Αρχείο κατηγορίας Βιβλία

Ηδονές και μέρες

Les Plaisirs et les Jours – 1896 Marcle Proust – Τα πρώτα κείμενα

Ηδονές και Μέρες – εκδ. Ηριδανός

Μετά τον «Αδιάφορο και άλλα νεανικά διηγήματα» το δεύτερο βιβλίο «Ηδονές και μέρες» (1896) με συλλογή διηγημάτων, κινείται στα ίδια πλαίσια που προετοίμασαν το μεγάλο έργο του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο».

Οι «Ηδονές και μέρες» (Les Plaisirs et les Jours τίτλος πρωτοτύπου), τα νεανικά διηγήματα του Μαρσέλ Προυστ, αποτελούν τον προάγγελο του μετέπειτα, πασίγνωστου σήμερα, πολύ σημαντικού συγγραφικού του έργου. Περιέχουν στοιχεία αυτοβιογραφικά, ενώ συγχρόνως μας μεταφέρουν την εικόνα της εποχής του. Σύμφωνα με το συγγραφέα, «το βιβλίο είναι το προϊόν ενός άλλου εγώ», που παρατηρεί, καταγράφει και μεταφέρει αυτά που διαδραματίζονται στα κοσμικά και λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής, την καθημερινή ζωή, τις εσωτερικές συγκρούσεις.

(Γόνος πλούσιας, αστικής οικογένειας -ο πατέρας του ήταν φημισμένος γιατρός- ο Μαρσέλ δεν άργησε να βρεθεί στο περιβάλλον της υψηλής κοινωνίας της πρωτεύουσας και άρχισε να δημοσιεύει άρθρα κοσμικού περιεχομένου σε διάφορα έντυπα.)

Μαρσέλ Προυστ Το τέλος της ζήλειας
Τέρψεις και Ημέραι Το Τέλος της Ζήλεια εκδ. Άγρα

Περιγράφει με τρόπο μοναδικό τις χαρές, τις λύπες, τις ελπίδες, τα όνειρα, τις αγωνίες των κοσμικών αλλά και των απλών ανθρώπων και συγχρόνως την απογοήτευση, τη ζήλια, τον πόνο και το θάνατο. Η ποίηση, ο λυρισμός, η μουσική, τα χρώματα και η ευαισθησία του συγγραφέα θα αγγίξουν την ψυχή του αναγνώστη…

Περιλαμβάνονται τα διηγήματα: – «Ο θάνατος του Βαλτασάρ Σιλβανδού, υποκόμη της Συλβανίας»
– «Βιολάντη ή Η κοσμική ζωή»
– «Κοσμικά και μουσικά Μπουβαρδή και Πεκουσέτου»
– «Η εξομολόγηση μιας κοπέλας»
– «Το τέλος της ζήλειας»

Marcel Proust - Plaisirs et Jours
Ηδονές και Μέρες

«Ποια στοιχεία έχουν κοινά το πρώτο έργο του Προυστ και το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο»; Είναι στοιχεία πάσης φύσεως. Ροπή προς την ψυχολογική ανάλυση, προς την ανθρώπινη ή την κοινωνική τυπολογία, τάση προς τη διαμόρφωση συμβόλων και την υφολογική μορφολόγηση του ποιητικώς εκφράζεσθαι (η οποία και συγκερνά την κατάχρηση φιλολογικού ναρκισισμού και ουδετερώνει το ρεαλισμό). Άλλα στοιχεία, προσωπικότερα, αναφέρονται στην προυστική θεματολογία στο επίπεδο των αντικειμένων, των ιδεών ή των συναισθημάτων: τα λουλούδια, τα καράβια ή τα σύννεφα, η θάλασσα, το βουνό, η διαλεκτική σχέση απουσίας και φαντασίας, η σχέση ανάμεσα στον έρωτα, τη ζήλεια και τη μοναξιά, η αντιστικτική συμπαράθεση του θανάτου και του χρόνου, η σημασία των γραμμάτων, της μουσικής, της ζωγραφικής, η επιλεκτική περιγραφή των κοσμικών κύκλων, η νοσταλγία της εφηβείας που έχει διαφθαρεί από μια πρώτη εμπειρία, η ανάλυση της γυναικείας διαστροφής.»

Εκδόσεις Ηριδανός Ηδονές και μέρες

Άρρωστο Πάθος

ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ 1871 – 1922 (51)

Ο Αδιάφορος

Ο Αδιάφορος έργο νεανικό γλαφυρό προανάκρουσμα του κατοπινού έργου ζωής, του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» (A la recherche du Temps Perdu». Έργο ζωής και ψυχής συνάμα, όπου εκεί ο Προυστ περιέγραψε τους ανθρώπινους χαρακτήρες (που τον ενδιέφεραν και δημιούργησε), σε όλη τη γκάμα της εσωτερικής και εξωτερικής καθημερινότητας τους: οι υψηλοί καλεσμένοι, τα κρυφά αισθήματα, οι περίτεχνες ενασχολήσεις, τα κοσμικά σαλόνια του Παρισιού – με επίκεντρο πάντα τις δαιδαλώδεις διακυμάνσεις των ερωτικών συναισθημάτων, την χαρά και την απελπισία – μαζί μ’ αυτή του λουλουδιού (ορχιδέας συνήθως) που καρφιτσώνεται στο ένδυμα το βράδυ, για να μαραθεί μόλις τα φώτα της γιορτής σβήσουν με τον αφηγητή πάντα παρόντα: ένα άγρυπνο μάτι, να παρακολουθεί τους αγαπημένους του.

Άρρωστο Πάθος: Ο ΑΔΙΑΦΟΡΟΣ (1896)
Ο Μαρσέλ Προυστ ολοκληρώνει δίνοντας προς δημοσίευση στη La Vie contemporaine et Revue parisienne Réunies τον «Αδιάφορο» το 1896, που μαζί με άλλα σύντομα διηγήματα αποτελούν το προάγγελμα για το μεγάλο έργο που θα έγραφε – το «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο»: εδώ συναντάμε τα πιο γνωστά θέματα αυτού του κατοπινού μεγάλου έργου του: τις κρίσεις άσθματος, τις κατλέγιες, την όπερα, – κυρίως όμως αυτό της βίωσης (cristallisation κατά τον Στεντάλ στο έργο του «Περί έρωτος») – του έρωτα που θα αναπτύξει διεξοδικότερα στο «Ένας έρωτας του Σουάν», καθώς και τις εξιστορήσεις των συναισθηματικών διακυμάνσεων του αφηγητή προς τη δούκισα ντε Γκερμάντ, και την Αλμπερτίν, στο 3ο και 4ο τόμο με τον γενικό υπότιλο (Σόδομα και Γόμορα).

L’ Indifférent – Marcel Proust

Εισαγωγή: Το έργο αυτό «ο Αδιάφορος»,  δεν έγινε γνωστό στο ευρύτερο κοινό παρά μόνον το 1978 που εξεδόθη από τον εκδ. οίκο Gallimard, καθώς τότε το ανακάλυψε στις εφήμερες σελίδες του παλιού περιοδικού, ο Philip Kolb μελετητής και επιμελητής της έκδοσης της αλληλογραφίας του Μαρσέλ Προυστ.

Μπορεί να υποθέσει ακόμη κανείς πως γράφτηκε το 1893 τότε που ο Προυστ δεν ήταν παρά μόνον 22 ετών. Είναι ένα σύντομο – στην μετέπειτα έκδοση του Γκαλιμάρ, μόλις 80 σελίδες), κομψής γραφής διήγημα, για τον απελπισμένο έρωτα της Μαντλέν ντε Γκουβρ προς τον Λεπρέ έναν μυστηριώδη ωραίο νεαρό «μ’ ένα πρόσωπο εποχής Λουδοβίκου 13ου, λεπτό και αριστοκρατικό», όπως η ίδια τον αναπολεί στη μοναξιά του σπιτιού της.

Υπόθεση: Η κ. Μαντλέν ντε Γκουβρ χήρα, είναι από τις πιο ωραίες, ευφυείς, κομψές γυναίκες των Παρισινών κοσμικών σαλονιών της εποχής αυτής του τέλους του 19ου αιώνα. Με δυο λόγια είναι μια περιζήτητη ύπαρξη. Στην αρχή δεν δίνει σημασία στον ήδη γνώριμο της Λεπρέ από κάποιες κοσμικές συναντήσεις. Όμως τη βραδυά της Όπερας τον προσέχει ιδιαίτερα, καθώς εκείνος δεν έρχεται να καθίσει μαζί της στο θεωρείο γιατί όπως λέει στη φίλη της «δεν έχει καθόλου χρόνο και πρέπει να αναχωρήσει».

Εξέλιξη: Ποτέ ο Λεπρέ δεν φαίνεται να έχει καθόλου χρόνο να της αφιερώσει, οι συναντήσεις τους ως καλεσμένοι σε δείπνα κοινών φίλων παραμένουν αραιές. Θέλοντας να μάθει κάτι που ίσως φώτιζε την αιτία της άρνησης εκ μέρους του των επίμονων προσκλήσεων της απευθύνεται σε κοινούς φίλους ρωτώντας για το άτομο του:
«Ο Λεπρέ είναι ένας γοητευτικός νέος, έχει όμως ένα βίτσιο: του αρέσουν οι χυδαίες γυναίκες. αυτές που μαζεύει κανείς από το βούρκο, και τις αγαπάει μέχρι τρέλας. Μερικές φορές μάλιστα περνάει τις νύχτες του στα προάστια ή στις περιφερειακές λεωφόρους ριψοκινδυνεύοντας να τον σκοτώσουν κι όχι μόνο τις αγαπάει σαν τρελός αλλά δεν αγαπάει παρά μονάχα αυτές. Παραμένει εντελώς αδιάφορος ακόμη και μπροστά στην πιο ελκυστική γυναίκα της καλής κοινωνίας, την πιο ιδανική κοπέλα. Δεν τις προσέχει καν. Οι απολαύσεις του, οι ενασχολήσεις του, η ζωή του γενικά είναι αλλού.» (Εδώ παρατηρούμε μια έντονη ομοιότητα με τη θεματική του Όσκαρ Ουάιλντ ειδικότερα στο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» – συγγραφεύς που μαζί με τον Ράσκιν, ήταν από τους προσφιλείς στον Προυστ).

