Αρχείο κατηγορίας Γραφή

Ντελικάτη Λιχουδιά

Σύκα με μαύρη σοκολάτα

Στο παλιό μας σπίτι είχαμε πίσω μεγάλη αυλή γεμάτη χαμομήλια την άνοιξη στα πλαϊνά παρτέρια αλλά και με συκιές. Μαζεύαμε σύκα που τα λέγαμε βασιλικά δηλαδή, «τροφή του βασιλιά» μας είχαν πει. Σε ένα τσιμεντένιο πλάτωμα από τη πλευρά της μάντρας της διπλανής αυλής είχε και μια τραμπάλα. Από την άνοιξη και μετά, τα μεσημέρια κάναμε τραμπάλα, κόβαμε και σύκα: μεγάλα, πρασινωπά με σκούρες ανταύγειες, κάποια άλλα ήταν σκούρα σχεδόν μαύρα, που μόλις τα ξεφλούδιζες να τα φας προβάλανε άσπρα απ’ όπου μέσα αναδυόταν το άρωμα από τη διάστιχτη με τα άσπρα στίγματα κοκκινωπή λαχταριστή όψη τους.

Έτσι τα σύκα μπήκαν στη ζωή μας. Σήμερα δεν είναι προσβάσιμες πια τέτοιες συκιές. Λύση τα σύκα από το μανάβη του σουπερμάρκετ το καλοκαίρι. Το χειμώνα όμως υπάρχουν τα ξερά σύκα. Συσκευασμένα στη σειρά αποτελούν μια πρώτης τάξεως διατροφική συνήθεια – πρωτίστως γιατί δεν περιέχουν ζάχαρη.


Μια εξαίρετη λιχουδιά είναι όταν επικαλύπτονται με μαύρη σοκολάτα. Μια ντελικάτη γεύση φρούτου και τραγανής σοκολάτας. Άλλος τρόπος αξιοποίησης του καλοκαιρινού αυτού φρούτου είναι να βράσουν, να γίνουν γλυκό και μετά να σερβιριστούν με παγωτό καϊμάκι περιχυμένο με το σιρόπι του βρασίματος. Όμως τα συσκευασμένα σύκα Ταξιάρχη Ευβοίας με επικάλυψη μαύρης σοκολάτας και τριμμένο αμύγδαλο, είναι ένα έδεσμα προσιτό στο κατάστημα αναλόγων ειδών – αν δεν υπάρχουν στο σουπερμάρκετ.

Μια λαχταριστή λιχουδιά που μας έρχεται από τη γειτονική μας βόρεια Εύβοια όπου παράγονται, συσκευάζονται, διατίθενται στο εμπόριο τα ωραία άσπρα ξερά σύκα, μαζί με άλλες ποικιλίες τους.

σχετικά

Το σύνδρομο Καζαντζίδη

Τα τραγούδια που έγραψε και τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης είναι πάρα πολλά. Τα περισσότερα με ωραίους στίχους και μουσική αλλά όλα τραγουδισμένα με το το ταλέντο μιας μεγάλης πηγαίας φωνής. Αναβιώνοντας ένα παρελθόν μέσα από αυτές τις μνήμες που τα πάντα μοιάζουν να κινούνται γύρω του: ακόμη κι αυτή η τυπωμένη επιγραφή στη χαρτοπετσέτα του πολύ μοντέρνου καφέ: «οπισθοδρομικές σπεσιαλιτέ…»

kazantzidisCapture
Στέλιος Καζαντζίδης 1931 – 2001

Με όλη αυτή τη μόδα των ουζερί, των μεζέδων, του ούζου, του τσίπουρου… με όλα αυτά τα κέντρα σε στιλ παλιό στέκι… τα μπαράκια με ζωντανή μουσική όπου παίζουν δυο τρία άτομα… τα μεζεδοπωλεία αλλιώς τσιπουράδικα… τα ρακόμελα… τη ρετσίνα που αναβιώνει σαν από παλιά ταβέρνα της Πλάκας… Απ’ όλα αυτά σ’ όλη την Ελλάδα του τουρισμού, στα νησιά, στις ψαροταβέρνες και τις χασαποταβέρνες δεν θα μπορούσε να λείπει ο Στέλιος Καζαντζίδης.

