραματίζονται στα κοσμικά και λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής, την καθημερινή ζωή, τις εσωτερικές συγκρούσεις.

(Γόνος πλούσιας, αστικής οικογένειας -ο πατέρας του ήταν φημισμένος γιατρός- ο Μαρσέλ δεν άργησε να βρεθεί στο περιβάλλον της υψηλής κοινωνίας της πρωτεύουσας και άρχισε να δημοσιεύει άρθρα κοσμικού περιεχομένου σε διάφορα έντυπα.)

Μαρσέλ Προυστ Το τέλος της ζήλειας
Τέρψεις και Ημέραι Το Τέλος της Ζήλεια εκδ. Άγρα

Περιγράφει με τρόπο μοναδικό τις χαρές, τις λύπες, τις ελπίδες, τα όνειρα, τις αγωνίες των κοσμικών αλλά και των απλών ανθρώπων και συγχρόνως την απογοήτευση, τη ζήλια, τον πόνο και το θάνατο. Η ποίηση, ο λυρισμός, η μουσική, τα χρώματα και η ευαισθησία του συγγραφέα θα αγγίξουν την ψυχή του αναγνώστη…

Περιλαμβάνονται τα διηγήματα: – “Ο θάνατος του Βαλτασάρ Σιλβανδού, υποκόμη της Συλβανίας”
– “Βιολάντη ή Η κοσμική ζωή”
– “Κοσμικά και μουσικά Μπουβαρδή και Πεκουσέτου”
– “Η εξομολόγηση μιας κοπέλας”
– “Το τέλος της ζήλειας”

Marcel Proust - Plaisirs et Jours
Ηδονές και Μέρες

“Ποια στοιχεία έχουν κοινά το πρώτο έργο του Προυστ και το “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο”; Είναι στοιχεία πάσης φύσεως. Ροπή προς την ψυχολογική ανάλυση, προς την ανθρώπινη ή την κοινωνική τυπολογία, τάση προς τη διαμόρφωση συμβόλων και την υφολογική μορφολόγηση του ποιητικώς εκφράζεσθαι (η οποία και συγκερνά την κατάχρηση φιλολογικού ναρκισισμού και ουδετερώνει το ρεαλισμό). Άλλα στοιχεία, προσωπικότερα, αναφέρονται στην προυστική θεματολογία στο επίπεδο των αντικειμένων, των ιδεών ή των συναισθημάτων: τα λουλούδια, τα καράβια ή τα σύννεφα, η θάλασσα, το βουνό, η διαλεκτική σχέση απουσίας και φαντασίας, η σχέση ανάμεσα στον έρωτα, τη ζήλεια και τη μοναξιά, η αντιστικτική συμπαράθεση του θανάτου και του χρόνου, η σημασία των γραμμάτων, της μουσικής, της ζωγραφικής, η επιλεκτική περιγραφή των κοσμικών κύκλων, η νοσταλγία της εφηβείας που έχει διαφθαρεί από μια πρώτη εμπειρία, η ανάλυση της γυναικείας διαστροφής.”

Εκδόσεις Ηριδανός Ηδονές και μέρες

Άρρωστο Πάθος

ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ 1871 – 1922 (51)

Ο Αδιάφορος

Ο Αδιάφορος έργο νεανικό γλαφυρό προανάκρουσμα του κατοπινού έργου ζωής, του “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο” (A la recherche du Temps Perdu”. Έργο ζωής και ψυχής συνάμα, όπου εκεί ο Προυστ περιέγραψε τους ανθρώπινους χαρακτήρες (που τον ενδιέφεραν και δημιούργησε), σε όλη τη γκάμα της εσωτερικής και εξωτερικής καθημερινότητας τους: οι υψηλοί καλεσμένοι, τα κρυφά αισθήματα, οι περίτεχνες ενασχολήσεις, τα κοσμικά σαλόνια του Παρισιού – με επίκεντρο πάντα τις δαιδαλώδεις διακυμάνσεις των ερωτικών συναισθημάτων, την χαρά και την απελπισία – μαζί μ’ αυτή του λουλουδιού (ορχιδέας συνήθως) που καρφιτσώνεται στο ένδυμα το βράδυ, για να μαραθεί μόλις τα φώτα της γιορτής σβήσουν με τον αφηγητή πάντα παρόντα: ένα άγρυπνο μάτι, να παρακολουθεί τους αγαπημένους του.

