Αρχείο κατηγορίας journal

Ημερολόγιο

Arno Schmidt – Κατανόηση του Ακατανόητου

Arno Schmidt – Από τη ζωή ενός φαύνου

To ακατανόητο να αναλυθεί σε μεμονωμένα κατανοητότερα. Η φράση αυτή, με την οποία τελειώνει το πρώτο μέρος του έργου —«Από τη ζωή ενός Φαύνου” θα μπορούσε να συνοδεύει όλο το έργο του Schmidt

Από τη ζωή ενός φαύνου – Α΄έκδοση 1953

Και βέβαια κανείς δεν μπορεί να θυμώσει με τον Νοτιοευρωπαίο αναγνώστη, όταν ισχυρισθεί πως αυτή η προειδοποίηση είναι ήδη αρκετή, για ν’ αφήσει το βιβλίο ανέγγιχτο στο ράφι του βιβλιοπώλη. Η λογοτεχνία που μας προσελκύει δίχως κόπο, είναι αυτή που κάνει χρήση του ακατανόητου ως δεδομένου, ως στοιχείου της πλοκής, ως στοιχείου ενός μύθου και μας παρασύρει αβίαστα στη δίνη της ανάγνωσης, απαλάσσοντας μας από τον κόπο της επίπονης «περί και ένδον” σκόπησης.
Άλλοι πάλι αντιτείνουν πως η ανάλυση της πραγματικότητας δεν είναι αντικείμενο του έντεχνου ψυχαγωγικού λόγου αλλά της επιστημονικής ανάλυσης.

Η διαφωνία όμως ενός τμήματος της σύγχρονης λογοτεχνίας θα διατηρήσει για ορισμένους ευήκοους την πειστικότητα της. Εαν σαφώς η Εγελιανή θέση του Adorno ότι είναι αδύνατη μια ζωή ορθή μέσα στο ψεύδος είναι επίκαιρη κι αν αποδεχτούμε ότι ο 20ος Αιώνας μας εισήγαγε σε μιαν εποχή όπου δεσπόζει η δυνατότητα της τεχνικής αναπαραγωγής του έργου τέχνης απογυμνώνοντας το έτσι από την αύρα του δηλαδή την υπερβατικότητα του, τότε οι απαντήσεις παύουν να είναι αυτονόητες.

Arno Schmidt Foundation – Bargfeld – Photo Προέλευση: en Wikipedia

Arno Schmidt Foundation
Ίδρυμα Arno Schmidt

Δεν χωρεί αμφισβήτηση: η συμβατική λογοτεχνία ξεπερνά τέτοιου είδους προβληματσμούς με το ατσάλινο επιχείρημα της επιτυχίας της, με τον ίδιο τρόπο που το Hollywood, μπορεί να επικρατεί του «προσωπικού” Ευρωπαϊκου κινηματογράφου ή η βιομηχανική pop, της σοβαρής μουσικής. Η εποχή μας εκφράζεται αλλά παραμένει ασχολίστη, ο σχολιασμός περιθωριοποιείται.

Έτσι ενώ ο Arno Schmidt αναφέρεται με μια πνοή δίπλα στους Proust και Joyce, παραμένει αδιάβαστος όπως ακριβώς και οι δυο μεγάλοι ομότεχνοι του. Σαν να μην έφτανε αυτό, μοιράζεται την αμφίβολη τύχη άλλων σπουδαίων γερμανών συγγραφέων όπως οι Hans Henry Jawn και Ror Wolf που επειδή συνδιάζουν το ύφος της πατρίδας τους με τον βαρύ τευτονικό στοχασμό, ξενίζουν.
Αυτό όμως δεν πρέπει να προκαλεί μεγάλη έκπληξη γιατί ποιός γνωρίζει τον Wieland, τον Jean Paul Richter ή κι αν θέλετε τον ίδιο τον Goethe;

Arno Schmidt
Arno Schmidt

Ο Arno Schmidt γεννήθηκε στο Αμβούργο τη χρονιά που ξέσπασε ο A΄ παγκόσμιος πόλεμος. Ύστερα από το θάνατο του πατέρα του (1932) η οικογένεια μετακομίζει στη σιλεσιακή πατρίδα. Αυτά τα χρόνια στο γερμανόφωνο χώρο επικρατούν: το κίνημα Dada, το κινημα Bauhaus στην αρχιτεκτονική, ο εξπρεσσιονισμός στη ζωγραφική, τον κινηματογράφο, την ποίηση και το θέατρο, ενώ ο Schönberg και οι μαθητές του Anton Webern, Allan Berg και Νίκος Σκαλκώτας ανακαλύπτουν και εξερευνούν την δωδεκαφθογγική μουσική.

Ο νεαρός ποιητής Arno Schmidt που κάποιες ποιητικές του δοκιμές απορρίπτονται από τον Herman Hesse δουλεύει ως υπάλληλος λογιστηρίου στο εργοστάσιο παραγωγής ενδυμάτων Greiff, παντρεύεται την Alice Murawski και ζει τη διπλή ζωή του βουβού υπαλλήλου και του ρομαντικού μελετητή της λογοτεχνίας. Η αδελφή του Lucy μεταναστεύει μαζί με τον εβραίο άνδρα της το 1933 στην Αμερική ενώ ο συγγραφέας παρά την κακή του όραση, καλείται στο στρατό το 1939 και περνά το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στη Νορβηγία.

Με την κατάρρευση του μετώπου πέφτει αιχμάλωτος πολέμου στα χέρια των Άγγλων. Έπειτα από μια σύντομη αιχμαλωσία εργάζεται ως διερμηνέας της αστυνομίας των δυνάμεων κατοχής ώσπου αποφασίζει -αν και δεν είχε στη δυτική ζώνη πόρους- να αφιερωθεί στη συγγραφή. Κάτω από απίστευτες στερήσεις γράφονται τα πρώτα δαιμονισμένα διηγήματα με σπουδαιότερο το Leviathan. Όπως μας πληροφορεί η Susanne Fischer, στην κριτική έκδοση του κειμένου, ο συγγραφέας σημειώνει πάνω στο χειρόγραφο ότι η ιδέα για το κείμενο του ήρθε στις 15-16/8/1946 το σχεδίασμα έγινε στις 2/10/1946 και η καταγραφή στο διάστημα 3-22/1/1946. Το κείμενο έπειτα από περιπέτειες στα τέλη Οκτωβρίου 1949 εκδίδεται από τις εκδόσεις Rowohlt μαζί με δυο ακόμη κείμενα. Για την περίοδο εκείνη γνωρίζουμε πως το ζεύγος Schmidt φυτοζωούσε κυριολεχτικά ζώντας με μανιτάρια και καβουρντισμένα βελανίδια περιμένοντας αραιά και που κάποια δέματα που έστελνε η αδελφή του συγγραφέα από την Αμερική.