Ανατροπή: Συντετριμένη από τις πληροφορίες αυτές, υπό το βάρος του συνεχώς αυξανόμενου έρωτα της προς αυτόν υποδαυλιζόμενος συνεχώς από τις επίμονες πάντα αρνήσεις του πως» δεν έχει καθόλου χρόνο», τελικά του εξομολογείται τον έρωτα της σε μία επιστολή και εκείνος της απαντά πως «θα αστειεύται», ελπίζοντας ωστόσο πως θα μπορούσε έστω να διατηρήσει μια φιλία μαζί του. Όμως κι αυτό θα απορριφθεί από εκείνον πάντα με τη γνωστή αιτία πρόφαση της έλλειψης του χρόνου πως «είναι πολύ απασχολημένος, δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να διαθέσει πάνω από μια μέρα το δεκαπενθήμερο».

Τέλος: Αυτό ήταν που κάνει την αυλαία μεταξύ τους να πέσει οριστικά: ακόμη και στη φιλία που εκείνη του προτείνει αυτός της απαντά «πως δεν έχει χρόνο». Το ίδιο τότε κάνει κι αυτή, γράφοντας του «τελικά ούτε κι εγώ έχω χρόνο. Ας αποχαιρετισθούμε λοιπόν εδώ, καλέ μου φίλε» σε μια προσπάθεια να σώσει την πληγωμένη της υπερηφάνεια.

Αν και σε πολύ νεαρή ηλικία 22 ετών, ο συγγραφεύς χειρίζεται με μεγάλη άνεση τον αργόστροφο κόσμο των εσωτερικών συναισθημάτων που σιωπηλά, επίμονα κινούνται στην εσώτερη ύπαρξη μας θέλοντας να βρουν έκφραση, διέξοδο και συνακόλουθα την ανταπόκριση τους. Όπως η Οντέτ ντε Κρεσύ στον «Χαμένο χρόνο» δεν ήταν ο τύπος του Σουάν, έτσι και στον «Αδιάφορο» τελικά ο Λεπρέ δεν ήταν ο τύπος της Μαντλέν ντε Γκουβρ.

«Το επόμενο βράδυ, στις οκτώ ανήγγειλαν στη Μαντλέν την άφιξη του κ. Λεπρέ. Κατευθύνθηκε στο σαλόνι. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, οι λάμπες δεν είχαν ανάψει ακόμη, κι εκείνος την περίμενε στο μπαλκόνι. Λίγο πιο πέρα μερικά σπίτια περιτριγυρισμένα από κήπους αναπαύονταν στο γλυκό βραδινό φως, απόμακρο, ανατολικό κι ευλαβικό, θαρρείς και ήταν η Ιερουσαλήμ. Το αραιό και απαλό σαν χάδι φως έδινε σε κάθε αντικείμενο μια εντελώς νέα αξία, σχεδόν συγκινητική. Μια φωτισμένη χειράμαξα στη μέση του σκοτεινού δρόμου προκαλούσε συγκίνηση, καθώς και λίγο πιο πέρα ο σκούρος, σχεδόν νυχτερινός κορμός μιας καστανιάς κάτω από τη φυλλωσιά της, έτσι όπως λουζόταν ακόμη στις αχτίνες. Στο τέρμα της λεωφόρου, η δύση έκλινε περίλαμπρα σαν αψίδα θριάμβου διακοσμημένη με χρυσάφια και ουράνιες πρασινάδες. Στο διπλανό παράθυρο κάποια κεφάλια διαβάζανε σκυμμένα με οικεία επιτήδευση. Πλησιάζοντας τον Λεπρέ, η Μαντλέν ένιωσε την κατευναστική γλυκύτητα απ’ όλα αυτά τα πράγματα να καταπραϋνει, να απαλύνει, να μισανοίγει την καρδιά της, και συγκρατήθηκε για να μην κλάψει. Εκείνος πάλι, πιο όμορφος απόψε και πιο γοητευτικός της έκανε διακριτικές φιλοφρονήσεις, κάτι που δεν είχε κάνει μέχρι τότε«.

Μετά από δύο χρόνια γιατρεμένη από το άρρωστο πάθος της θα παντρευτεί τον δούκα ντε Μορτάν με τον οποίο θα περάσει άλλα σαράντα χρόνια της ζωής της.

Εκδόσεις Πατάκη σειρά Πολύτιμοι Λίθοι 2015

Όσοι γνωρίζουν Γαλλικά ας ακούσουν την ανάγνωση του διηγήματος εδώ

Ούρσουλα Μιρουέ – Τα πάθη του χρήματος

Ούρσουλα Μιρουέ
Ursule Mirouet – Honore de Balzac 1842
Honoré de Balzac
Honoré de Balzac

Η Ούρσουλα Μιρουέ, μαζί με την Ευγενία Γκραντέ, αποτελούν δύο από τις πλέον εξέχουσες ηρωίδες του Μπαλζακικού έργου «Η Ανθρώπινη Κωμωδία». Έργα γραμμένα περί τα μέσα του 19ου αιώνα, προοιωνίζουν τη χειραφέτηση της γυναίκας ήδη από την εποχή ενός εξ ορισμού δύσκολου περιβάλλοντος όπως το επαρχιακό: Οι ηρωίδες αυτές θα έχουν να αντιπαλέψουν τα ανυπέρβλητα θα έλεγε κανείς εμπόδια, ενός εχθρικού περίγυρου.

Ούρσουλα Μιρουέ Πρώτη δημοσίευση στον «Αγγελιοφόρο» το 1841, εκδόθηκε σε βιβλίο το 1842, στη σειρά «Μελέτες Ηθών» μέρος της επί μέρους σειράς «Σκηνές της επαρχιακής ζωής» (Scènes de la vie de province), της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» (la Comédie humaine).

ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η Ούρσουλα Μιρουέ, είναι κόρη ορφανή, υπό την προστασία και ανατροφή του κηδεμόνα της γιατρού Μινορέ που διαμένει στη Νεμούρ έχοντας αφήσει πλέον το Παρίσι. Ο καλός γιατρός άλλο δεν θέλει παρά την ευτυχία της μαθήτριας πια Ούρσουλας, προσφέροντας της ανέσεις αλλά και μόρφωση υψηλής ποιότητας.

Η Ούρσουλα περιβάλλεται από τη στοργή ενός παπά, του ηλικιωμένου γιατρού, καθώς και από μια αφοσιωμένη υπηρέτρια. Μετά το θάνατο του ο γιατρός τη χρήζει κληρονόμο του. Όμως τη περιουσία του εποφθαλμιούν συγγενείς καθόλου ευνοϊκοί προς αυτήν. Όταν ο γιατρός πεθαίνει ενόσο αυτή είναι είκοσι ετών, οι συγγενείς θέτουν τότε αυτήν ως στόχο, για να αρπάξουν ό,τι μπορέσουν από την περιουσία του.

Επίδοξοι κληρονόμοι με λίγη ή πολλή συνάφεια, είναι πολλοί στην πόλη . Καθώς φοβούνται ότι δεν θα έχουν κανένα μερίδιο εξ αιτίας της, προσπαθούν με μανία να αποδείξουν πως εκείνη είναι το ίδιο μ’ αυτούς:  άπληστοι συμφεροντολόγοι. Ενώνονται εναντίον της χρησιμοποιώντας σκοτεινές μεθοδεύσεις, επικαλούμενοι το γεγονός πως αυτή έπεισε το γιατρό να πάει στην εκκλησία ενώ αυτός ήταν ακόμη άθεος.

Η ανησυχία τους μεγαλώνει καθώς οι σχέσεις του γιατρού με τον παπά γίνονται όλο και στενότερες. Η σατανικότητα ενός εξ αυτών, του Μινορέ Λεβρό, τον κάνει να κλέψει τίτλους περιουσιακών ιδιοκτησιών που είχαν περιέλθει στην Ούρσουλα από τον γιατρό για την εξασφάλιση του μέλλοντος της, με τις αποδόσεις των ενοικίων τους.

Οδηγημένη στη φτώχεια και υποκείμενη στις διώξεις και στις ανομίες του ενόχου καθώς και των υπολοίπων αδίστακτων συγγενών, η Ούρσουλα βρίσκεται σε μεγάλη απελπισία, τόση που να απειλεί την υγεία της και να προοιωνίζει το θάνατο της. Την απειλούν συνεχώς με ανώνυμες επιστολές, συκοφαντίες, εκβιασμούς.