Άρρωστο Πάθος: Ο ΑΔΙΑΦΟΡΟΣ (1896)
Ο Μαρσέλ Προυστ ολοκληρώνει δίνοντας προς δημοσίευση στη La Vie contemporaine et Revue parisienne Réunies τον “Αδιάφορο” το 1896, που μαζί με άλλα σύντομα διηγήματα αποτελούν το προάγγελμα για το μεγάλο έργο που θα έγραφε – το “Αναζητώντας το χαμένο χρόνο”: εδώ συναντάμε τα πιο γνωστά θέματα αυτού του κατοπινού μεγάλου έργου του: τις κρίσεις άσθματος, τις κατλέγιες, την όπερα, – κυρίως όμως αυτό της βίωσης (cristallisation κατά τον Στεντάλ στο έργο του “Περί έρωτος”) – του έρωτα που θα αναπτύξει διεξοδικότερα στο “Ένας έρωτας του Σουάν”, καθώς και τις εξιστορήσεις των συναισθηματικών διακυμάνσεων του αφηγητή προς τη δούκισα ντε Γκερμάντ, και την Αλμπερτίν, στο 3ο και 4ο τόμο με τον γενικό υπότιλο (Σόδομα και Γόμορα).

L’ Indifférent – Marcel Proust

Εισαγωγή: Το έργο αυτό “ο Αδιάφορος”,  δεν έγινε γνωστό στο ευρύτερο κοινό παρά μόνον το 1978 που εξεδόθη από τον εκδ. οίκο Gallimard, καθώς τότε το ανακάλυψε στις εφήμερες σελίδες του παλιού περιοδικού, ο Philip Kolb μελετητής και επιμελητής της έκδοσης της αλληλογραφίας του Μαρσέλ Προυστ.

Μπορεί να υποθέσει ακόμη κανείς πως γράφτηκε το 1893 τότε που ο Προυστ δεν ήταν παρά μόνον 22 ετών. Είναι ένα σύντομο – στην μετέπειτα έκδοση του Γκαλιμάρ, μόλις 80 σελίδες), κομψής γραφής διήγημα, για τον απελπισμένο έρωτα της Μαντλέν ντε Γκουβρ προς τον Λεπρέ έναν μυστηριώδη ωραίο νεαρό “μ’ ένα πρόσωπο εποχής Λουδοβίκου 13ου, λεπτό και αριστοκρατικό”, όπως η ίδια τον αναπολεί στη μοναξιά του σπιτιού της.

Υπόθεση: Η κ. Μαντλέν ντε Γκουβρ χήρα, είναι από τις πιο ωραίες, ευφυείς, κομψές γυναίκες των Παρισινών κοσμικών σαλονιών της εποχής αυτής του τέλους του 19ου αιώνα. Με δυο λόγια είναι μια περιζήτητη ύπαρξη. Στην αρχή δεν δίνει σημασία στον ήδη γνώριμο της Λεπρέ από κάποιες κοσμικές συναντήσεις. Όμως τη βραδυά της Όπερας τον προσέχει ιδιαίτερα, καθώς εκείνος δεν έρχεται να καθίσει μαζί της στο θεωρείο γιατί όπως λέει στη φίλη της “δεν έχει καθόλου χρόνο και πρέπει να αναχωρήσει”.