Στις 14/1/1951 ο Αlfred Doblin -νεανικό ίνδαλμα του συγγραφέα- του απονέμει το μέγα βραβείο της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών.
Ο ίδιος ο Arno Schmidt θεωρούσε ότι αυτό το κείμενο ήταν επηρεασμένο από το «Εύρηκα” του E.A. Poe. Πέρα όμως από αυτό, ο Λεβιάθαν αποτελεί τη δραματική αντίδραση του συγγραφέα στην άμεση μαρτυρία των εχθροπραξιών στο ανατολικό μέτωπο ενώ παράλληλα μια ελεγεία στη χαμένη νεανική του αγάπη Anna Wolf, την οποία μάλιστα αναφέρει με το όνομα της μέσα στο κείμενο.

Arno Schmidt Foundation – Bargfeld – Photo Προέλευση: en Wikipedia

O Άρνο Σμιτ είναι ο πιο μοντέρνος γερμανός συγγραφέας της εποχής μας. Aπό τα πρώτα του κιόλας έργα απέκτησε -δικαίως- τη φήμη του ιδιοφυούς λογοτέχνη και του πρωτοπόρου στην αναζήτηση νέων μορφών γραφής και απέσπασε το θαυμασμό μεγάλων συγγραφέων, όπως του Xέρμαν Έσσε. Mάστορας της γλωσσοπλασίας και του λογοπαιγνίου, του υπαινιγμού και της συγκαλυμμένης αναφοράς, ο Άρνο Σμιτ λέγεται ότι δεν μπορεί να μεταφραστεί σε άλλη γλώσσα. Kαι πράγματι πολλά έργα του είναι αδύνατο να μεταφραστούν, όπως συμβαίνει και με το μεγάλο Iρλανδό Tζέιμς Tζόυς. Εν ζωή δεν κέρδισε από τα βιβλία του και λόγω οικονομικής ανέχειας, τα τελευταία χρόνια της ζωής του συντηρούνταν από τον φιλόλογο και συγγραφέα Jan Philipp Reemtsma – κληρονόμο του βιομηχάνου Jan Philipp Reemtsma, των γερμανικών τσιγάρων.

Σε συνεργασία με το ίδρυμα Άρνο Σμιτ (Arno Schmidt Foundation) και τον εκδοτικό οίκο Fischer, οι Eκδόσεις Kριτική παρουσιάζουν στο ελληνικό κοινό για πρώτη φορά έργο του Σμιτ μεταφρασμένο στη γλώσσα μας.
— Τριλογία Arno Schmidt, Tο «Mικρό μυθιστόρημα”: Aπό τη ζωή ενός Φαύνου (Κριτική 1992), πρώτο μέρος της τριλογίας, Το Ρουμάνι του Μπραντ (Οδυσσέας 1994), β΄μέρος, Tα παιδιά του Nομποντάντυ, γ΄μέρος, περιγράφει δεκατρείς ημέρες από τη ζωή ενός δημόσιου υπάλληλου πριν και μετά τον πόλεμο και αποτελεί μια καυστική κριτική του γερμανικού μικροαστισμού,

Από το πολύτομο έργο του στην ελληνική γλώσσα έχουν μεταφρασθεί: Λεβιάθαν μτφ. Γιάννης Κοιλής εκδ Οδυσσέας 1994, (Leviathan 1949) To ρουμάνι του Μπραντ μτφ. Γιάννης Κοιλής εκδ Οδυσσέας 1994, Από τη ζωή ενός Φαύνου μτφ. Γ. Κοιλής εκδ Κριτική 1992 (Aus dem Leben eines Fauns 1953), Mαύρος Καθρέφτης (Schwarze Spiegel) μτφ Κοιλής Γ. εκδ Οδυσσέας (υπό έκδοση)

Frida Kahlo Η ζωγραφική είναι η δική μου πραγματικότητα

Frida Kahlo
Frida Kahlo – Αυτοπροσωπογραφία με λουλούδια σε πράσινο φόντο

Η Φρίντα Κάλο (Frida Kahlo) υπήρξε Μεξικανή ζωγράφος που στην εποχή της διαδραμάτησε ενεργό ρόλο στα δρώμενα καλλιτεχνικά και όχι μόνο, της πατρίδας της και που απέκτησε φήμη ιδιαίτερα μεγάλη στις γειτονικές ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη – δεδομένου ότι ο Αντρέ Μπρεσόν – υπερεαλιστής ζωγράφος, το 1938 σε ένα ταξίδι του στο Μεξικό, διέκρινε στο ζωγραφικό της έργο παραπλήσειες τάσεις με τον σουρεαλισμό και της πρότεινε να συμμετάσχει με άλλους σουρεαλιστές ζωγράφους σε μια έκθεση στο Παρίσι. Εκείνη σαν απάντηση του λέει, πως το έργο της «δεν είναι όνειρο αλλά η προσωπική της πραγματικότητα«.

Η Φρίντα Κάλο γεννήθηκε το 1907 (6/7), στο Κογιοακάν του Μεξικού και πέρασε στην παιδική της ηλικία πολυομελίτιδα που όμως επιδεινώθηκε το 1925, από ένα ατύχημα εξ αιτίας σύγκρουσης λεωφορείου με τραμ, όταν ήταν 19 ετών. Αυτό της δημιούργησε πρόβλημα που ωστόσο δεν την παρεμπόδισε από το να ζωγραφίζει αλλά και να παντρευτεί σε λίγο – το 1929, τον διάσημο Μεξικανό ζωγράφο για τις τοιχογραφίες του και τα ζωγραφικά του έργα – τεχνοτροπίας προκολομβιανής εποχής, Ντιέγκο Ριβέρα (Diego Rivera).

Ήταν η εποχή μετά το ατύχημα, που η Φρίντα αναρρώνοντας, παρακολουθούσε μαθήματα ζωγραφικής – που έδειξε στον Ριβέρα με τον οποίον είχαν γνωρισθεί σε καλλιτεχνικούς κύκλους, τους πίνακες της. Η τεχνοτροπία στους πίνακες της ήταν αντίθετη με του Ριβέρα καθώς ήταν πιστή στη μεξικάνικη κουλτούρα (mexicanidad) περιλαμβάνοντας ακόμη και τα τάματα (retablos) που αποτελούσαν διαδεδομένη μορφή ευχαριστίας του Μεξικανικού λαού προς την Παναγία. Δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο ένα κράμα naif μαζί με το folklore, της τοπικής Μεξικάνικης παράδοσης.