Με τη γνήσια λαϊκή φωνή, τα τραγούδια όλο αίσθημα και πάθος με το αιώνιο παράπονο του έφηβου που δεν είδε τα όνειρα του να πραγματοποιούνται… του μετανάστη – αλήθεια πόσο επίκαιρο σήμερα με την εγκατάλειψη προς τα ξένα τόσων και τόσων νέων… που έδωσε τα καλύτερα του χρόνια στις ξένες φάμπρικες αλλά και στις ξένες πολυεθνικές σήμερα… γίνεται ένας τραγουδιστής σύμβολο της προδοσίας:

Η προδοσία στον έρωτα, στη φιλία, στην πολιτική εσχάτως και πολύ καίρια… ανάγεται σε σύμβολο και σήμα κατατεθέν μιας πατρίδας που προδίδει τα παιδιά της καθώς την προδίδουν οι πατέρες της! Πέρα από αυτά τα αρκετά πεσιμιστικά κι απαισιόδοξα ο καιρός κυλά με όλα τα μοντέρνα να κυριαρχούν πλάι στο παλιό φάντασμα της προδοσίας – έτσι που αυτή να μοιάζει ένα σκιάχτρο που στέκεται πάνω από όλα και δείχνει προς τα παλιά ορόσημα:

Του τέλους του εμφυλίου, της βασιλείας του παρακράτους υπό τις εντολές ενός υποδόριου κράτους έτσι όπως ανδρώθηκαν και γιγαντώθηκαν όλα τα χρόνια που υφαινόταν ο ιστός μιας σαθρής ανάπτυξης – το περισσότερο με δάνεια που αλλού να βρίσκονταν τα χρήματα… Έτσι που το σήμερα στο σήμερα να μη μοιάζει – έτσι που όλα είναι ακουμπισμένα στα παλιά θαρρείς για να μπορούν να υπάρχουν όπως ο κισσός που τυλίγεται τον κορμό του πεύκου για να αναπτυχθεί.

Και το ερώτημα πόσο αλήθεια είναι σαθρό ένα τέτοιο παρόν; Που δεν αφήνει τίποτε καινούργιο να υπάρξει αφ’ εαυτού και αναπαράγει ένα άλλο παρελθόν που μοιάζει αρκετά αφύσικο έτσι όπως προβάλλεται  στις γυαλιστερές προσόψεις των ακριβών καταστημάτων, των κτιρίων από κρύσταλλο και ατσάλι, των επώνυμων αρωμάτων της σαγήνης και της παραπλάνησης των αισθήσεων.

Στο μεταξύ η Ελλάδα προχωράει με στήριγμα όλα όσα έχουν σβήσει και τα ‘χει καταπιεί ο καιρός στα έγκατα του χωρίς να μπορεί να βρει το καινούργιο πρόσωπο της: ένα αμάλγαμα μονάχα φωνών απ’ το παρελθόν στον υπόκωφο κρότο της νύχτας καθώς πέφτει πάνω από τα κουρασμένα βήματα της…

Ως πότε κανείς μπορεί ν’ αντέξει χωρίς τη φρέσκια πνοή του καινούργιου; χωρίς τα νέα ιδανικά και οράματα; χωρίς μια νέα ταυτότητα που να αντικαταστήσει την ένδοξη γνωστή αλλά ξεθωριασμένη από το χρόνο και τα πάθη του, μέσα στο παλιό συρτάρι των αναμνήσεων…

Αλλάζουμε το χρώμα της σελίδας

Αλλάζουμε το χρώμα της σελίδας – κι οι σελίδες είναι πολλές

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αξιοποιήσεις την πολιτιστική και κοινωνική κληρονομιά. Ο καλύτερος θα ήταν να την ενσωματώσεις στο σημερινό γίγνεσθαι. Να διατηρήσεις τα καλά, και τα κακά να τα απομονώσεις σ’ ένα χώρο – Μουσείο, όπου οι νεώτερες γενιές θα μπορούν να δουν από ένα μικρό παράθυρο το παρελθόν. Από το παρόν θα παίρνουν μαθήματα πως ό,τι και να ‘χει περάσει ένας τόπος, η ζωή συνεχίζεται με το χαμόγελο, πως κάποια πράγματα πάντα μπορούν να κερδηθούν αξιοποιούμενα. Και όπως τονίζει ο ιστορικός Φίλιππος Ηλιού: Στα δικαιώματα του πολίτη θα έπρεπε να ανήκει και το δικαίωμα να γνωρίζει την ιστορία του.