Εξέλιξη: Ποτέ ο Λεπρέ δεν φαίνεται να έχει καθόλου χρόνο να της αφιερώσει, οι συναντήσεις τους ως καλεσμένοι σε δείπνα κοινών φίλων παραμένουν αραιές. Θέλοντας να μάθει κάτι που ίσως φώτιζε την αιτία της άρνησης εκ μέρους του των επίμονων προσκλήσεων της απευθύνεται σε κοινούς φίλους ρωτώντας για το άτομο του:
“Ο Λεπρέ είναι ένας γοητευτικός νέος, έχει όμως ένα βίτσιο: του αρέσουν οι χυδαίες γυναίκες. αυτές που μαζεύει κανείς από το βούρκο, και τις αγαπάει μέχρι τρέλας. Μερικές φορές μάλιστα περνάει τις νύχτες του στα προάστια ή στις περιφερειακές λεωφόρους ριψοκινδυνεύοντας να τον σκοτώσουν κι όχι μόνο τις αγαπάει σαν τρελός αλλά δεν αγαπάει παρά μονάχα αυτές. Παραμένει εντελώς αδιάφορος ακόμη και μπροστά στην πιο ελκυστική γυναίκα της καλής κοινωνίας, την πιο ιδανική κοπέλα. Δεν τις προσέχει καν. Οι απολαύσεις του, οι ενασχολήσεις του, η ζωή του γενικά είναι αλλού.” (Εδώ παρατηρούμε μια έντονη ομοιότητα με τη θεματική του Όσκαρ Ουάιλντ ειδικότερα στο “Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι” – συγγραφεύς που μαζί με τον Ράσκιν, ήταν από τους προσφιλείς στον Προυστ).

Ανατροπή: Συντετριμένη από τις πληροφορίες αυτές, υπό το βάρος του συνεχώς αυξανόμενου έρωτα της προς αυτόν υποδαυλιζόμενος συνεχώς από τις επίμονες πάντα αρνήσεις του πως” δεν έχει καθόλου χρόνο”, τελικά του εξομολογείται τον έρωτα της σε μία επιστολή και εκείνος της απαντά πως “θα αστειεύται”, ελπίζοντας ωστόσο πως θα μπορούσε έστω να διατηρήσει μια φιλία μαζί του. Όμως κι αυτό θα απορριφθεί από εκείνον πάντα με τη γνωστή αιτία πρόφαση της έλλειψης του χρόνου πως “είναι πολύ απασχολημένος, δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να διαθέσει πάνω από μια μέρα το δεκαπενθήμερο”.

Τέλος: Αυτό ήταν που κάνει την αυλαία μεταξύ τους να πέσει οριστικά: ακόμη και στη φιλία που εκείνη του προτείνει αυτός της απαντά “πως δεν έχει χρόνο”. Το ίδιο τότε κάνει κι αυτή, γράφοντας του “τελικά ούτε κι εγώ έχω χρόνο. Ας αποχαιρετισθούμε λοιπόν εδώ, καλέ μου φίλε” σε μια προσπάθεια να σώσει την πληγωμένη της υπερηφάνεια.

Αν και σε πολύ νεαρή ηλικία 22 ετών, ο συγγραφεύς χειρίζεται με μεγάλη άνεση τον αργόστροφο κόσμο των εσωτερικών συναισθημάτων που σιωπηλά, επίμονα κινούνται στην εσώτερη ύπαρξη μας θέλοντας να βρουν έκφραση, διέξοδο και συνακόλουθα την ανταπόκριση τους. Όπως η Οντέτ ντε Κρεσύ στον “Χαμένο χρόνο” δεν ήταν ο τύπος του Σουάν, έτσι και στον “Αδιάφορο” τελικά ο Λεπρέ δεν ήταν ο τύπος της Μαντλέν ντε Γκουβρ.

Το επόμενο βράδυ, στις οκτώ ανήγγειλαν στη Μαντλέν την άφιξη του κ. Λεπρέ. Κατευθύνθηκε στο σαλόνι. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, οι λάμπες δεν είχαν ανάψει ακόμη, κι εκείνος την περίμενε στο μπαλκόνι. Λίγο πιο πέρα μερικά σπίτια περιτριγυρισμένα από κήπους αναπαύονταν στο γλυκό βραδινό φως, απόμακρο, ανατολικό κι ευλαβικό, θαρρείς και ήταν η Ιερουσαλήμ. Το αραιό και απαλό σαν χάδι φως έδινε σε κάθε αντικείμενο μια εντελώς νέα αξία, σχεδόν συγκινητική. Μια φωτισμένη χειράμαξα στη μέση του σκοτεινού δρόμου προκαλούσε συγκίνηση, καθώς και λίγο πιο πέρα ο σκούρος, σχεδόν νυχτερινός κορμός μιας καστανιάς κάτω από τη φυλλωσιά της, έτσι όπως λουζόταν ακόμη στις αχτίνες. Στο τέρμα της λεωφόρου, η δύση έκλινε περίλαμπρα σαν αψίδα θριάμβου διακοσμημένη με χρυσάφια και ουράνιες πρασινάδες. Στο διπλανό παράθυρο κάποια κεφάλια διαβάζανε σκυμμένα με οικεία επιτήδευση. Πλησιάζοντας τον Λεπρέ, η Μαντλέν ένιωσε την κατευναστική γλυκύτητα απ’ όλα αυτά τα πράγματα να καταπραϋνει, να απαλύνει, να μισανοίγει την καρδιά της, και συγκρατήθηκε για να μην κλάψει. Εκείνος πάλι, πιο όμορφος απόψε και πιο γοητευτικός της έκανε διακριτικές φιλοφρονήσεις, κάτι που δεν είχε κάνει μέχρι τότε“.