Αργότερα χώρισαν λόγω του ότι είχε δημιουργήσει άλλον δεσμό με τον Αμερικανό Νίκολας Μάρει που είχε γνωρίσει στη Νέα Υόρκη – στα χρόνια της παραμονής της με τον σύζυγο της Ριβέρα στις ΗΠΑ. Μετανιωμένη έχοντας ήδη ζωγραφίσει λίγο καιρό πριν χωρίσει ανάλογο πίνακα με τον τίτλο «οι δύο Φρίντες” – με θέμα το επικείμενο διαζύγιο, ξαναπαντρεύεται τον Ριβέρα.

Η ζωή της στάθηκε σύντομη – πέθανε στα 47 της, το 1954 (13/7) στο Κογιοακάν γενέτειρα της, όμως το έργο της γεμάτο από το φως και τα χρώματα μιας φύσης άλλοτε άνυδρης άλλοτε τροπικής του Μεξικού πρόλαβε να γίνει ήδη γνωστό έξω από τα σύνορα της πατρίδας της σε Αμερική και Ευρώπη.

Η Μεξικάνικη κυβέρνηση το 2010, έβγαλε το χαρτονόμισμα των 500 πέσος με τα πρόσωπα του ζεύγους Φρίντα Κάλο – Ντιέγκο Ριβέρα σαν φόρος τιμής στη καλλιτεχνική τους προσφορά, – επ’ ευκαιρία της 200ης επετείου της ανεξαρτησίας του Μεξικού και 100ή της Μεξικανικής επανάστασης.

Η κατοικία της Φρίντας Κάλο στο Κογιοακάν, γνωστή σαν Γαλάζιο σπίτι (Casa Azul), σήμερα είναι μουσείο με τα προσωπικά της είδη εκτός από τους πίνακες, όπου οι επισκέπτες μπορούν να καθήσουν στην αυλή μετά από την περιήγηση τους στο εσωτερικό του σπιτιού Γνωστό στους ταξιδιώτες σαν «La Casa Azul”, δωρήθηκε μετά θάνατον στο κράτος από τον Diego Rivera. Είναι ένα σπίτι με κυρίαρχα στοιχεία το έντονο γαλάζιο των χαμηλών τοίχων και το πράσινο των τροπικών αλλά και της ερήμου φυτών στον εσωτερικό χώρο της αυλής (patio) – εναρμονισμένο με τη Μεξικάνικη τοπική αρχιτεκτονική.

To 2002 η ταινία Frida κέρδισε 2 Όσκαρ και του πρώτου ρόλου,  υποψηφιότητα της πρωταγωνίστριας Salma Hayek.

Ντελικάτη Λιχουδιά

Σύκα με μαύρη σοκολάτα

Στο παλιό μας σπίτι είχαμε πίσω μεγάλη αυλή γεμάτη χαμομήλια την άνοιξη στα πλαϊνά παρτέρια αλλά και με συκιές. Μαζεύαμε σύκα που τα λέγαμε βασιλικά δηλαδή, «τροφή του βασιλιά” μας είχαν πει. Σε ένα τσιμεντένιο πλάτωμα από τη πλευρά της μάντρας της διπλανής αυλής είχε και μια τραμπάλα. Από την άνοιξη και μετά, τα μεσημέρια κάναμε τραμπάλα, κόβαμε και σύκα: μεγάλα, πρασινωπά με σκούρες ανταύγειες, κάποια άλλα ήταν σκούρα σχεδόν μαύρα, που μόλις τα ξεφλούδιζες να τα φας προβάλανε άσπρα απ’ όπου μέσα αναδυόταν το άρωμα από τη διάστιχτη με τα άσπρα στίγματα κοκκινωπή λαχταριστή όψη τους.

Έτσι τα σύκα μπήκαν στη ζωή μας. Σήμερα δεν είναι προσβάσιμες πια τέτοιες συκιές. Λύση τα σύκα από το μανάβη του σουπερμάρκετ το καλοκαίρι. Το χειμώνα όμως υπάρχουν τα ξερά σύκα. Συσκευασμένα στη σειρά αποτελούν μια πρώτης τάξεως διατροφική συνήθεια – πρωτίστως γιατί δεν περιέχουν ζάχαρη.


Μια εξαίρετη λιχουδιά είναι όταν επικαλύπτονται με μαύρη σοκολάτα. Μια ντελικάτη γεύση φρούτου και τραγανής σοκολάτας. Άλλος τρόπος αξιοποίησης του καλοκαιρινού αυτού φρούτου είναι να βράσουν, να γίνουν γλυκό και μετά να σερβιριστούν με παγωτό καϊμάκι περιχυμένο με το σιρόπι του βρασίματος. Όμως τα συσκευασμένα σύκα Ταξιάρχη Ευβοίας με επικάλυψη μαύρης σοκολάτας και τριμμένο αμύγδαλο, είναι ένα έδεσμα προσιτό στο κατάστημα αναλόγων ειδών – αν δεν υπάρχουν στο σουπερμάρκετ.

Μια λαχταριστή λιχουδιά που μας έρχεται από τη γειτονική μας βόρεια Εύβοια όπου παράγονται, συσκευάζονται, διατίθενται στο εμπόριο τα ωραία άσπρα ξερά σύκα, μαζί με άλλες ποικιλίες τους.

σχετικά

Ξεχαρβαλωμένες Κιθάρες

Κώστας Καρυωτάκης – Ποιήματα και Πεζά Ερμής 1972

Ποιος είμαι; Αυτή η ερώτηση ταλανίζει όλους. Τι είμαι; Που πάω; Ερωτήσεις που δεν βρίσκεις απάντηση – παρά μόνο στη Φιλοσοφία. Ο καθημερινός άνθρωπος στέκεται ανήμπορος μπροστά στην αναζήτηση μιας απάντησης. Όμως ο Καρυωτάκης με το ποίημα «Κιθάρες” δίνει μια απάντηση που είναι καταλυτική μέσα στον πεσιμισμό της καθώς αυθόρμητα του έρχεται στο νου το αναπόφευκτο τέλος – κοινή μοίρα των θνητών.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΤΙ…

Eίμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. O άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Eίμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Yψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Eίμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Mας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

[Είμαστε κάτι] διαβάζει ο Γ.Π. Σαββίδης

Νιότη, μια ταινία για το παρελθόν

Youth: ένας διάλογος γι’ αυτό που χάνεται…

caine_keitelcapture
Michael Caine, Harvey Keitel – Youth (Νιότη) 2015

«Τα βλέπεις αυτά τα βουνά; ”
«Οι Άλπεις είναι φυσικά!”
«και αυτή την κορυφογραμμή απέναντι, πόσο καλά τη διακρίνεις
;” ρωτάει ο Harvey Keitel τον Michael Caine στο έργο Νιότη (Youth) του Paolo Sorrentino.
«Αλήθεια, πότε ήταν που τη βλέπαμε τόσο κοντά;”
«Όσο περνούν τα χρόνια όλα τα περασμένα απομακρύνονται – μιας και το παρελθόν φεύγει πίσω, μοιάζει όλο και πιο μακρινό…”

Υπόθεση: ένας διάσημος αλλά όχι πλέον εν ενεργεία, διευθυντής ορχήστρας (Michael Caine) μαζί με τον φίλο του σκηνοθέτη ταινιών  (Harvey Keitel) βρίσκονται στις Ελβετικές Άλπεις για διακοπές σε ένα χειμερινό κέντρο αποτοξίνωσης και ανανέωσης.
Στην πορεία των διακοπών τους, θυμούνται περιστατικά της ζωής τους προσπαθώντας να τα συνδέσουν με την τωρινή τους ζωή.