Η Ούρσουλα Μιρουέ στο σαλόνι του σπιτιού της Χαρακτικό έργο: Édouard Toudouze

Όμως η αθωότητα δεν θ’ αργήσει να θριαμβεύσει. Υποστηριζόμενη από τον έρωτα του Σαβινιέν ντε Πορτεντυέρ και άλλους φίλους του γιατρού, υπόκειται στις εμπειρίες ενός εχθρικού περιβάλλοντος τόσο έντονες που να την κάνουν να διακατέχεται ακόμη κι από ενοράσεις, που οδηγούν σε μυστηριώδεις αποκαλύψεις. Στο τέλος, η Ούρσουλα θα αποδειχθεί αθώα και θα κερδίσει την ευτυχία που αξίζει. Παντρεύεται τον Σαβινιέν ντε Πορτεντυέρ που έχει πια μια τιμητική θέση στο Ναυτικό – χάρη στο θείο του Κόμη ντε Κεργκαρουέ.

Περισσότερα για την Μπαλζακική ηρωίδα Ούρσουλα Μιρουέ αντιμέτωπη με τους εχθρικούς επίδοξους κληρονόμους – περισσότερα για Μπαλζάκ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ Σ’αυτό το ιδιαίτερα Μπαλζακικό έργο, παρατηρούμε την αθωότητα και την επιδεξιότητα της Ούρσουλα Μιρουέ καθώς καταδιώκεται από τους βάναυσους συγγενείς του κηδεμόνα της γιατρού Μινορέ, αλλά και το γεγονός πως ο Balzac, βρίσκει πρόσφορο το έδαφος, (επαρχιωτισμός, απληστία) για να επεκταθεί στα υπερφυσικά φαινόμενα, το μυστικισμό, τη μετάδοση της σκέψης – ψυχικά φαινόμενα που τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ψάχνει επίσης να πείσει τον άπιστο προς το υπερφυσικό αναγνώστη, αποδεικτικά στοιχεία με τη στήριξη εξηγήσεων και μαρτυριών αναφερόμενες στις θεωρίες του Αλέξη Ντιντιέ (περίφημου μέντιουμ), καθώς και του Φραντς Αντόν Μεσμέρ. Δείχνει επίσης πως ο γιατρός Μινορέ ένας άθεος αγγίζεται από τη Χάρη αποκτώντας Πίστη –  ήδη θέμα του γιατρού Ντεπλέν, στο έργο «Η Λειτουργία του Άθεου» («Χρονικά του Παρισιού», Chronique de Paris, 1836).

Προσαρμογή από Wikiwand.com – Εικονογράφηση Εντουάρ Τουντούζ (Édouard Toudouze).

Ο Μπαρμπαλιάς της Τσιμισκή

Με τον Μπαρμπαλιά
Με τον Μπαρμπαλιά

Πρόκειται για το στέκι της Θεσσαλονίκης, το φαρμακείο του ποιητή Ηλία Κατσόγιαννη (Μπαρμπαλιά για τους οικείους), αλλά και για συλλογή διηγημάτων όπου περιγράφονται περιστατικά της ζωής του φαρμακείου – συναντήσεις, άνθρωποι γνωστοί της γειτονιάς του θεσσαλονικιού συγγραφέα Τηλέμαχου Αλαβέρα.

Με τον Μπαρμπαλιά ο συγγραφέας καταγράφει τις μνήμες του από μια γενιά που το πέρασμά της σηματοδοτεί μια ολόκληρη εποχή. Τόπος συνάντησης το περίφημο φαρμακείο του ποιητή Ηλία Κατσόγιαννη ή Μπαρμπαλιά, Τσιμισκή 10, ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά στέκια της Θεσσαλονίκης. «Η καρδιά της πόλης». Θαμώνες προσωπικότητες της εποχής. Θεσσαλονικείς λογοτέχνες όπως Θέμελης, ο Σπανδωνίδης, ο Βαφόπουλος, ο Δέλιος. Αθηναίοι συγγραφείς, όπως ο Μυριβήλης, ο Μελάς, ο Κανελλόπουλος και ο Σβώλος, εκπαιδευτικοί, δημοσιογράφοι, ηθοποιοί, ο σκηνοθέτης Ορέστης Λάσκος και άλλοι, Βορειοελλαδίτες και Μωραϊτες. Το «Πρυτανείον» του φαρμακείου ήταν ακόμη έδρα του παραρτήματος του «Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών», μισοέδρα του «Ομίλου Συνεργατών και Υποστηρικτών του περιοδικού Μορφές», με επικεφαλής το διευθυντή και εκδότη Βασίλη Δεδούση καθώς και τους συνεργάτες των Μαρφών, Ντάλια, Νίντα και Ζιτσαία, χωρίς όμως αυτό να εμποδίζει την ομάδα του περιοδικού Κοχλία, τον Πετζίκη, τον Κιτσόπουλο, την Καρέλλη, να συχνάζει εκεί, όπως και την παρέα των Μακεδονικών Γραμμάτων. «Πρόσωπα και πράγματα τριών δεκαετιών», ζωντανεύουν μέσα στις σελίδες του βιβλίου.

Τηλέμαχος Αλαβέρας

Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας (30 Σεπτεμβρίου 1926 – 30 Ιουνίου 2007) γεννήθηκε το 1926 στη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινή Βουλγαρία). Το επόμενο έτος η οικογένειά του μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, πόλη την οποία έμελλε να μην εγκαταλείψει ποτέ. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1947 με διηγήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το 1952 εκδίδεται το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Τα αγρίμια του άλλου δάσους», η οποία δεν πέρασε απαρατήρητη από την κριτική. Ο Αλέξανδρος Αργυρίου έγραψε μεταξύ άλλων: «Ο νέος πεζογράφος ξέρει πώς να συμπεριφέρεται απέναντι στα αλλεπάλληλα κύματα των αναμνήσεών του, ξέρει τι καλύτερο να κρατήσει απ΄ όσα του προσκομίζει η μνήμη του».

Το 1955 ιδρύεται το λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Πορεία», το οποίο, παράλληλα με τη συγγραφική δουλειά του, αναδείχθηκε σε έργο ζωής, με υπεύθυνο έκδοσης τον ίδιο ως το θάνατό του. Για τη «Νέα Πορεία» τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Πέτρου Χάρη, το 2006, γεγονός που χαιρέτισε σύσσωμη η πνευματική Βόρειος Ελλάδα (μεταξύ άλλων ο Πρόδρομος Μάρκογλου, ο Μάρκος Μέσκος, ο Μάκης Τρικούκης, κ.ά.) Την ίδρυση της «Νέας Πορείας» ακολούθησαν τα βιβλία: «Το ρολόγι», μυθιστόρημα, 1957, «Το μισό του φεγγαριού», διηγήματα, 1960, «Το σημερινό συγγραφικό πρόβλημα», δοκίμιο, 1961, «Οδοστρωτήρας», μυθιστόρημα, 1963, «Διηγηματογράφοι της Θεσσαλονίκης», μελέτη, 1970, «Οι άλλοι», θεατρικό, 1971, κ.ά. Από το σύνολο των βιβλίων του Τηλέμαχου Αλαβέρα, δύο τιμήθηκαν με κρατικά βραβεία -η συλλογή διηγημάτων «Απ’ αφορμή», 1976, και το ταξιδιωτικό χρονικό «Σ’ ευθεία γραμμή (Ταξίδι στην Πολωνία)», 1990- και ένα με το βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών -τα διηγήματα «Γωνίες και όψεις», 1985.

Τον Ιούνιο του 2007 πρόλαβε να τιμηθεί με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Είχε διατελέσει μέλος σε πολλά συμβούλια και επιτροπές γύρω από πνευματικά και καλλιτεχνικά θέματα, ενώ έκανε ομιλίες στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τη λοιπή Ελλάδα. Το 1962 υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, της οποίας κατείχε τη γενική γραμματεία έως το 1980 οπότε και εκλέχθηκε πρόεδρος, θέση που διατήρησε μέχρι το τέλος. Παντρεμένος με την ποιήτρια Ρούλα Αλαβέρα, απέκτησαν μαζί δύο παιδιά. Πεζογραφήματά του μεταφράστηκαν στα ιταλικά, γερμανικά, ολλανδικά, βουλγαρικά, σουηδικά, σερβικά, πολωνικά.

Τα βιβλία του με θέματα τη σύγχρονη ασυνεννοησία, τα αδιέξοδα μιας πόλης μελαγχολικής συχνά, όπου έζησε όλα τα  χρόνια της ζωής του, με λεπτοφυείς συγχρόνως δυναμικές, γραφίδος πινελιές.

Από ianos.gr,
Σχετικά: Τηλέμαχος Αλαβέρας Ο Διανοητής της Συμπρωτεύουσας

Ιστορίες Ταχυδρομείου

«Ιστορίες Ταχυδρομείου»
Δεκαπέντε κορυφαίοι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς γράφουν αποκλειστικά για τα Ελληνικά Ταχυδρομεία. Δεκαπέντε μοναδικά διηγήματα εμπνευσμένα από το ταχυδρομείο,μας μεταφέρουν ιστορίες για γράμματα που άλλαξαν τις ζωές των ανθρώπων. Ιστορίες για γράμματα που στοίχειωσαν τις ψυχές. Για ανεκπλήρωτους έρωτες και πάθη καθημερινών ανθρώπων. Και στο επίκεντρο του ταξιδιού ο ταχυδρόμος, από τις εποχές των μεγάλων πολέμων του εικοστού αιώνα μέχρι τις μέρες μας.