Μετά από δύο χρόνια γιατρεμένη από το άρρωστο πάθος της θα παντρευτεί τον δούκα ντε Μορτάν με τον οποίο θα περάσει άλλα σαράντα χρόνια της ζωής της.

Εκδόσεις Πατάκη σειρά Πολύτιμοι Λίθοι 2015

Όσοι γνωρίζουν Γαλλικά ας ακούσουν την ανάγνωση του διηγήματος εδώ

Wraps με κοτόπουλο και μανιτάρια

Τορτίγια με κοτόπουλο

Η εξαιρετική γεύση αυτού του τυλιχτού προκύπτει από το κοτόπουλο! Κομμένο σε μικρούς κύβους ανεμεμειγμένο με την πιπεριά και τα μανιτάρια μαζί με τη σάλτσα μαγιονέζας είναι μια ιδιαίτερα ευχάριστη γευστική εμπειρία!

Υλικά:

  • 1 πακέτο Τορτίγιες
  • 1 στήθος κοτόπουλο
  • μανιτάρια (τύπου oyster κατά προτίμηση)
  • κρεμμύδι ξερό
  • πιπεριά
  • φύλλα μαρουλιού
  • μαγιονέζα ή sour cream

Εκτέλεση:
Τσιγαρίζουμε το κρεμμύδι ώσπου να μαραθεί. Προσθέτουμε (αυξάνοντας λίγο τη θερμότητα) το κοτόπουλο κομμένο σε μικρούς κύβους μαζί με άρτυμα κοτόπουλου, να τσιγαρισθεί κι αυτό. Προσθέτουμε την κομμένη πιπεριά και τα μαντιτάρια ανακατεύοντας για κάποια λεπτά έως 5 περίπου.

Εντωμεταξύ ζεσταίνουμε τις τορτίγιες σε τηγάνι ή στο φούρνο  μικροκυμάτων (σε πολύ χαμηλή φωτιά). Τοποθετούμε στην επιφάνεια τους το μαρούλι με μαγιονέζα επάνω απλωμένη – προτιμώμενη η sour cream, κατόπιν το κοτόπουλο με τα μανιτάρια. Διπλώνουμε εν είδη φακέλου ή απλώς τυλίγουμε σιγά-σιγά σε ρολό τις τορτίγιες πιέζοντας καλά να κλείσουν.

Έτοιμο το χορταστικό και νόστιμο σνακ!
100g πίτα = 292cal – προτίμηση ολικής αλέσεως

Προέλευση: durumcompany.com

Ούρσουλα Μιρουέ – Τα πάθη του χρήματος

Ούρσουλα Μιρουέ
Ursule Mirouet – Honore de Balzac 1842
Honoré de Balzac
Honoré de Balzac

Η Ούρσουλα Μιρουέ, μαζί με την Ευγενία Γκραντέ, αποτελούν δύο από τις πλέον εξέχουσες ηρωίδες του Μπαλζακικού έργου “Η Ανθρώπινη Κωμωδία”. Έργα γραμμένα περί τα μέσα του 19ου αιώνα, προοιωνίζουν τη χειραφέτηση της γυναίκας ήδη από την εποχή ενός εξ ορισμού δύσκολου περιβάλλοντος όπως το επαρχιακό: Οι ηρωίδες αυτές θα έχουν να αντιπαλέψουν τα ανυπέρβλητα θα έλεγε κανείς εμπόδια, ενός εχθρικού περίγυρου.