yaros
Τόπος εξορίας – Γυάρος

Γυάρος, Μακρόνησος, Ανάφη, Λέρος, Σπιναλόγγα: Αυτά τα μέρη πρέπει να αξιοποιηθούν ενσωματώνοντας εικόνες – σαν μέσα από παλιό ντοκυμαντέρ, στο σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι. Εικόνες από κατηγορίες ονομασιών που αν τις έφερες κατέληγες απομονωμένος, φυλακισμένος πίσω από τα σίδερα. Σίδερα των φυλακών των ξερονήσων της Γυάρου, της Μακρονήσου, του Άη-Στράτη. Των ψυχιατρείων της Λέρου, των απομονωτηρίων της Σπιναλόγγας. Εικόνες – σκιάχτρα, από ονόματα τόπων που συνδέθηκαν με κοινωνικούς αποκλεισμούς, εκτοπίσεις – ανθρώπων που ξεχώριζαν από ένα στίγμα που δίκαια ή άδικα τους έβαζε το κράτος ή και η υπόλοιπη κοινωνία δήθεν για να «προστατευθούν».

insta2Capture
Ζωγραφική – Γιάννης  Νάνος

Την περίοδο 1935 – 1942 σε περισσότερα από 40  απομακρυσμένα νησάκια του Αιγαίου εκτοπίστηκαν Έλληνες αντιφρονούντες.

Η Μεταξική δικτατορία αρχικά έστελνε τους αντιπάλους της σε μακρινούς τόπους εξορίας σε μακρινά νησιά του Αιγαίου.  ΟΙ συνθήκες ήταν άθλιες – ακόμη ως το 1966, σε ότι αφορά την Ανάφη, όπως δηλώνει η επισκέπτρια το 1966, καθηγήτρια σήμερα Margaret Kenna, – έχοντας ασχοληθεί με την Ανάφη στο βιβλίο που έγραψε «Η κοινωνική οργάνωση της εξορίας» (Αθήνα, 2004). «Δεν υπήρχε πόσιμο νερό, δρόμοι, προβλήτα, αποχετευτικό δίκτυο«.

Σε ένα μαγευτικό περιβάλλον οι ψυχές των έγκλειστων αισθάνονταν περισσότερο την αίσθηση της οδυνηρής κατάστασης τους; Εκεί που κελαηδούσαν ελεύθερα τα πουλιά, τα κύματα τραγούδαγαν το αιώνιο παιχνιδιάρικο τραγούδι τους με τον άνεμο, η γη πρασίνιζε από τα ανθισμένα την άνοιξη χαμομήλια, οι μυρωδιές της ρίγανης, της μολόχας, του θυμαριού σκόρπιζαν στον αέρα τις μυρωδιές τους; Τα σύννερα αργοταξίδευαν στο γαλάζιο που όμοιο του δεν υπήρχε σε παλέτα ζωγράφου;

Ναι, ένας τόπος εξορίας μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης σε ότι αφορά τους πολιτικούς εξορίστους (εκτοπισμένους) φυσικά. Υγιείς σωματικά και διανοητικά μπορούσαν στις ώρες τις ατέλειωτες να βρουν μονοπάτια διεξόδου με τη ζωγραφική, το γράψιμο, την διοργάνωση κάποιων εκδηλώσεων στο νησί (όπως η πολιτιστική λέσχη κρατουμένων Ανάφης). Περισσότερα για τις δραστηριότητες αυτές στο Μουσείο Δημοκρατίας Άη-Στράτη.

Ως προς την ξεχωριστή κοινωνία των λεπρών στη Σπιναλόγγα, οι διασκεδάσεις ήταν μέσα στο πρόγραμμα τους: «Κάθε βράδυ από απέναντι ακούγαμε τα τραγούδια, τις φωνές, τα γέλια από το απέναντι νησάκι της Σπιναλόγγας» μας λέει μια κάτοικος της Ελούντας στο βιβλίο της Βικτώρια Χίθλοπ το νησί. Ως προς την κοινωνία των εξορίστων, ο Γιάννης Ρίτσος ζωγράφιζε τις γκρίζες λειαμένες από τα κύματα πέτρες – φιγούρες με χρώματα που εκρήγνυνταν από τις ακτίνες ενός καυτερού ήλιου, χαρτιά που γέμιζαν με ποιητικές συνθέσεις στο «Μέρες Εξορίας».