Οι συγγραφείς του βιβλίου και τα διηγήματά τους είναι:
Κώστας Ακρίβος–«Κάθε είδηση έχει το θεό της»
Μάρω Βαμβουνάκη–«Γράμματα για τη Ρόδω»
Βασίλης Βασιλικός –«Στην Κιβωτό του Νώε»
Λένα Διβάνη –«Βάζουν σκόρδο στις φακές;»
Ισίδωρος Ζουργός –«Αγροτικός διανομέας»
Μάνος Κοντολέων –«…Μα ό,τι γράφτηκε ψέμα δεν είναι»
Θωμάς Κοροβίνης –«Γράμμα από τον Αλέν Ντελόν»
Αύγουστος Κορτώ –«Μικρές ζωγραφιές, μεγάλα ταξίδια»
Αμάντα Μιχαλοπούλου –«Το Σπουδαιόπτερο»
Θοδωρής Παπαθεοδώρου –«Το γράμμα των Χριστουγέννων»
Ελένη Πριοβόλου –«Ανεμώνες από αίμα»
Γιώργος Σκαμπαρδώνης –«Τα απογεύματα των πολυελαίων»
Μαρία Σκιαδαρέση –«Κόρη Ταχυδρόμου»
Θανάσης Σκρουμπέλος –«Η ζωή και ο θάνατος του Τριατατικού Άγγελου Θεοδωρίκου»
Χ. Α. Χωμενίδης –«Ο ταχυδρόμος πέθανε»
Πρόλογος –«Βαθιά Ψυχή»–Στέφανος Δάνδολος

Το βιβλίο διηγημάτων«Ιστορίες Ταχυδρομείου»εκδόθηκε και κυκλοφορεί από τα Ελληνικά Ταχυδρομεία.
ISBN: 978-960-88170-9-8
Σελίδες: 250
Κείμενα: Ελληνικά
Διαστάσεις: 20,5Χ14cm

Μούσες της Λογοτεχνίας – Ζαν Ντυβάλ

Από την εποχή του μετά θάνατον καταλόγου των έργων του Εντουάρ Μανέ, στο στούντιο του Παρισιού το 1883, κάτω από την επιγραφή «ζωγραφικές μελέτες», του καταλόγου του 1862, «η γυναίκα με το κρινολίνο ξαπλωμένη στον καναπέ», ταυτίστηκε με τη Ζαν Ντυβάλ, τη μελαμψή ηθοποιό, σύντροφο του ποιητή Σαρλ Μπωντλέρ.

Μούσες της Λογοτεχνίας: Jeanne Duval – Πολλά από τα πιο γνωστά ποιήματα του Κάρολου Μπωντλέρ, γράφτηκαν εμπνευσμένα από τη προσωπική του Μούσα που δεν ήταν άλλη από τη Jeanne Duval – μοντέλο ζωγράφων, ηθοποιός μικρών θιάσων, χορεύτρια στα στέκια των καλλιτεχνών του Quartier Latin, των μέσων του 19ου αιώνα.

Μανέ και Ντυβάλ
jeanne_duval_wikiΚυριότερη γυναίκα που έπαιξε ρόλο στην προσωπική ζωή του Charles Baudelaire, ήταν η Jeanne Duval, χορεύτρια και αρτίστα του καμπαρέ, μοντέλο ζωγράφων, ένας από αυτούς και ο Edouard Manet, στο στούντιο του οποίου εκείνη είχε ποζάρει ως μοντέλο, την εποχή που γνωρίστηκε με τον ποιητή, κι εκείνος αργότερα, εντυπωσιασμένος μαζί της, την αποθανάτισε στο ποίημα του «Το Μπαλκόνι» (Le Balcon) της συλλογής των «Άνθεων του Κακού».
Άλλος ζωγράφος που αποθανάτισε την Jeanne Duval, ήταν και ο Γουσταύος Κουρμπέ (Gustave Courbet) στο έργο του «Το στούντιο», 1855, βάζοντας τη να στέκεται δίπλα στον Μπωντλέρ, αλλά κατά την εντολή του ποιητή αργότερα, την έβγαλε από δίπλα του. Σβησμένη από τον Κουρμπέ επιστρέφει ως εικόνα στον Μανέ για να καταδείξει την σχέση του ποιητή με τον ζωγράφο, σε μια σημαντική στιγμή στη καριέρα και των δύο. Αυτά τα πορτρέτα συχνά αντικατροπτίζουν τη συνάφεια στα αισθητικά ιδεώδη του ζωγράφου και των συγγραφέων, όταν εμπλέκονται σ’ αυτά. Το πορτρέτο αυτό παραπέμπει στη ματιά του ζωγράφου προς την ποίηση του συγγραφέα, αλλά και στη συμπάθεια του ζωγράφου προς πιο κοσμικά θέματα, στις αρχές του 1860, εποχή της Β΄αυτοκρατορίας.
Μπωντλέρ και Ντυβάλ
duvalcaptureΑν και ο Μπωντλέρ είχε πολλές γυναίκες στη ζωή του, η σχέση με τη Ζαν Ντυβάλ ήταν η πιο ανθεκτική στο χρόνο. Από την αρχή έγινε το πιο κοντινό πρόσωπο ως μοντέλο στον πίνακα του Μανέ, καθώς ο Μπωνλέρ την αποκαλούσε «η ερωμένη των ερωμένων»  (maîtresse des maîtresses) στο ποίημα του «το Μπαλκόνι».
Τα αισθήματα του, κάλυπταν τη γκάμα από το βαθύ πάθος στη παράλογη ζήλεια, και παρά τις επανειλημένες απιστίες και συνεχείς χωρισμούς η σχέση τους κράτησε πάνω από είκοσι χρόνια, διαχεόμενη πάνω στο μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνικής του καριέρας. Η οπτική και συναισθηματική δύναμη που ασκούσε πάνω του διοχετεύτηκε στη ποίηση, την πρόζα, τις επιστολές καθώς και στα ζωγραφικά σχέδια του, ακόμη και αφού είχαν χωρίσει.

Γνωστή με τα ονόματα Προσπέρ και Λεμέρ, η Ντυβάλ είχε λάβει μέρος σε μικρά θέατρα του Καρτιέ Λατέν όπου εκεί ο Μπωντλέρ αιχμαλωτίστηκε από ‘κείνην. Η ημερομηνία και το μέρος της γέννησης της, δεν έγιναν ποτέ σίγουρα γνωστά (1820;), και είναι αβέβαιο επίσης αν ήταν μια μουλάτα ή μια γηγενής. Οι σύγχρονοι του Μπωντλέρ την περιγράφουν σαν μια περίπου χαζή γυναίκα, αλλά μια αυθεντική τροπική ομορφιά. Σίγουρο είναι πως αυτός της έδοσε τη θέση μιας δικής του «Μαύρης Αφροδίτης» (Venus Noire), γράφοντας μερικά από τα ποιο αξιόλογα ποιήματα γι’ αυτήν, ασχολούμενος αποκλειστικά μαζί της στα τελευταία του χρόνια.

duval2captureΠολλές πληροφορίες για τη σχέση τους προέρχονται στην αλληλογραφία του (Baudelaire Correspandance / Oeuvres Complets 1975), όπου η θυελλώδης σχέση τους περιγράφεται ζωηρά, ακόμη και η αναφορά  σε περιγραφές της αγωνίας να ξεπεράσει αυτό που θα ονομαζόταν συνεχής μάχη με την κατάθλιψη σ’ όλη του ζωή. Ο Μπωντλέρ σκεπτόταν την αυτοκτονία το 1845: Στη διαθήκη του που φυλασσόταν από το νόμιμο διαχειριστή της, περιέγραψε την πρόθεση του να μεταβιβάσει όλη του την περιουσία σ’ αυτήν, αιτιολογώντας πως ήταν η μόνη του χαρά και ανάπαυση. Επέζησε της απόπειρας αυτής, αλλά φαίνεται πως όποια ευχαρίστηση έπαιρνε από αυτή τη σχέση, εξαφανίστηκε το 1848. Τον Δεκέμβριο αυτού του χρόνου γράφει (Corr. 1, 154) πως την αγαπούσε και ενδιαφερόταν γι’ αυτήν μόνο από καθήκον. Αυτή η ανεκτικότητα έδοσε τη θέση της στη ανησυχία: τον Μάρτιο του 1852, γράφει ένα πικρό γράμμα στη μητέρα του όπου την κατηγορεί με δριμύτητα για συγκαταβατική (υποτιμητική) συμπεροφορά απέναντι του, για αδιαφορία για το έργο του.
«Κάποτε είχε μερικά προσόντα, αλλά τα έχασε, όπως και το ενδιαφέρον για μένα. Να ζεις με κάποιον που δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για τις προσπάθειες σου, που γίνεται συνέχεια επικριτικός, που σε θεωρεί υπηρέτη και ιδιοκτησία του, που δεν μπορείς να μοιραστείς μαζί του κανένα ενδιαφέρον, ή συζήτηση για την πολιτική ή τη λογοτεχνία, ένα πλάσμα που δεν σε θαυμάζει και ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τις μελέτες σου, που θα μπορούσε να πετάξει τα χειρόγραφά σου στη φωτιά αν ήταν να κερδίσει περισσότερα χρήματα από το να τα δημοσιεύσει…» (Corr. 1, 193-94).

Αν και χώρισαν τον Απρίλιο του 1852, και ορκίστηκε να μη την ξαναδεί ποτέ, ένα χρόνο αργότερα, ο Μπωντλέρ παραδέχτηκε στη μητέρα του πως εξακολουθούσε να της στέλνει χρήματα και να την επισκέπτεται δύο με τρεις φορές το μήνα (Corr., 1, 210-11). Την ίδια εποχή συνδέεται με άλλες γυναίκες, όπως την ηθοποιό Marie Daubrun και την Apollonie Sabatier – γνωστή ως η Προεδρίνα (Presidente), αλλά δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του τη Ζαν. Αν ο Μπωντλέρ βρήκε στη Σαμπατιέ τη μούσα και τη παναγία του, την «άσπρη του Αφροδίτη», μπορούσε ειλικρινά να συζητήσει μαζί της για τη «μαύρη του Αφροδίτη», κατά τις συχνές του επισκέψεις στο σπίτι της, στην οδό Φροσό, όπου και σχεδίασε το πορτρέτο-προφίλ της Ζαν στο λεύκωμα της. Η Σαμπατιέ κράτησε το σχέδιο και το κόλλησε αργότερα στα «Άνθη του Κακού» που είχε, γράφοντας από κάτω με θαυμασμό «Το ιδανικό του!»