Έτσι το έργο είναι μια προσπάθεια να πιαστεί το παρελθόν, όπως η κορυφογραμμή που κοιτάζουν στο ταξίδι τους σ’ αυτό το θέρετρο στις Άλπεις, που μοιάζει πλέον απόμακρη, απροσπέλαστη δυστυχώς, εντελώς.

Ό,τι  απομακρύνεται και όσο απομακρύνεται, υπόκειται στο νόμο της φθοράς και της αλλοίωσης. Ο χρόνος δεν ξεχωρίζει κανέναν ούτε άσημους ούτε διάσημους, ούτε πλούσιους, ούτε φτωχούς. Τα αποτυπώματα του καθώς αυτός κυλά, δεν μπορούν να σβηστούν  -και στους ανθρώπους, και στα περιστατικά της ζωής τους- φυσικά αλλοιωμένα κι αυτά, μοιάζει να λέει ο χαρισματικός Ιταλός σκηνοθέτης.

Ντάμα Πίκα – Το πάθος του παιχνιδιού

puskinCapture
Alexander Pushkin (1799 – 1837)

Το πάθος της Χαρτοπαιξίας – Κοινός τόπος στους Ρώσους δραματικούς συγγραφείς Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (Ο Παίκτης), Αλεξάντρ Πούσκιν (Ντάμα Πίκα).

gamblersCapture
Joueurs des Cartes – Paul Sézanne 1839 – 1906

Ντάμα Πίκα – Βιβλίο (1834)

Ο Χέρμαν, ο κύριος χαρακτήρας της «Ντάμα Πίκα” (1834), είναι ένας νεαρός Γερμανός αξιωματικός του Μηχανικού, που ζει σε μια ξένη χώρα, τη Ρωσία. Φαίνεται εξαρχής λογικός και σώφρων άνθρωπος που δεν εμφορείται από πάθη. Σιγά σιγά, όμως, αυτή η εικόνα αλλάζει, όταν βλέπουμε πως μια φανταστική εξιστόρηση, σχετικά με κάποιο χρυσοφόρο μυστικό, τινάζει σαν ελατήριο το πάθος του τυχερού παιχνιδιού μέσα του.
Ήδη από τη λέξη που εκστομίζει: «Παραμύθια!” μόλις έχει ακούσει την εξιστόρηση, είναι φανερή μέσα του η σύγχυση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας που θα τον οδηγήσει, με τη συνδρομή της τύχης, σε απρόοπτες εξελίξεις.
Ένα σύντομο αριστούργημα, στο οποίο ο Πούσκιν, με ύφος καθαρό και απέριττο, μιλάει με βαθιά αγάπη -ίσως και λίγο άγρια- για όλες τις χαρές, όλες τις ηδονές της ζωής. (από biblionet.gr)

Ντάμα Πίκα Όπερα (1880) – Πράξη 3

Τίτλος: «Ντάμα Πίκα” (The queen of spades)
Είδος: Όπερα (σε 3 πράξεις)
Συνθέτης: Piotr-Ilyich Tchaikovsky
Βιβλίο: Pikovaya Dama (Ντάμα Πίκα) Alexander Pushkin (1834)
Λιμπρέτο: Modest  Tchaikovsky (46 χρόνια μετά τη δημοσίευση του διηγήματος του Πούσκιν)
Έτος: 1880 (πρεμιέρα) Αγία Πετρούπολη

Σκηνή 1 Στον κοιτώνα του στρατοπέδου καθώς ο άνεμος ουρλιάζει ο Χέρμαν διαβάζει το γράμμα της Λίζας που του λέει να συναντηθούν τα μεσάνυχτα στην όχθη του ποταμού. Φαντάζεται τη χορωδία να ψάλει στην κηδεία της κόμησας, ενώ ταράζεται από ένα χτύπημα στο παράθυρο. Τότε εμφανίζεται το φάντασμα της κόμησας, που του λέει πως – αν και είναι ενάντια στη θέληση της, πρέπει να του εξομολογηθεί το μυστικό των χαρτιών, ώστε να μπορέσει να παντρευτεί και να σώσει τη Λίζα.

Σκηνή 2 Στο χειμωνιάτικο τοπίο του ποταμού είναι μεσάνυχτα  και η Λίζα περιμένει τον Χέρμαν, ελπίζοντας πως την αγαπά ακόμη ενώ σιγά-σιγά, το σκοτάδι αρχίζει να σκεπάζει το όνειρο της νιότης και της ευτυχίας της. Τότε τον βλέπει να προχωρά προς αυτήν, και σε λίγο λόγια παρηγοριάς βγαίνουν απ’ τα χείλη του. Σε λίγο όμως, αρχίζει το παραμιλητό του για το μυστικό της κοντέσας, κάνοντας τον να μην αναγνωρίζει τη Λίζα πια – τόσο βυθισμένος σ’ αυτό που την εγκαταλείπει γυρίζοντας πίσω. Αυτή μόλις καταλαβαίνει πως όλα πια έχουν χαθεί οριστικά, αυτοκτονεί.

Σκηνή 3 Στη χαρτοπαιχτική λέσχη, οι αξιωματικοί του λόχου του Χέρμαν έχουν τελειώσει το δείπνο τους και ετοιμάζονται να παίξουν χαρτιά. Ο  πρίγκηπας Γιελέτσκι – του οποίου μόλις χάλασε η σχέση, προστίθεται στην παρέα τους – «άτυχος στην αγάπη, τυχερός στα χαρτιά«, τους λέει. Ο Τσεκαλίνσκι αρχίζει να τραγουδά ένα τραγούδι των χαρτοπαικτών.
Μόλις φθάνει ο Χέρμαν, παραξενεύονται όλοι που τον βλέπουν αγριεμένο και απειλητικό. Ο πρίγκηπας Γιελέτσκι διαβλέπει μια φιλονικία και ζητά από τον  κόμη Τόμσκι να είναι μάρτυρας του – αν κάτι τέτοιο προκύψει.