Ούρσουλα Μιρουέ Πρώτη δημοσίευση στον “Αγγελιοφόρο” το 1841, εκδόθηκε σε βιβλίο το 1842, στη σειρά “Μελέτες Ηθών” μέρος της επί μέρους σειράς “Σκηνές της επαρχιακής ζωής” (Scènes de la vie de province), της “Ανθρώπινης Κωμωδίας” (la Comédie humaine).

ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η Ούρσουλα Μιρουέ, είναι κόρη ορφανή, υπό την προστασία και ανατροφή του κηδεμόνα της γιατρού Μινορέ που διαμένει στη Νεμούρ έχοντας αφήσει πλέον το Παρίσι. Ο καλός γιατρός άλλο δεν θέλει παρά την ευτυχία της μαθήτριας πια Ούρσουλας, προσφέροντας της ανέσεις αλλά και μόρφωση υψηλής ποιότητας.

Η Ούρσουλα περιβάλλεται από τη στοργή ενός παπά, του ηλικιωμένου γιατρού, καθώς και από μια αφοσιωμένη υπηρέτρια. Μετά το θάνατο του ο γιατρός τη χρήζει κληρονόμο του. Όμως τη περιουσία του εποφθαλμιούν συγγενείς καθόλου ευνοϊκοί προς αυτήν. Όταν ο γιατρός πεθαίνει ενόσο αυτή είναι είκοσι ετών, οι συγγενείς θέτουν τότε αυτήν ως στόχο, για να αρπάξουν ό,τι μπορέσουν από την περιουσία του.

Επίδοξοι κληρονόμοι με λίγη ή πολλή συνάφεια, είναι πολλοί στην πόλη . Καθώς φοβούνται ότι δεν θα έχουν κανένα μερίδιο εξ αιτίας της, προσπαθούν με μανία να αποδείξουν πως εκείνη είναι το ίδιο μ’ αυτούς:  άπληστοι συμφεροντολόγοι. Ενώνονται εναντίον της χρησιμοποιώντας σκοτεινές μεθοδεύσεις, επικαλούμενοι το γεγονός πως αυτή έπεισε το γιατρό να πάει στην εκκλησία ενώ αυτός ήταν ακόμη άθεος.

Η ανησυχία τους μεγαλώνει καθώς οι σχέσεις του γιατρού με τον παπά γίνονται όλο και στενότερες. Η σατανικότητα ενός εξ αυτών, του Μινορέ Λεβρό, τον κάνει να κλέψει τίτλους περιουσιακών ιδιοκτησιών που είχαν περιέλθει στην Ούρσουλα από τον γιατρό για την εξασφάλιση του μέλλοντος της, με τις αποδόσεις των ενοικίων τους.

Οδηγημένη στη φτώχεια και υποκείμενη στις διώξεις και στις ανομίες του ενόχου καθώς και των υπολοίπων αδίστακτων συγγενών, η Ούρσουλα βρίσκεται σε μεγάλη απελπισία, τόση που να απειλεί την υγεία της και να προοιωνίζει το θάνατο της. Την απειλούν συνεχώς με ανώνυμες επιστολές, συκοφαντίες, εκβιασμούς.

Η Ούρσουλα Μιρουέ στο σαλόνι του σπιτιού της Χαρακτικό έργο: Édouard Toudouze

Όμως η αθωότητα δεν θ’ αργήσει να θριαμβεύσει. Υποστηριζόμενη από τον έρωτα του Σαβινιέν ντε Πορτεντυέρ και άλλους φίλους του γιατρού, υπόκειται στις εμπειρίες ενός εχθρικού περιβάλλοντος τόσο έντονες που να την κάνουν να διακατέχεται ακόμη κι από ενοράσεις, που οδηγούν σε μυστηριώδεις αποκαλύψεις. Στο τέλος, η Ούρσουλα θα αποδειχθεί αθώα και θα κερδίσει την ευτυχία που αξίζει. Παντρεύεται τον Σαβινιέν ντε Πορτεντυέρ που έχει πια μια τιμητική θέση στο Ναυτικό – χάρη στο θείο του Κόμη ντε Κεργκαρουέ.