Η σχέση του ποιητή με τη μαύρη του Αφροδίτη, παρέμεινε ταραχώδης και κατά τη δεκαετία του 1850. Παραπονιόταν πως τον έκανε να υποφέρει, παραδεχόμενος πως την είχε χτυπήσει στο κεφάλι με ένα τραπεζάκι και πως πάνω από μια φορά πούλησε τα κοσμήματα και έπιπλα της (Corr. 1, 213-14). Όταν δεν ήταν μαζί εντούτοις στενοχωριόταν πολύ. Ήταν η μόνη του διασκέδαση, η μόνη του ευχαρίστηση, η μόνη του φίλη, και η θέα ενός όμορφου αντικειμένου ή ενός μαγευτικού τοπίου, τον έκανε να νοσταλγεί την απουσία της: ότι δεν θα μπορούσε να μοιραστεί τις σκέψεις του μαζί της (Corr. 1, 356-57).

Ο φόβος ότι θα μπορούσε να πεθάνει μακριά του του δημιουργούσε αφόρητο πόνο (Corr. 1 360). 5 Απριλίου 1859, η Ντυβάλ παθαίνει έμφραγμα και μπαίνει στο Δημοτικό Νοσοκομείο, όπου ο Μπωντλέρ της παρέσχε οικονομική αρρωγή για τη νοσηλεία της. Η σχέση τους παίρνει τη μορφή της αγάπης πατέρα και κηδεμόνα (Corr. 1, 609), και στη μοναδική διασωθείσα επιστολή από το Δεκέμβριο του 1859, επισήμως τη διαβεβαιώνει πως δεν θέλει να βρίσκεται χωρίς χρήματα ούτε μια μέρα, και πως δεν θέλει να βγαίνει ασυνόδευτη στους παγωμένους δρόμους (Corr. 1, 639-40). Συνέχισε να γράφει ποίηση επηρρεασμένος από αυτήν εξομολογούμενος ξανά στη μητέρα του το 1860, πως εξ αιτίας της κρατιόταν μακριά από τις σκέψεις αυτοκτονίας (Corr. 2 96-97).

Η τελευταία προσπάθεια να ζήσει με τη Ντυβάλ ήταν τον Δεκέμβριο του 1860, όταν μετακόμισε στο Νειγύ για να είναι κοντά της. Τότε βρήκε την σχεδόν ημιπληγική φιλενάδα του, να ζει με έναν άνδρα που ισχυριζόταν πως ήταν ο αδελφός της. Σε ένα γράμμα προς τη μητέρα του της γράφει, πως εκείνος που τη συντηρούσε έπρεπε να βρίσκεται κοντά της, και όχι κάποιος που αρνιόταν να εργαστεί ή να συμμετάσχει στα έξοδα του σπιτιού. (Corr. 2 117-19). Η αναχώρηση από το σπίτι της για τελευταία φορά, συνέβη το 1861, σηματοδοτώντας και τη τελευταία φορά που είχαν κάποια φυσική επαφή μεταξύ τους, παραμένοντας ωστόσο εκείνος που την υποστήριζε και την παρηγορούσε (Corr. 2 205).
Σε ένα άλλο γράμμα στη μητέρα του τον Μάρτιο του 1862, αναφέρεται εκ νέου συνοπτικά αυτή τη φορά, στη ταραγμένη σχέση τους και δηλώνει πως πως όλα είχαν πια, οριστικά τελειώσει μεταξύ τους. (Corr. 2 232-35).

Μπορεί μεν η οριστική διακοπή των σχέσεων τους να συνέβη το 1861, ωστόσο το ίδιο δεν συνέβη, και με τη ποιητική του φαντασία: Ποιητική πρόζα, όπως «Ένα ημισφαίριο μέσα στα μαλλιά σου», με καινούργιο τίτλο, ξαναδημοσιεύεται το 1862, έχοντας τιμητική αναφορά στα πλούσια, μαύρα, μαλλιά της Ζαν, μαζί με το «Η επιθυμία να ζωγραφίζεις» το 1863, στο οποίο επαναφέρει από τη μνήμη, τα φυσικά χαρακτηριστικά της που είχαν περιγραφεί σε προηγούμενα ποιήματα.

Η Ντυβάλ εξαφανίστηκε από κάθε άλλη αναφορά στην αλληλογραφία του Μπωντλέρ μετά το 1865, παραμένοντας ωστόσο στη φαντασία του – αφού την εποχή της παραμονής του στις Βρυξέλλες, σχεδίασε με πένα και μελάνι μια νεώτερη Ζαν, με όρθια κορμοστασιά, μάτια που είχαν υμνηθεί στους στίχους του, με τρόπο που θαρρείς και σε κοίταζαν μέσα από τη σελίδα.

Όπως σημειώνει ο Ένιντ Στάρκι (Enid Starkie), θα πρέπει κάποια ιδιαίτερη ποιότητα να υπήρχε στη Ντυβάλ, που κράτησε τον Μπωντλέρ τόσα πολλά χρόνια (1842 – 1862) συνδεδεμένο μαζί της. Δεδομένης της μακράς διάρκειας και της έντασης του δεσμού τους, δεν μοιάζει πιθανό ο Μανέ να είχε φιλοτεχνήσει κάποιο άλλο πορτρέτο μέσα από τις πολλές φιλενάδες που είχε ο Μπωντλέρ, παρά εκείνο της Ντυβάλ, στις αρχές του 1860. Επίσης κανένα ποίημα εμπνευσμένο από την Αντέλ – που αναφέρεται στο προσωπικό του ημερολόγιο, σαν ένα μεγεθυμένο πορτρέτο μιας τυχαίας γνωριμίας – όπως ο Αντεμάρ προτείνει ως ερμηνεία, ανατρέχοντας στις εφήμερες σχέσεις του Μπωντλέρ κατά τη διάρκεια των ετών. Καμμιά από αυτές, δεν είχε για τον ίδιο, ιδιαίτερη σημασία παρά μόνο η Ζαν Ντυβάλ.

Από «The Art Bulletin», 1997 / σχετικά Κάρολος Μπωντλέρ Προσωπική Ζωή: Jeanne Duval

Ντάμα Πίκα – Το πάθος του παιχνιδιού

puskinCapture
Alexander Pushkin (1799 – 1837)

Το πάθος της Χαρτοπαιξίας – Κοινός τόπος στους Ρώσους δραματικούς συγγραφείς Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (Ο Παίκτης), Αλεξάντρ Πούσκιν (Ντάμα Πίκα).

gamblersCapture
Joueurs des Cartes – Paul Sézanne 1839 – 1906

Ντάμα Πίκα – Βιβλίο (1834)

Ο Χέρμαν, ο κύριος χαρακτήρας της «Ντάμα Πίκα» (1834), είναι ένας νεαρός Γερμανός αξιωματικός του Μηχανικού, που ζει σε μια ξένη χώρα, τη Ρωσία. Φαίνεται εξαρχής λογικός και σώφρων άνθρωπος που δεν εμφορείται από πάθη. Σιγά σιγά, όμως, αυτή η εικόνα αλλάζει, όταν βλέπουμε πως μια φανταστική εξιστόρηση, σχετικά με κάποιο χρυσοφόρο μυστικό, τινάζει σαν ελατήριο το πάθος του τυχερού παιχνιδιού μέσα του.
Ήδη από τη λέξη που εκστομίζει: «Παραμύθια!» μόλις έχει ακούσει την εξιστόρηση, είναι φανερή μέσα του η σύγχυση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας που θα τον οδηγήσει, με τη συνδρομή της τύχης, σε απρόοπτες εξελίξεις.
Ένα σύντομο αριστούργημα, στο οποίο ο Πούσκιν, με ύφος καθαρό και απέριττο, μιλάει με βαθιά αγάπη -ίσως και λίγο άγρια- για όλες τις χαρές, όλες τις ηδονές της ζωής. (από biblionet.gr)

Ντάμα Πίκα Όπερα (1880) – Πράξη 3

Τίτλος: «Ντάμα Πίκα» (The queen of spades)
Είδος: Όπερα (σε 3 πράξεις)
Συνθέτης: Piotr-Ilyich Tchaikovsky
Βιβλίο: Pikovaya Dama (Ντάμα Πίκα) Alexander Pushkin (1834)
Λιμπρέτο: Modest  Tchaikovsky (46 χρόνια μετά τη δημοσίευση του διηγήματος του Πούσκιν)
Έτος: 1880 (πρεμιέρα) Αγία Πετρούπολη

Σκηνή 1 Στον κοιτώνα του στρατοπέδου καθώς ο άνεμος ουρλιάζει ο Χέρμαν διαβάζει το γράμμα της Λίζας που του λέει να συναντηθούν τα μεσάνυχτα στην όχθη του ποταμού. Φαντάζεται τη χορωδία να ψάλει στην κηδεία της κόμησας, ενώ ταράζεται από ένα χτύπημα στο παράθυρο. Τότε εμφανίζεται το φάντασμα της κόμησας, που του λέει πως – αν και είναι ενάντια στη θέληση της, πρέπει να του εξομολογηθεί το μυστικό των χαρτιών, ώστε να μπορέσει να παντρευτεί και να σώσει τη Λίζα.