Ο Χέρμαν τότε, στοιχηματίζει με πυρετώδη διάθεση το υπέρογκο ποσό των σαράντα χιλιάδων ρουβλίων. Τους κερδίζει και τους τρεις ενώ αυτοί παραξενεύονται από τη μανιακή του συμπεριφορά. Μετά στοιχηματίζει στον αριθμό επτά της τράπουλας και τους κερδίζει πάλι.

Παίρνει το ποτήρι και το υψώνει με την πρόποση: «Η ζωή δεν είναι παρά ένα παιχνίδι” φωνάζει. Ο Γιελέτσκι δέχεται τη καινούργια του πρόκληση να ακολουθήσουν και τρίτο γύρο. Ο Χέρμαν ποντάρει ό,τι έχει και δεν έχει στον άσσο, αλλά όταν δείχνει το χαρτί του, αυτό δεν είναι παρά η ντάμα πίκα, ενώ βλέπει το φάντασμα της κόμησας να τον κοιτά περιπαιχτικά, κοροϊδεύοντας τον. Τότε εκείνος αυτοκτονεί ενώ ζητά συγχώρεση (Άρια Χέρμαν: Forgive me celestial creature) από τον πρίγκηπα Γιελέτσκι και τη Λίζα.

(πηγή en.wikipedia.org/wiki/The Queen of Spades)
Σχετικά: Ντάμα Πίκα

Το σύνδρομο Καζαντζίδη

Τα τραγούδια που έγραψε και τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης είναι πάρα πολλά. Τα περισσότερα με ωραίους στίχους και μουσική αλλά όλα τραγουδισμένα με το το ταλέντο μιας μεγάλης πηγαίας φωνής. Αναβιώνοντας ένα παρελθόν μέσα από αυτές τις μνήμες που τα πάντα μοιάζουν να κινούνται γύρω του: ακόμη κι αυτή η τυπωμένη επιγραφή στη χαρτοπετσέτα του πολύ μοντέρνου καφέ: «οπισθοδρομικές σπεσιαλιτέ…”

kazantzidisCapture
Στέλιος Καζαντζίδης 1931 – 2001

Με όλη αυτή τη μόδα των ουζερί, των μεζέδων, του ούζου, του τσίπουρου… με όλα αυτά τα κέντρα σε στιλ παλιό στέκι… τα μπαράκια με ζωντανή μουσική όπου παίζουν δυο τρία άτομα… τα μεζεδοπωλεία αλλιώς τσιπουράδικα… τα ρακόμελα… τη ρετσίνα που αναβιώνει σαν από παλιά ταβέρνα της Πλάκας… Απ’ όλα αυτά σ’ όλη την Ελλάδα του τουρισμού, στα νησιά, στις ψαροταβέρνες και τις χασαποταβέρνες δεν θα μπορούσε να λείπει ο Στέλιος Καζαντζίδης.

Με τη γνήσια λαϊκή φωνή, τα τραγούδια όλο αίσθημα και πάθος με το αιώνιο παράπονο του έφηβου που δεν είδε τα όνειρα του να πραγματοποιούνται… του μετανάστη – αλήθεια πόσο επίκαιρο σήμερα με την εγκατάλειψη προς τα ξένα τόσων και τόσων νέων… που έδωσε τα καλύτερα του χρόνια στις ξένες φάμπρικες αλλά και στις ξένες πολυεθνικές σήμερα… γίνεται ένας τραγουδιστής σύμβολο της προδοσίας:

Η προδοσία στον έρωτα, στη φιλία, στην πολιτική εσχάτως και πολύ καίρια… ανάγεται σε σύμβολο και σήμα κατατεθέν μιας πατρίδας που προδίδει τα παιδιά της καθώς την προδίδουν οι πατέρες της! Πέρα από αυτά τα αρκετά πεσιμιστικά κι απαισιόδοξα ο καιρός κυλά με όλα τα μοντέρνα να κυριαρχούν πλάι στο παλιό φάντασμα της προδοσίας – έτσι που αυτή να μοιάζει ένα σκιάχτρο που στέκεται πάνω από όλα και δείχνει προς τα παλιά ορόσημα:

Του τέλους του εμφυλίου, της βασιλείας του παρακράτους υπό τις εντολές ενός υποδόριου κράτους έτσι όπως ανδρώθηκαν και γιγαντώθηκαν όλα τα χρόνια που υφαινόταν ο ιστός μιας σαθρής ανάπτυξης – το περισσότερο με δάνεια που αλλού να βρίσκονταν τα χρήματα… Έτσι που το σήμερα στο σήμερα να μη μοιάζει – έτσι που όλα είναι ακουμπισμένα στα παλιά θαρρείς για να μπορούν να υπάρχουν όπως ο κισσός που τυλίγεται τον κορμό του πεύκου για να αναπτυχθεί.

Και το ερώτημα πόσο αλήθεια είναι σαθρό ένα τέτοιο παρόν; Που δεν αφήνει τίποτε καινούργιο να υπάρξει αφ’ εαυτού και αναπαράγει ένα άλλο παρελθόν που μοιάζει αρκετά αφύσικο έτσι όπως προβάλλεται  στις γυαλιστερές προσόψεις των ακριβών καταστημάτων, των κτιρίων από κρύσταλλο και ατσάλι, των επώνυμων αρωμάτων της σαγήνης και της παραπλάνησης των αισθήσεων.

Στο μεταξύ η Ελλάδα προχωράει με στήριγμα όλα όσα έχουν σβήσει και τα ‘χει καταπιεί ο καιρός στα έγκατα του χωρίς να μπορεί να βρει το καινούργιο πρόσωπο της: ένα αμάλγαμα μονάχα φωνών απ’ το παρελθόν στον υπόκωφο κρότο της νύχτας καθώς πέφτει πάνω από τα κουρασμένα βήματα της…

Ως πότε κανείς μπορεί ν’ αντέξει χωρίς τη φρέσκια πνοή του καινούργιου; χωρίς τα νέα ιδανικά και οράματα; χωρίς μια νέα ταυτότητα που να αντικαταστήσει την ένδοξη γνωστή αλλά ξεθωριασμένη από το χρόνο και τα πάθη του, μέσα στο παλιό συρτάρι των αναμνήσεων…

Αλλάζουμε το χρώμα της σελίδας

Αλλάζουμε το χρώμα της σελίδας – κι οι σελίδες είναι πολλές

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αξιοποιήσεις την πολιτιστική και κοινωνική κληρονομιά. Ο καλύτερος θα ήταν να την ενσωματώσεις στο σημερινό γίγνεσθαι. Να διατηρήσεις τα καλά, και τα κακά να τα απομονώσεις σ’ ένα χώρο – Μουσείο, όπου οι νεώτερες γενιές θα μπορούν να δουν από ένα μικρό παράθυρο το παρελθόν. Από το παρόν θα παίρνουν μαθήματα πως ό,τι και να ‘χει περάσει ένας τόπος, η ζωή συνεχίζεται με το χαμόγελο, πως κάποια πράγματα πάντα μπορούν να κερδηθούν αξιοποιούμενα. Και όπως τονίζει ο ιστορικός Φίλιππος Ηλιού: Στα δικαιώματα του πολίτη θα έπρεπε να ανήκει και το δικαίωμα να γνωρίζει την ιστορία του.