Περισσότερα για την Μπαλζακική ηρωίδα Ούρσουλα Μιρουέ αντιμέτωπη με τους εχθρικούς επίδοξους κληρονόμους – περισσότερα για Μπαλζάκ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ Σ’αυτό το ιδιαίτερα Μπαλζακικό έργο, παρατηρούμε την αθωότητα και την επιδεξιότητα της Ούρσουλα Μιρουέ καθώς καταδιώκεται από τους βάναυσους συγγενείς του κηδεμόνα της γιατρού Μινορέ, αλλά και το γεγονός πως ο Balzac, βρίσκει πρόσφορο το έδαφος, (επαρχιωτισμός, απληστία) για να επεκταθεί στα υπερφυσικά φαινόμενα, το μυστικισμό, τη μετάδοση της σκέψης – ψυχικά φαινόμενα που τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ψάχνει επίσης να πείσει τον άπιστο προς το υπερφυσικό αναγνώστη, αποδεικτικά στοιχεία με τη στήριξη εξηγήσεων και μαρτυριών αναφερόμενες στις θεωρίες του Αλέξη Ντιντιέ (περίφημου μέντιουμ), καθώς και του Φραντς Αντόν Μεσμέρ. Δείχνει επίσης πως ο γιατρός Μινορέ ένας άθεος αγγίζεται από τη Χάρη αποκτώντας Πίστη –  ήδη θέμα του γιατρού Ντεπλέν, στο έργο “Η Λειτουργία του Άθεου” (“Χρονικά του Παρισιού”, Chronique de Paris, 1836).

Προσαρμογή από Wikiwand.com – Εικονογράφηση Εντουάρ Τουντούζ (Édouard Toudouze).

Γευστική Μελιτζανόπιτα

Μελιτζανόπιτα
Μελιτζανόπιτα με ζύμη Κουρού

Οι πίτες είναι πάντα ευπρόσδεκτες στο τραπέζι μας. Νόστιμες, χορταστικές αποτελούν μια πολύ καλή επιλογή για το φαγητό της μέρας μόνο που έχουν κάποια πιο σύνθετη διαδικασία ετοιμασίας καθώς χρειάζεται το φύλλο και η γέμιση —λόγος που επιλέγονται οι έτοιμες. Στην περίπτωση της Μελιτζανόπιτας χρειάζονται μελιτζάνες και έτοιμη ζύμη κουρού, τριμμένο τυρί, μια ελαφριά μπεσαμέλ ως υλικά.

Υλικά: 1 πακέτο φύλλο κουρού Κανάκη
6 Μελιτζάνες φλάσκες
Τριμμένο κασέρι
Ελαφριά Μπεσαμέλ

Για αρχή: Βάζουμε τις μελιτζάνες στη σχάρα του γκριλ για 1 ώρα τουλάχιστον να ψηθούν αποκτώντας ένα ευχάριστο άρωμα καπνιστής γεύσης.

Μελιτζάνες φλάσκες στο γκριλ

Εκτέλεση: Σε πολύ δυνατό φούρνο ψήνουμε τις μελιτζάνες για μια ώρα τουλάχιστον χωρίς να τις γυρίζουμε. Τοποθετούμε σε σουρωτήρι μόλις χλιαρύνουν τις ξεφλουδίζουμε πετώντας το φλούδι και στίβουμε στραγγίζοντας τες καλά. Ετοιμάζουμε μια ελαφριά μπεσαμέλ με γάλα, αλεύρι, βούτυρο.  Αδειάζουμε το τριμμένο τυρί στη Μπεσαμέλ ανακατεύοντας καλά. Προσθέτουμε τις λειωμένες μελιτζάνες ανακατεύοντας πάλι. Αδειάζουμε το μείγμα στο 1 φύλλο κουρού, σκεπάζουμε με το άλλο. Αλείφουμε την επιφάνεια με χτυπημένο λίγο αυγό

Ελαφριά Μπεσαμέλ: Ζεσταίνουμε το βούτυρο να λειώσει, προσθέτουμε το αλεύρι (για όλες τις χρήσεις) και κατόπιν σταδιακά το γάλα που έχουμε ήδη ζεστάνει. Ανακατεύουμε σε χλιαρό μάτι ώσπου να γίνει μια λεία ενοποιημένη μάζα

Bon Appétit!