Σκηνή 2 Στο χειμωνιάτικο τοπίο του ποταμού είναι μεσάνυχτα  και η Λίζα περιμένει τον Χέρμαν, ελπίζοντας πως την αγαπά ακόμη ενώ σιγά-σιγά, το σκοτάδι αρχίζει να σκεπάζει το όνειρο της νιότης και της ευτυχίας της. Τότε τον βλέπει να προχωρά προς αυτήν, και σε λίγο λόγια παρηγοριάς βγαίνουν απ’ τα χείλη του. Σε λίγο όμως, αρχίζει το παραμιλητό του για το μυστικό της κοντέσας, κάνοντας τον να μην αναγνωρίζει τη Λίζα πια – τόσο βυθισμένος σ’ αυτό που την εγκαταλείπει γυρίζοντας πίσω. Αυτή μόλις καταλαβαίνει πως όλα πια έχουν χαθεί οριστικά, αυτοκτονεί.

Σκηνή 3 Στη χαρτοπαιχτική λέσχη, οι αξιωματικοί του λόχου του Χέρμαν έχουν τελειώσει το δείπνο τους και ετοιμάζονται να παίξουν χαρτιά. Ο  πρίγκηπας Γιελέτσκι – του οποίου μόλις χάλασε η σχέση, προστίθεται στην παρέα τους – «άτυχος στην αγάπη, τυχερός στα χαρτιά«, τους λέει. Ο Τσεκαλίνσκι αρχίζει να τραγουδά ένα τραγούδι των χαρτοπαικτών.
Μόλις φθάνει ο Χέρμαν, παραξενεύονται όλοι που τον βλέπουν αγριεμένο και απειλητικό. Ο πρίγκηπας Γιελέτσκι διαβλέπει μια φιλονικία και ζητά από τον  κόμη Τόμσκι να είναι μάρτυρας του – αν κάτι τέτοιο προκύψει.

Ο Χέρμαν τότε, στοιχηματίζει με πυρετώδη διάθεση το υπέρογκο ποσό των σαράντα χιλιάδων ρουβλίων. Τους κερδίζει και τους τρεις ενώ αυτοί παραξενεύονται από τη μανιακή του συμπεριφορά. Μετά στοιχηματίζει στον αριθμό επτά της τράπουλας και τους κερδίζει πάλι.

Παίρνει το ποτήρι και το υψώνει με την πρόποση: «Η ζωή δεν είναι παρά ένα παιχνίδι» φωνάζει. Ο Γιελέτσκι δέχεται τη καινούργια του πρόκληση να ακολουθήσουν και τρίτο γύρο. Ο Χέρμαν ποντάρει ό,τι έχει και δεν έχει στον άσσο, αλλά όταν δείχνει το χαρτί του, αυτό δεν είναι παρά η ντάμα πίκα, ενώ βλέπει το φάντασμα της κόμησας να τον κοιτά περιπαιχτικά, κοροϊδεύοντας τον. Τότε εκείνος αυτοκτονεί ενώ ζητά συγχώρεση (Άρια Χέρμαν: Forgive me celestial creature) από τον πρίγκηπα Γιελέτσκι και τη Λίζα.

(πηγή en.wikipedia.org/wiki/The Queen of Spades)
Σχετικά: Ντάμα Πίκα

Χορευτής στον Ελαιώνα

Χορευτής στον Ελαιώνα – (1996)

Για τη ζωή στην επαρχία έχουν γραφτεί πολλά βιβλία, έχουν γυριστεί ταινίες. Η Ελλάδα εκτός της Αθήνας γίνεται πηγή έμπνευσης καθώς εκεί ξετυλίγεται μια άλλη οπτική εικόνα: αυτή των πόλεων με τα ήσυχα απομεσήμερα, τις καφετέριες με τον φοιτητόκοσμο, τον ουρανό χωρίς το βουητό της μεγαλούπολης σαν κοιτάξεις τα σύννεφα του που αργοταξιδεύουν νωχελικά. Μια άλλη πόλη, καταστάσεις γνήσιες εν τη γενέσει τους όπως τα διαδραματιζόμενα σ’ αυτό το νυχτερινό κέντρο με τα μπουζούκια αλλά και τη «κοσμοπολίτικη» του πλευρά – του ιδιοκτήτη Δ. Πέτρου και τους δύο χορευτές από την Αθήνα, που μόλις προσέλαβε…

(Ένα)

choreftisCapture
Χορευτής στον Ελαιώνα – Θεόδωρος Γρηγοριάδης (1996)

Τη μέρα που έφευγα για τη Βόρεια Ελλάδα, χορεύτρια σε νυχτερινό κέντρο, στο σπίτι μας επικρατούσε πανικός. Μια μέρα νωρίτερα είχε γεννήσει η αδελφή μου – ήταν και το πρώτο της παιδί και οι γονείς μου ετοιμάζονταν να την επισκεφθούν στην Κρήτη. Η μάνα μου, ευτυχισμένη που είχε αποκαταστήσει τις δυο κόρες της – την καθεμία στο ρόλο της – , στρίμωχνε τα ρούχα στις βαλίτσες, ενώ ο πατέρας μου την κοίταζε χωρίς να βγάζει μιλιά. Καταβάθος βαριόταν να κουβαληθεί στην Κρήτη, ακόμη και για να δει το εγγόνι του. Έδειχνε παραιτημένος απ’ όλα, μα κυρίως ήταν δυσαρεστημένος με τη δική μου απόφαση, να σηκωθώ και να φύγω στην επαρχία, παρέα μ’ ένα χορευτή: το Μύρωνα.
Μόνο η μάνα μου δεν ανησυχούσε.
«Σε ζηλεύω εκεί που πας», μου ψιθύρισε στ’ αυτί, για να μην την ακούσει ο πατέρας μου.
Άνοιξε την μπιζουτιέρα της, που ξεχείλιζε κοσμήματα, και ξεχώρισε ένα ζευγάρι παλιομοδίτικα σκουλαρίκια. Μου τα έβαλε στο χέρι, λέγοντας μου πως ήρθε η ώρα να τα φορέσω κι εγώ. Ύστερα ξαναγύρισε στις βαλίτσες της. Σκεφτόταν ποια φορέματα θα έπαιρνε μαζί της αφού σκόπευε να καθίσει για αρκετό χρονικό διάστημα κοντά στη μεγαλύτερη κόρη της. Ποτέ δε φορούσε το ίδιο φόρεμα πάνω από μια φορά την εβδομάδα, γι’ αυτό και δεν έμεινε ούτε μια βαλίτσα να πάρω μαζί μου. Απόμεινα με δυο φαρδείς σάκους στα χέρια, σαν να πήγαινα κατασκήνωση.
Ξαφνικά το σπίτι μας άδειαζε, πρόσκαιρα φυσικά και για τις δυο κόρες τα νέα ήταν καλά κι ευχάριστα. Ή μόνο για τη μία;
«Πρόσεχε τον», μου είπε ο πατέρας μου με νόημα καθώς με πήγαινε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού με το διαλυμένο του αυτοκίνητο.
Δεν του απάντησα. Άλλωστε αυτός ποτέ δεν είχε συμπαθήσει το Μύρωνα, ούτε όταν τον έβλεπε αναγκαστικά στην τηλεόραση.
«Καλό ταξίδι και φιλιά στην ανιψιά μου», του είπα.
Θα πετούσαν για Ηράκλειο το ίδιο απόγευμα.
«Καλή τύχη», μουρμούρισε, ζυγίζοντας την ευχή του.
Και έφυγε. Ούτε μια χειραψία, ούτε ένα φιλί. Απ’ ό,τι θυμάμαι, ούτε όταν ήμασταν μικρές, με τη Μαίρη, μας άγγιζε , όχι τώρα που μεγαλώσαμε.
Στο βάθος της αίθουσας αναμονής εντόπισα το Μύρωνα. Καθόταν σ’ ένα πλαστικό κάθισμα. Φορούσε μπλουτζίν, ένα απλό φανελάκι και αθλητικά παπούτσια που τα ήξερα από τις πρόβες. Τα πόδια του, ατέλειωτα, δε χωρούσαν πουθενά, όπως και το κορμί του. Ευτυχώς δε μ’ έβλεπε που τον παρατηρούσα.
(Θα μου πεις… κάθεσαι και χαζεύεις τον άνθρωπο, αντί να πλησιάσεις, να σε δει ότι έφτασες…)
Πάντως εκείνος περίμενε καρτερικά. Μόλις με είδε, ανασηκώθηκε, μου έσφιξε τυπικά το χέρι και με παρέσυρε στο γκισέ, για να τσεκάρουμε τις θέσεις.