yaros
Τόπος εξορίας – Γυάρος

Γυάρος, Μακρόνησος, Ανάφη, Λέρος, Σπιναλόγγα: Αυτά τα μέρη πρέπει να αξιοποιηθούν ενσωματώνοντας εικόνες – σαν μέσα από παλιό ντοκυμαντέρ, στο σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι. Εικόνες από κατηγορίες ονομασιών που αν τις έφερες κατέληγες απομονωμένος, φυλακισμένος πίσω από τα σίδερα. Σίδερα των φυλακών των ξερονήσων της Γυάρου, της Μακρονήσου, του Άη-Στράτη. Των ψυχιατρείων της Λέρου, των απομονωτηρίων της Σπιναλόγγας. Εικόνες – σκιάχτρα, από ονόματα τόπων που συνδέθηκαν με κοινωνικούς αποκλεισμούς, εκτοπίσεις – ανθρώπων που ξεχώριζαν από ένα στίγμα που δίκαια ή άδικα τους έβαζε το κράτος ή και η υπόλοιπη κοινωνία δήθεν για να «προστατευθούν”.

insta2Capture
Ζωγραφική – Γιάννης  Νάνος

Την περίοδο 1935 – 1942 σε περισσότερα από 40  απομακρυσμένα νησάκια του Αιγαίου εκτοπίστηκαν Έλληνες αντιφρονούντες.

Η Μεταξική δικτατορία αρχικά έστελνε τους αντιπάλους της σε μακρινούς τόπους εξορίας σε μακρινά νησιά του Αιγαίου.  ΟΙ συνθήκες ήταν άθλιες – ακόμη ως το 1966, σε ότι αφορά την Ανάφη, όπως δηλώνει η επισκέπτρια το 1966, καθηγήτρια σήμερα Margaret Kenna, – έχοντας ασχοληθεί με την Ανάφη στο βιβλίο που έγραψε «Η κοινωνική οργάνωση της εξορίας” (Αθήνα, 2004). «Δεν υπήρχε πόσιμο νερό, δρόμοι, προβλήτα, αποχετευτικό δίκτυο«.

Σε ένα μαγευτικό περιβάλλον οι ψυχές των έγκλειστων αισθάνονταν περισσότερο την αίσθηση της οδυνηρής κατάστασης τους; Εκεί που κελαηδούσαν ελεύθερα τα πουλιά, τα κύματα τραγούδαγαν το αιώνιο παιχνιδιάρικο τραγούδι τους με τον άνεμο, η γη πρασίνιζε από τα ανθισμένα την άνοιξη χαμομήλια, οι μυρωδιές της ρίγανης, της μολόχας, του θυμαριού σκόρπιζαν στον αέρα τις μυρωδιές τους; Τα σύννερα αργοταξίδευαν στο γαλάζιο που όμοιο του δεν υπήρχε σε παλέτα ζωγράφου;

Ναι, ένας τόπος εξορίας μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης σε ότι αφορά τους πολιτικούς εξορίστους (εκτοπισμένους) φυσικά. Υγιείς σωματικά και διανοητικά μπορούσαν στις ώρες τις ατέλειωτες να βρουν μονοπάτια διεξόδου με τη ζωγραφική, το γράψιμο, την διοργάνωση κάποιων εκδηλώσεων στο νησί (όπως η πολιτιστική λέσχη κρατουμένων Ανάφης). Περισσότερα για τις δραστηριότητες αυτές στο Μουσείο Δημοκρατίας Άη-Στράτη.

Ως προς την ξεχωριστή κοινωνία των λεπρών στη Σπιναλόγγα, οι διασκεδάσεις ήταν μέσα στο πρόγραμμα τους: «Κάθε βράδυ από απέναντι ακούγαμε τα τραγούδια, τις φωνές, τα γέλια από το απέναντι νησάκι της Σπιναλόγγας” μας λέει μια κάτοικος της Ελούντας στο βιβλίο της Βικτώρια Χίθλοπ το νησί. Ως προς την κοινωνία των εξορίστων, ο Γιάννης Ρίτσος ζωγράφιζε τις γκρίζες λειαμένες από τα κύματα πέτρες – φιγούρες με χρώματα που εκρήγνυνταν από τις ακτίνες ενός καυτερού ήλιου, χαρτιά που γέμιζαν με ποιητικές συνθέσεις στο «Μέρες Εξορίας”.

Μόνο οι τρελοί δεν είχαν φωνή παρά μόνο για ένα τσιγάρο και για βογγητά από τις «περιποιήσεις” των νοσοκόμων. καθώς πλησίαζες στο προαύλιο του κολαστηρίου της Λέρου, στα κάγκελα γαντζωμένος πάντα κάποιος που θα σου ‘λεγε «Ένα τσιγάρο, δώσε μου…”.  Σήμερα εγκαταλελειμένα κτίρια, σπασμένα τζάμια, ξεχαρβαλωμένα κρεβάτια σ’ έναν χώρο που στο άκουσμα του σφίγγεται με οδύνη η ψυχή σου – Ψυχιατρείο της Λέρου. Σε αντίστοιχο ντοκυμαντέρ καταδείχθηκαν ακόμη αυτοί οι άθλιοι χώροι.

Γυάρος, Μακρόνησος, Ανάφη, Λέρος, Σπιναλόγγα εκεί όπου μαρτύρησαν εκατοντάδες ψυχές. Ποιοί σώθηκαν αλώβητοι; Αυτό μόνο το οικογενειακό περιβάλλον καθενός το γνωρίζει, οι μαρτυρίες των φίλων ή των μελετητών. Ωστόσο τα μέρη αυτά παραμένουν τυλιγμένα στη σιωπή των επτασφράγιστων μυστικών τους πάντα τόσο όμορφα αντιστρόφως ανάλογα με τις ιστορίες ανθρώπων που τα κατοίκησαν.

intstaCapture
Ζωγραφική Γιάννης Νάνος  – Ύδρα

Τα χρόνια πέρασαν, οι συνθήκες άλλαξαν. Γιατί να μην αλλάξουν κι αυτά τα μέρη; Ότι πρέπει να αξιοποιηθούν από το κράτος είναι αδιαμφισβήτητο. Σήμερα που πωλείται η Ελλάς, γιατί δεν τα δίνουν προς πώληση με τη συνακόλουθη αξιοποίηση τους; Αυτοί οι χώροι αντί να ρημάζουν ακατοίκητοι και έρημοι – ορόσημα οργής και πόνου για τους ντόπιους κατοίκους τους, απέραντης θλίψης για τους υπόλοιπους που δεν έχουν διάθεση ή δεν υπάρχουν επαρκή ερείσματα για να τα επισκεφθούν θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν τουριστικά. Εξαίρεση η Σπιναλόγγα στην Κρήτη, που τουρίστες περνάνε απέναντι, με το καϊκι από τα Μάλλια, να «θαυμάσουν” τα σπιτάκια, τους δρόμους του ερημωμένου οικισμού.