Μόνο οι τρελοί δεν είχαν φωνή παρά μόνο για ένα τσιγάρο και για βογγητά από τις «περιποιήσεις» των νοσοκόμων. καθώς πλησίαζες στο προαύλιο του κολαστηρίου της Λέρου, στα κάγκελα γαντζωμένος πάντα κάποιος που θα σου ‘λεγε «Ένα τσιγάρο, δώσε μου…».  Σήμερα εγκαταλελειμένα κτίρια, σπασμένα τζάμια, ξεχαρβαλωμένα κρεβάτια σ’ έναν χώρο που στο άκουσμα του σφίγγεται με οδύνη η ψυχή σου – Ψυχιατρείο της Λέρου. Σε αντίστοιχο ντοκυμαντέρ καταδείχθηκαν ακόμη αυτοί οι άθλιοι χώροι.

Γυάρος, Μακρόνησος, Ανάφη, Λέρος, Σπιναλόγγα εκεί όπου μαρτύρησαν εκατοντάδες ψυχές. Ποιοί σώθηκαν αλώβητοι; Αυτό μόνο το οικογενειακό περιβάλλον καθενός το γνωρίζει, οι μαρτυρίες των φίλων ή των μελετητών. Ωστόσο τα μέρη αυτά παραμένουν τυλιγμένα στη σιωπή των επτασφράγιστων μυστικών τους πάντα τόσο όμορφα αντιστρόφως ανάλογα με τις ιστορίες ανθρώπων που τα κατοίκησαν.

intstaCapture
Ζωγραφική Γιάννης Νάνος  – Ύδρα

Τα χρόνια πέρασαν, οι συνθήκες άλλαξαν. Γιατί να μην αλλάξουν κι αυτά τα μέρη; Ότι πρέπει να αξιοποιηθούν από το κράτος είναι αδιαμφισβήτητο. Σήμερα που πωλείται η Ελλάς, γιατί δεν τα δίνουν προς πώληση με τη συνακόλουθη αξιοποίηση τους; Αυτοί οι χώροι αντί να ρημάζουν ακατοίκητοι και έρημοι – ορόσημα οργής και πόνου για τους ντόπιους κατοίκους τους, απέραντης θλίψης για τους υπόλοιπους που δεν έχουν διάθεση ή δεν υπάρχουν επαρκή ερείσματα για να τα επισκεφθούν θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν τουριστικά. Εξαίρεση η Σπιναλόγγα στην Κρήτη, που τουρίστες περνάνε απέναντι, με το καϊκι από τα Μάλλια, να «θαυμάσουν» τα σπιτάκια, τους δρόμους του ερημωμένου οικισμού.

Αλλάζουμε σελίδα φαίνεται από τον πολιτισμό – Θα έφερναν ανάπτυξη, θέσεις εργασίας: Τα παλιά οικήματα θα γκρεμίζονταν – τίποτε δεν θα θύμιζε ένα οδυνηρό παρελθόν και οι κάτοικοι απαλλαγμένοι από «το φάντασμα της ελευθερίας» – μιας αλυσσοδεμένης ελευθερίας, θα μπορούσαν με περηφάνεια να λένε: εδώ κάποτε ήταν οι φυλακές, εδώ ήταν το παλιό ψυχιατρείο, εδώ κάποτε ήταν τα σπιτάκια των λεπρών – δείχνοντας ένα συντηρημένο μικρό κομμάτι των εγκαταστάσεων όπου σήμερα θα πίνεις έναν καφέ, θα δοκιμάζεις μια τοπική σπεσιαλιτέ. Στο σιδερένιο τραπεζάκι θα σε περιμένει ένα ποτήρι νερό να ξεδιψάσεις κι ένα γλυκό νεραντζάκι να γευτείς.

Το αν η Ελλάδα γύρισε σελίδα, πρώτα πρώτα αυτό πρέπει να φανεί από τον Πολιτισμό. Η τουριστική αξιοποίηση των τόπων εξορίας πρέπει να υλοποιηθεί. Θα δώσει ανάσα ζωής και όχι ερήμωσης στους μαρτυρικούς αυτούς τόπους.

Αυτοί τα θέλουν όλα

«Αυτοί τα θέλουν όλα. Γη και Ύδωρ, Ουρανό και θάλασσα. Δεν σταματούν ποτέ να ζητάνε Στη φτώχεια μας, να μας αφήσουν ήσυχους επιτέλους. Αυτό προσδοκούν».