choreftis2Capture
Dancer in the Olive-Trees

Με το που βρεθήκαμε στο αεροπλάνο, ηρέμησα κάπως. Ο Μύρωνας καθόταν δίπλα μου, στητός και το κεφάλι του ξεχώριζε πάνω από τις θέσεις. Ήταν ψηλός και αδύνατος και, όπως πάντα, πολύ σοβαρός. Έδεσε με προσοχή τη ζώνη του και έλεγξε τη δική μου, πριν περάσει η αεροσυνοδός. Μιλήσαμε ελάχιστα, αυτός δε μιλούσε – είχα συνηθίσει τις σιωπές του.
Όλα άρχισαν ένα μήνα νωρίτερα, δυο μέρες προτού διακόψουμε τις εμφανίσεις στην τηλεόραση. Ήρθε και μου πρότεινε να πάμε μαζί στην επαρχία. Είπε ότι του έκανα για παρτενέρ.
«Ευκαιρία να βγάλεις χρήματα…», τόνισε.
Ήταν τότε που το σκεφτόμουν πολύ σοβαρά να ξαναγυρίσω στη χορευτική ομάδα, που την είχα εγκαταλείψει για να βρεθώ σ’ ένα κυριακάτικο μουσικοχορευτικό πρόγραμμα της ιδιωτικής τηλεόρασης. Με παρέσυρε εκεί η Σμαρούλα, είχε προηγηθεί και το θλιβερό συμβάν με το Γιωργάκη, και κανείς μας δεν είχε όρεξη να συνεχίσει τα χορευτικά προγράμματα στο υπόγειο της Κυψέλης. Η μάνα μου, επίσης, μ’ έσπρωξε σαν τρελή, να βγω στη μικρή οθόνη.
«Μόνο έτσι θα σε μάθουνε, αλλιώς δε γίνεσαι σωστή επαγγελματίας», επέμενε.
Και πήγα. Μας κράτησαν, και εμένα και τη Σμαρούλα. Στην αρχή νομίζαμε πως θα χορεύαμε μόνο κοπέλες. Αργότερα μας ανακοίνωσαν ότι θα μας αναλάβει ένας χορογράφος που είχε έρθει από την Αγγλία. Παραξενευτήκαμε όλες. Τόσα ταλαντούχα παιδιά είχαμε στη χώρα μας. Ώσπου καταφθάνει ένας γοητευτικός ασυνήθιστος τύπος, που όλες οι κοπέλες τον ταύτισαν με τον Daniel Day-Lewis. Με ανακούφιση είδα ότι ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Συστήθηκε «Μύρωνας» και μας έστρωσε αμέσως στη δουλειά. Ο ίδιος χόρευε επικεφαλής του μπαλέτου, κάποτε εμφανιζόταν σόλο, και για ντουέτο διάλεγε εμένα ή την Αλίκη, τη μικρότερη της παρέας. Το πρόγραμμα όμως τελικά κράτησε ένα μήνα λιγότερο, γιατί η παρουσιάστρια του κατέρρευσε ψυχολογικά, κι έτσι αποσύρθηκε, παρ’ όλη την επιτυχία που είχε το σόου.
Ετοιμαζόμασταν για τη προσγείωση.


«Πως θα φτάσουμε στις Σέρρες;» ρώτησα με αληθινό ενδιαφέρον για τον προορισμό μας, αφού αυτός είχε αναλάβει κάθε πρακτική πλευρά της συνεργασίας μας.
«Θα ‘ρθει να μας πάρει ο ίδιος ο ιδιοκτήτης», είπε ο Μύρωνας. «Το αφεντικό μας», συμπλήρωσε σαρκαστικά.
«Έχεις ξαναπάει στη Βόρεια Ελλάδα;»
«Όχι. Πρώτη φορά ανεβαίνω. Εσύ;»
Έμεινε λίγο σκεφτικός.
«Κι εγώ για πρώτη φορά. Μου είχαν γίνει πολλές προτάσεις, αλλά…»
«Αλλά;»
Απέφυγε να συνεχίσει τη συζήτηση. Επέμεινα.
«Αλλά;»
Αναγκάστηκε να απαντήσει.
«Όπως θα είδες στο συμβόλαιο, τα χρήματα είναι καλά, για ένα τόσο μικρό διάστημα.»
Τον κοίταξα με πλάγιο βλέμμα. Ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που θα χαρακτήριζα φιλοχρήματο. Αντιθέτως, μου έδινε την εντύπωση πως δε θα καταδεχόταν να σηκώσει ούτε δεκαχίλιαρο από το δρόμο.
«Λίγο παράξενα μου ακούγονται όλα αυτά.»
«Ποια ακριβώς;»
Πάλι κυριολεκτούσε. Αποκλείεται να έπιανα συζήτηση μαζί του, κι ας είχε μείνει το μάτι των άλλων κοριτσιών πάνω μου, ότι θα «ανοιγόταν» μαζί μου και θα γινόμασταν φίλοι. Μόνο η Σμαρούλα με καταλάβαινε όταν, αποχαιρετώντας με τηλεφωνικά, μου επισήμανε πόσο εγωπαθής και νάρκισσος ήταν ο Μύρωνας, και πως θα έπρεπε να κάνω τη δουλειά μου χωρίς να τον παίρνω και πολύ στα σοβαρά. Βέβαια όλοι ξέραμε ότι η Σμαρούλα καταβάθος χτυπιόταν για το Μύρωνα, και ότι θα έτρεχε μαζί του ακόμη και για παγοδρομίες στην Αλάσκα. Εγώ όμως έδειχνα κατανόηση, κι έπειτα, εκείνη την εποχή, ο δεσμός μου με το Γιάννη πήγαινε καλά, γιατί να σηκώσω μάτι πάνω σ’ άλλον και ειδικά σ’ ένα χορευτή;
Όμως δεν ήταν μόνον αυτά. Για μεγάλο διάστημα δεν μπορούσα να συνηθίσω στην ιδέα ότι, ύστερα από δυο χρόνια σπουδές στην Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης, θα κατέληγα στο σόου της τηλεόρασης και στις «αρπαχτές» της επαρχίας. Φυσικά δεν σκόπευα να συνεχίσω, μια φορά σαν εμπειρία θα μου ήταν αρκετή… Ένας ακόμη λόγος που αποφάσισα να απομακρυνθώ από την Αθήνα ήταν και η κατάταξη του Γιάννη στο στρατό. Ήθελε να ξεμπερδεύει, πήρε το πτυχίο της Νομικής, εξαντλώντας κάθε περιθώριο στρατιωτικής αναβολής λόγω σπουδών άρχισε να σοβαρεύει και αυτός και η μακρόχρονη σχέση μας.

Chor_GrigoriadisCapture
Θεόδωρος Γρηγοριάδης – συγγραφεύς

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης γεννήθηκε το 1956 στο Παλαιοχώρι Παγγαίου Καβάλας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση και συνεργάστηκε µε τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών διοργανώνοντας λογοτεχνικά σεμινάρια . Έχει γράψει εννέα μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων και µία νουβέλα. Το «Παρτάλι» μεταφράστηκε στα γαλλικά και παρουσιάστηκε ως θεατρικός μονόλογος στο Φεστιβάλ Αθηνών και η «Δεύτερη γέννα» ανέβηκε ως θεατρικός μονόλογος στο Φεστιβάλ Φιλίππων και Καβάλας. Ο «Ναύτης» πρωτοκυκλοφόρησε το 1993. Φώτο – πληροφορίες: ianos.gr

Μ. Καραγατσης – Η ηττα του ερωτα

ximaira
Η Μεγάλη Χίμαιρα – Θέατρο Πορεία 2015

Ο  Μ. Καραγάτσης υπήρξε ένας κυνικός συγγραφέας; Όχι, υπήρξε ειλικρινής με τον εαυτό του, ήξερε, ήταν κάτι που το πίστευε ακράδαντα, πως όλα τελειώνουν κάποτε – και οι μεγάλοι έρωτες και οι μικροί.

Στα βιβλία της Τριλογίας της Ερωτικής Διάψευσης οι έρωτες είναι πάντα ανικανοποίητοι. Οι ήρωες από την πλευρά είτε των απατημένων, είτε των απατώντων, μένουν πάντα στο τέλος μόνοι με τις αναμνήσεις από τα πάθη στα οποία ωστόσο ποτέ δεν μπόρεσαν να (παρα)δοθούν. Όπως σ’ όλα του τα βιβλία έτσι και εδώ μιλάει με την ειλικρίνεια του κυνικού γυναικοτακτητή (Γιούγκερμαν) με την φρούδο συναισθηματισμό της άπιστης Μαρίνας της Μεγάλης Χίμαιρας.

  • Γιούγκερμαν Ο Φινλανδός αριστοκράτης έρχεται στην Ελλάδα για να κατακτήσει μια εξέχουσα θέση στην οικονομική ζωή του τόπου όχι όμως και τον έρωτα που στη δίνη της μεγαλομανίας του, της δίψας του για αναγνώριση και χρήματα δεν μπόρεσε να κερδίσει.
  • Λιάπκιν
  • Η  Μεγάλη Χίμαιρα Στο βιβλίο αυτό ο Καραγάτσης μελετάει ενδελεχώς την δυνατότητα προσαρμογής των ξένων στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά και την αμφιθυμία των Ελλήνων απέναντι στην Δύση. Κρύβει καλά τον ακραίο και κατάμαυρο ρομαντισμό του, κάτω από πέπλο κυνισμού ή και ωμότητας.
    Βαθιά απελπισμένος ο ίδιος, μετατρέπει την  Μαρίνα σε χίμαιρα, αρνούμενος την έννοια της αγάπης. Νομίζουμε ότι πετυχαίνουμε, ερωτευόμαστε, δημιουργούμε πνευματικά. Όλα εν τέλει καίγονται, κάτω από το σκληρότατο ελληνικό φως. Σαν μύγες μαγευόμαστε από το άγνωστο, για να γίνουμε παρανάλωμα σε μια στιγμή. Αυτή τη μοιραία στιγμή περιγράφει ο Καραγάτσης.