Αλλάζουμε σελίδα φαίνεται από τον πολιτισμό – Θα έφερναν ανάπτυξη, θέσεις εργασίας: Τα παλιά οικήματα θα γκρεμίζονταν – τίποτε δεν θα θύμιζε ένα οδυνηρό παρελθόν και οι κάτοικοι απαλλαγμένοι από «το φάντασμα της ελευθερίας” – μιας αλυσσοδεμένης ελευθερίας, θα μπορούσαν με περηφάνεια να λένε: εδώ κάποτε ήταν οι φυλακές, εδώ ήταν το παλιό ψυχιατρείο, εδώ κάποτε ήταν τα σπιτάκια των λεπρών – δείχνοντας ένα συντηρημένο μικρό κομμάτι των εγκαταστάσεων όπου σήμερα θα πίνεις έναν καφέ, θα δοκιμάζεις μια τοπική σπεσιαλιτέ. Στο σιδερένιο τραπεζάκι θα σε περιμένει ένα ποτήρι νερό να ξεδιψάσεις κι ένα γλυκό νεραντζάκι να γευτείς.

Το αν η Ελλάδα γύρισε σελίδα, πρώτα πρώτα αυτό πρέπει να φανεί από τον Πολιτισμό. Η τουριστική αξιοποίηση των τόπων εξορίας πρέπει να υλοποιηθεί. Θα δώσει ανάσα ζωής και όχι ερήμωσης στους μαρτυρικούς αυτούς τόπους.

Αυτοί τα θέλουν όλα

«Αυτοί τα θέλουν όλα. Γη και Ύδωρ, Ουρανό και θάλασσα. Δεν σταματούν ποτέ να ζητάνε Στη φτώχεια μας, να μας αφήσουν ήσυχους επιτέλους. Αυτό προσδοκούν”.

Thalia Flora-Karavia
Θάλεια Φλωρά – Καραβία – Στον κήπο

«Την εποχή που ήμασταν στη Σμύρνη ήταν άλλο πράγμα σου λέω! Χοροί, διασκεδάσεις, δεν υπήρχε μέρα που να μη σκάσει χαμόγελο στα χείλη μας. Η Εριέττα πάντα ντυνόταν με την τελευταία λέξη της μόδας. Κατέβαινε στο Κε στα μαγαζιά τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα! Εκεί να δεις μαγαζιά: Υφασματεμπορικά με τόπια στραφταλιστά υφάσματα: Μπροκάρ, δαντέλες, τούλια, μεταξωτά, κρεπ ντε σιν! Η ράφτρα μας ήταν σπουδαία. Έπαιρνε το ύφασμα και το μετέτρεπε μέσα σε ένα πρωϊνό σε μια θαυμάσια έξωμη τουαλέτα! Στο χορό της Λέσχης που γινόταν κάθε Χριστούγεννα η μια Σμυρνιά ωραιότερη από την άλλη! Αν ήσουν άνδρας θα ζαλιζόσουν από τα τόσα αρώματα, σκέρτσα, κρυφές ματιές… Όλα μπροστά στα μάτια σου μη ξέροντας πως και ποια να διαλέξεις: Εκείνη με το ουρανί ή την άλλη με το πράσινο του σμαραγδιού φουστάνι! Τώρα όλα αυτά πάνε χαθήκανε. Αφήσαμε τα πάντα πίσω στη πατρίδα και εδώ τι γίναμε; Μια τέχνη αν ξέραμε, δουλεύαμε για να βγάζουμε το φαγητό μας  – να όπως η Φωτεινή που ήξερε να ράβει και βοηθούσε τον άνδρα της στο μαγαζί… Περασμένα μεγαλεία και θυμόντας τα να κλαις«…

varkaris
Αλκυόνη Παπαδάκη – Βαρκάρισα της Χίμαιρας

«Τώρα εδώ μετά από τόσα χρόνια, ήμασταν τακτοποιημένοι. Βέβαια και δουλέψαμε. Με κόπους και βάσανα τα ένσημα… Για μια σύνταξη πια ζούσαμε. Το σπίτι πάντα είχε φαγητό στο μάτι: πότε λαδερό, πότε όσπρια… Κάναμε και κανένα μπιφτεκάκι με πατάτες…  Στέλναμε και το μοσχαράκι στο φούρνο τις Κυριακές… Το κυριότερο υπήρχε ησυχία και εξασφάλιση για το αύριο. Ήξερες ποιος είσαι και που πατάς. Τι μέρα θα σου ξημερώσει τέλος πάντων… ! Και ξαφνικά όλα χαθήκαν. Σαν το καλό ποτήρι που διψασμένος καθώς είσαι κάνεις να πιεις νερό και να! κάνεις μια αδέξια κίνηση και χύνεται και σπάει το ποτήρι και ξέρεις πως δεν θα το ξαναδεις… ! Κι ήταν το τελευταίο που είχε μείνει από το κρυστάλινο σερβίτσιο που είχε αγοράσει ο πατέρας με τις οικονομίες, φερμένες από την πατρίδα, τη Σμύρνη…”

amanatidis_portraitCapture
Βασίλης Αμανατίδης μ_other – Γυναίκα του 1900

«Σήμερα τα νιτερέσα από το εξωτερικό λένε να μας πατήσουν χάμω… Σαν σκυλιά, σαν σκουλίκια… Το κράτος λένε είναι χρεωκοπημένο! Εμείς πάντως δεν φάγαμε τίποτα, μια συνταξούλα δικαίως που την παίρναμε κι αυτό ήταν όλο! Δώσαμε στο κράτος, δεν πήραμε τίποτα. Το σπιτάκι μας το έχτισε ο πατέρας με τα χέρια του. Πλίνθοι και κέραμοι… Που είναι οι βίλες που λένε και τα κότερα! Μα έτσι είναι, δεν υπάρχει δίκιο σ’ αυτόν τον κόσμο. Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά… Οι αγορές λένε μας κλείσανε την πόρτα, ξέρεις, αυτά τα ιδρύματα που δίνουν δάνεια, οι τράπεζες τέλος πάντων, και τώρα ζητιανεύουμε δάνεια από την Ευρώπη. Την είδαμε και την Ευρώπη – το πως κάθησε με σταυρωμένα χέρια στο δράμα μας τότε που στα καράβια δεν κατέβαζαν τη σκάλα και άφηναν τον κόσμο στις βάρκες… ότι τάχα δεν χωρούσαν άλλοι, μας φώναζαν από τη γέφυρα. Ή τότε που αλώνιζε ο τουρκικός στρατός στην Κϋπρο και δεν μας άφησαν να κάνουμε βήμα προς τα ύδατα εκεί.”

«Αυτό είναι: η Ευρώπη ήθελε να μας απομυζήσει γι’ αυτό μας έβαλαν στο ευρώ και τώρα που δεν ανταπεξήλθαμε – φορτωμένοι δάνεια και δάνεια ετών απλώς μας θέλει πειθήνιους αποπληρωτές και τίποτε παραπάνω. Το ξέρουμε καλά πως ο υπέρτατος νόμος του δανειστή είναι να πάρει πίσω τα χρήματα του με όποιο τρόπο, βρέξει χιονίσει. Αν ήσουν στην Αμερική και δανειζόσουν, κι έπεφτες σε τίποτε γκάγκστερ ή μαφιόζους θα σε εκτελούσαν αν δεν επέστρεφες τα χρεωστούμενα… Νόμος είναι το χρήμα, το χρήμα γι’ αυτούς είναι ο ύψιστος παρονομαστής. Νόμος του ισχυρού. νόμος του κράτους. Τέτοιο κράτος βέβαια τι να το κάνεις; έτσι που υποτάσσεται στους ισχυρούς κι όλο βάζει φόρους και αυξήσεις για να ξεχρεώνει; Να το βράσεις τέτοιο κράτος…”

Βελζεβούλ ή τραχανάς;

ouzeriCapture
Ελληνικό παραδοσιακό ουζερί

«Αυτό το παιχνίδι με τους αριθμούς είναι πέρα για πέρα γελοίο…! έλεγα τις προάλλες στο φίλο μου στο ουζερί, όπου είχαμε βγει μια βόλτα. «Τη μια συμφωνούμε, την άλλη διαφωνούμε επί των συμφωνηθέντων γιατί συμφωνήθηκαν κάποιους μήνες πριν…!” …

Όλο αυτό το παιχνίδι με την οικονομία, μοιάζει πια με τον εφιάλτη που σου κτυπάει κάθε τόσο την πόρτα, ο Βελζεβούλ – υπενθυμίζοντας σου πως είσαι για τα καλά όμηρος, πως φυλάει έξω από την πόρτα σου και σου ζητάει όλο να φάει και να πιει – μη χορταίνοντας ποτέ – σαν πονηρό, αδηφάγο ον που είναι…

Σα να ζεις σε παλάτια και σε πύργους…! Σα να ξοδεύεις για το ντύσιμο σου ένα σωρό χρήματα αγοράζοντας trendy marks! «Κοίταξε τι φοράω κι άσε με ήσυχο” του λες, «δε βλέπεις πως τα ρούχα μου είναι παλιά και φθαρμένα;”… Σα να πηγαίνεις να φας σε ακριβά εστιατόρια, εκεί όπου βάζουν το φαγητό σε κάτι τεράστια πιάτα στολισμένα με φίνο καραμελωμένο σιρόπι… «Δεν βλέπεις όλο σε ουζερί πηγαίνω…”

Αυτός εκεί όμως τον χαβά του: «Πάρε γρήγορα κι άλλο δάνειο πρέπει να με πληρώνεις για τις υπηρεσίες μου ως διαμεσολαβητής στον διευθύνοντα της πηγής των χρημάτων, ως φύλακας του σπιτιού σου-  μη στο πάρουν οι πιστωτές, μη πλησιάσουν τίποτε πεινασμένοι μετανάστες…

Όλοι κινδυνεύετε μα όλοι! Μην έρθουν τίποτε Τούρκοι και σας ζητάνε να τους αδειάσετε τη γωνιά σε τίποτε νησιά ή στη Θράκη – όπως τότε που βρήκαν αφορμές,  αλλά πρόσεξε, σήμερα έχουν τελείως αποθρασυνθεί και δεν κρατάνε ούτε τα προσχήματα – έτσι όπως τους κάναν διαφεντευτές στο Αιγαίο”…

Ακόμη κι εκεί στο ουζερί που κάθομαι, αντηχεί η φωνή του: Το ΔΝΤ, η Λαγκάρντ, ο Τουσκ, ο Σόϊμπλε, όλο γι’ αυτούς ακούω: Παίρνει τη θέση τους, πάντα λέγοντας πως είναι προορισμένος από όλους, Θεούς και Δαίμονες να με σώσει. «Τι με κοιτάς πρέπει να πάρεις κι άλλο δάνειο, γιατί σε λίγο θα πρέπει να πληρώσεις κι εκείνο το παλιό ομόλογο που λήγει… Γρήγορα κάνε ό,τι σου λέω για να πετύχουμε την εκταμίευση από την πηγή”.

Όσο κι αν του λέω Άσε με ήσυχο θέλω ελεύθερος να ζήσω… γιατί δεν μ’ αφήνεις ήσυχο, άσε με ήσυχο, θέλω ελεύθερος να ζω – όπως τα λόγια εκείνου του παλιού τραγουδιού που έλαβε μέρος στη Eurovison – δεν ακούει και στιγμή δεν μπορώ να ησυχάσω. Ακόμη και σ’ αυτό το ουζερί που κάθομαι έρχεται να ζητήσει το λογαριασμό. «Λεφτά, λεφτά, λεφτά” φωνάζει – ένα πονηρό, αδηφάγο ον  που είναι, που κατάντησε όχι μόνο εμένα, αλλά τον τόπο μου ολόκληρο, να ‘ναι υποταγμένος στα απατηλά του λόγια: πως έτσι μόνο θα σωθώ, έτσι μόνο η χώρα μου θα σωθεί και δεν θα γίνει Αργεντινή… Από Βελζεβούλ πλασάρεται για σωτήρας!

«Τι προτιμάς;” με ρώτησε τις προάλλες ο φίλος μου που με συνόδευε στο ουζερί: «Όλους αυτούς τους ωραίους μεζέδες και το ραβανί στο τέλος ή τραχανά; Διάλεξε και πάρε”.

«Βελζεβούλ ή τραχανά”; αμέσως σκέφτηκα με αποτροπιασμό… Δεν είμαστε καλά… τον κοιτούσα με απορία, αλλά συμπλήρωσα «τραχανά, με τίποτα!”… τι να λέγαμε πάλι; τα ίδια και τα ίδια: Πάντως με είχε αποστομώσει, καθώς με κοιτούσε θριαμβευτικά…