M. Kαραγατσης – Η Τριλογια της Διαψευσης

Μ. Καραγατση – Η Τριλογια της Διαψευσης: «Ο Κοσμος που Πεθαινει»

karag_kotza_big
Μ. Καραγάτσης Τόμος Α΄- Ο Κοτζαμπάσης του Καστρόπυργου

karaga_aima
Μ. Καραγάτσης Τόμος Β΄- Αίμα Χαμένο και Κερδισμένο

sterna_michalou
Μ. Καραγάτσης Τόμος Γ΄- Τα Στερνά του Μίχαλου

Τα πλάσματα του Καραγάτση, είνα πληθωρικά. Είναι οι θριαμβευταί. Στη σταδιοδρομία τους κατακτούν πολιτείες και χώρες, και στον έρωτα είναι πάντα οι ανικανοποίητοι, αν και είναι πάντοτε επαρκείς. Είναι όμως τελικά πιο ευτυχισμένοι; Φθάνουν στο σκοπό στον οποίο αποβλέπουν, στον οποίον αποβλέπει ο κάθε άνθρωπος ο οποίος πάντα ποθεί ν’ απολυτρωθεί από τα βάσανα, τις ταλαιπωρίες, και τους παιδεμούς της ζωής; Συναντούν και γνωρίζουν τη χαρά της ζωής;

Μας δείχνει ο Καραγάτσης ότι αξίζει ν’ αγωνισθεί κανείς έναν αγώνα συχνά πολύ τραχύ και σκληρό, ότι η επικράτηση ανταμείβει, προσφέρνει έστω και το ελάχιστο που είναι ο καθένας δικαιολογημένος ν’ αξιώσει; Δυστυχώς η απάντηση είναι αρνητική. Στο θέμα της Ελληνικής Επανάστασης – της Ελληνικής Ιστορίας γενικότερα, η απάντηση είναι κι αυτή απογοητευτική.

Ο Καραγάτσης εξευτέλισε την επιτυχία και τον έρωτα· —το ίδιο, όταν, αφού αντίκρυσε τους συγχρόνους του στράφηκε στο παρελθόν, στην Ιστορία: Με το ξέφρενο και σπαραγμένο πάθος που τον κατελαμβάνε για όλα τα θέματα με τα οποία καταπιανόταν, θα ξεγυμνώσει και τον ηρωΪσμό· δεν είναι παρά μια φενάκη, μια ένεση αισιοδοξίας που κάνουν στον εαυτό τους οι άνθρωποι για να θαμπωθούν και να δουν μεταμορφωμένη, από μια πλανερή ωραιοφάνεια τη μηδαμινότητα τους —αλλιώς πως θα είχαν το σθένος, να εξακολουθήσουν την πορεία; Τι είναι λοιπόν γι’ αυτόν η Ελληνική Επανάσταση;

Μια τυφλή ορμή που ξέσπασε σαν μια καταιγίδα, επειδή είχαν μαζευθεί τα σύννεφα, επειδή η πίεση της σκλαβιάς είχε γίνει ασήκωτη και έβραζε το καζάνι. Κάτι σαν φυσικό φαινόμενο. Δεν προσχεδιάσθηκε, κι ούτε καθοδηγήθηκε από το νου και τη βούληση των ανθρώπων.

Ιδού πως την εξηγεί ένας από τους αρχηγούς της, ο επίσκοπος Δωρόθεος στον «Κόσμο που πεθαίνει«, στο τρίτομο μυθιστόρημα —στον τόμο «Αίμα χαμένο και κερδισμένο» —όπου πολύ τεχνικά συμπλέκονται τα ιστορικά και τα φανταστικά γεγονότα:

«Η επανάστασις;» Ο πολύς κόσμος πιστεύει ότι εμείς την εκηρύξαμεν. Πρόκειται περί τεχνάσματος όπου εμηχανεύθημεν – το ομολογώ, δια να επανορθώσωμεν εκ των υστέρων τα σφάλματα και τας αβλεψίας μας. Αλλά τι σχέσιν έχει ο θρύλος με την πραγματικότητα; Ουδείς γνωρίζει ποίος έδωσε το επαναστατικόν σύνθημα. Ίσως ο Κολοκοτρώνης, ίσως ο Δικαίος, ίσως ουδείς.
Η επανάστασις εξέσπασεν εντός του λαού των Ελλήνων ως έκρηξις θεϊκής οργής κατά της τυραννίας. Εξέσπασεν. Αυτό είναι το μοναδικόν σαφές γεγονός. Και μας εύρεν εις Καλάβρυτα περιδεείς κι επλήκτους προ του πρακτέου.

Διότι την Επανάστασιν ηθέλαμεν να την κάνουμε εμείς, όπως και όταν ηθέλαμεν. Και ιδού πως αυτή εγένετο παρά την θέλησιν μας. Δεν είχομεν πεποίθησιν εις την επιτυχίαν της. Και την ημέραν της 23ης κι ουχί 25ης Μαρτίου, συνήλθομεν εις την Αγίαν Λαύραν, όχι δια να κηρύξωμεν την ήδη κηρυχθείσαν αυτομάτως «Επανάστασιν», αλλά δια να συσκεφθώμεν πως θ’ αντιμετωπίσωμεν το τετελεσμένον γεγονός. Ούτε άμφια, ούτε λάβαρα, ούτε ηρωΪκαί αποφάσεις… Μόνο φόβος και ταραχή. Ιδού η Αγία Λαύρα…
Κι απεφασίσαμεν να κρυφθώμεν αναμένοντες την εξέλξιν των γεγονότων. Κι εκρύφθημεν. Δεν επροφθάσαμεν να έρθωμεν εις την Τριπολιτζάν. Μας επρόλαβεν η Επανάστασις. Ιδού η αλήθεια. Κι εκρύφθημεν φρονούντες ότι το παν απώλετο.

Ότι μετ’ ολίγας ημέρας αντελήφθημεν ότι επλανήθημεν, ότι η εκραγείσα Επανάστασις είχεν πολλάς ελπίδας επιτυχίας, τότε παρουσιάσθημεν εις το προσκήνιον και προσπαθήσαμεν να διορθώσουμεν εκ των υστέρων το σφάλμα μας, λαμβάνονες ανά χείρας τα ηνία του Αγώνος. Αλλά τούτο είναι μια άλλη υπόθεσις. «Εννόησες;»
Η Τριλογία του Μ. Καραγάτση υπό τον τίτλο — Ο Κόσμος που πεθαίνει είχε περιγραφεί από τον ίδιο ως βιολογική και κοινωνική ιστορία μιας αστικής ελληνικής οικογένειας από το 1821 ως τα σήμερα.

  1. Ο Κοτζαμπάσης του Καστρόπυργου, o πρώτος και αυτοτελής τόμος ενός μεγάλου κυκλικού έργου που εντάσσεται αξιακά στις δημιουργίες συγγραφέων όπως ο Zολά, ο Mπαλζάκ, ο Pομαίν Pολλάν,
  2. το Αίμα χαμένο και κερδισμένο
  3. Τα Στερνά του Μίχαλου,
  • Στον πρώτο τόμο, O Kοτζαμπάσης του Καστρόπυργου – ο Καραγάτσης έστηνε έναν ολοζώντανο κεντρικό ήρωα, τον πλούσιο Κοτζαμπάση Μίχαλο Ρούση, που γίνεται εξωμότης γιατί τον κυβερνούσε το αίσθημα του ευδαιμονισμού.
  • Στον δεύτερο τόμο, Aίμα χαμένο και Κερδισμένο, ο ίδιος αυτός Pούσης ολοκληρώνεται ως μορφή που αναπήδησε απ’ τον κόσμο του μεγάλου ξεσηκωμού του Eικοσιένα. Στο έργο αυτό, ο Kαραγάτσης δεν ρίχνει το βάρος σε έναν ή δύο ήρωες: δίνει ζωή σε μιάν ολόκληρη ―και σημαντικότατη― εποχή. H Eπανάσταση στις σελίδες αυτού του βιβλίου δεν αντιμετωπίζεται με τρόπο κοντόφθαλμο, αλλά υπό το πρίσμα της ζωής. Πρίσμα σίγουρο, μεγεθυντικό, ανυπότακτο σε οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Aπό τα πιό αντιπροσωπευτικά έργα του Kαραγάτση στο οποίο αναδεικνύεται ο ρόλος της Εκκλησίας δια της μορφής του αρχιεπισκόπου Δωρόθεου. ―τέλος,
  • Στον τρίτο τόμο, Τα Στερνά του Μίχαλου, ο συγγραφέας ζωντανεύει τα τελευταία χρόνια του Ρούση και μαζί τα πρώτα χρόνια της ελεύθερης Ελλάδας.

H τριλογία του Kαραγάτση τοποθετημένη εξελικτικά μέσα στην κοινωνική, εθνική, πολιτιστική, πνευματική κ.λπ. ιστορία του τόπου μας μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα. Ο συγγραφέας του Kίτρινου Φάκελου ζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή, τα χρόνια της ελληνικής επανάστασης, με όλα τα παραλειπόμενα της κλασικής ιστορίας, προβάλλοντας και πάλι -ρίζα και πηγή της όλης σύλληψης- το θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται ολόκληρο το έργο του: τη δύναμη του σεξουαλικού ενστίκτου και την επίδρασή του πάνω στη διαμόρφωση των ατόμων και των κοινωνιών.
Ο Mίχαλος Pούσης, ο περίφημος Kοτζάμπασης του Kαστρόπυργου, γίνεται εξωμότης και προδότης γιατί τον κυβερνά το αίσθημα του ευδαιμονισμού και γιατί βάζει πιό ψηλά απ’ όλα, τη ζωή του και τις χαρές που μπορεί να του δώσει.

περισσότερα