Thalia Flora-Karavia
Θάλεια Φλωρά – Καραβία – Στον κήπο

«Την εποχή που ήμασταν στη Σμύρνη ήταν άλλο πράγμα σου λέω! Χοροί, διασκεδάσεις, δεν υπήρχε μέρα που να μη σκάσει χαμόγελο στα χείλη μας. Η Εριέττα πάντα ντυνόταν με την τελευταία λέξη της μόδας. Κατέβαινε στο Κε στα μαγαζιά τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα! Εκεί να δεις μαγαζιά: Υφασματεμπορικά με τόπια στραφταλιστά υφάσματα: Μπροκάρ, δαντέλες, τούλια, μεταξωτά, κρεπ ντε σιν! Η ράφτρα μας ήταν σπουδαία. Έπαιρνε το ύφασμα και το μετέτρεπε μέσα σε ένα πρωϊνό σε μια θαυμάσια έξωμη τουαλέτα! Στο χορό της Λέσχης που γινόταν κάθε Χριστούγεννα η μια Σμυρνιά ωραιότερη από την άλλη! Αν ήσουν άνδρας θα ζαλιζόσουν από τα τόσα αρώματα, σκέρτσα, κρυφές ματιές… Όλα μπροστά στα μάτια σου μη ξέροντας πως και ποια να διαλέξεις: Εκείνη με το ουρανί ή την άλλη με το πράσινο του σμαραγδιού φουστάνι! Τώρα όλα αυτά πάνε χαθήκανε. Αφήσαμε τα πάντα πίσω στη πατρίδα και εδώ τι γίναμε; Μια τέχνη αν ξέραμε, δουλεύαμε για να βγάζουμε το φαγητό μας  – να όπως η Φωτεινή που ήξερε να ράβει και βοηθούσε τον άνδρα της στο μαγαζί… Περασμένα μεγαλεία και θυμόντας τα να κλαις«…

varkaris
Αλκυόνη Παπαδάκη – Βαρκάρισα της Χίμαιρας

«Τώρα εδώ μετά από τόσα χρόνια, ήμασταν τακτοποιημένοι. Βέβαια και δουλέψαμε. Με κόπους και βάσανα τα ένσημα… Για μια σύνταξη πια ζούσαμε. Το σπίτι πάντα είχε φαγητό στο μάτι: πότε λαδερό, πότε όσπρια… Κάναμε και κανένα μπιφτεκάκι με πατάτες…  Στέλναμε και το μοσχαράκι στο φούρνο τις Κυριακές… Το κυριότερο υπήρχε ησυχία και εξασφάλιση για το αύριο. Ήξερες ποιος είσαι και που πατάς. Τι μέρα θα σου ξημερώσει τέλος πάντων… ! Και ξαφνικά όλα χαθήκαν. Σαν το καλό ποτήρι που διψασμένος καθώς είσαι κάνεις να πιεις νερό και να! κάνεις μια αδέξια κίνηση και χύνεται και σπάει το ποτήρι και ξέρεις πως δεν θα το ξαναδεις… ! Κι ήταν το τελευταίο που είχε μείνει από το κρυστάλινο σερβίτσιο που είχε αγοράσει ο πατέρας με τις οικονομίες, φερμένες από την πατρίδα, τη Σμύρνη…»

amanatidis_portraitCapture
Βασίλης Αμανατίδης μ_other – Γυναίκα του 1900

«Σήμερα τα νιτερέσα από το εξωτερικό λένε να μας πατήσουν χάμω… Σαν σκυλιά, σαν σκουλίκια… Το κράτος λένε είναι χρεωκοπημένο! Εμείς πάντως δεν φάγαμε τίποτα, μια συνταξούλα δικαίως που την παίρναμε κι αυτό ήταν όλο! Δώσαμε στο κράτος, δεν πήραμε τίποτα. Το σπιτάκι μας το έχτισε ο πατέρας με τα χέρια του. Πλίνθοι και κέραμοι… Που είναι οι βίλες που λένε και τα κότερα! Μα έτσι είναι, δεν υπάρχει δίκιο σ’ αυτόν τον κόσμο. Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά… Οι αγορές λένε μας κλείσανε την πόρτα, ξέρεις, αυτά τα ιδρύματα που δίνουν δάνεια, οι τράπεζες τέλος πάντων, και τώρα ζητιανεύουμε δάνεια από την Ευρώπη. Την είδαμε και την Ευρώπη – το πως κάθησε με σταυρωμένα χέρια στο δράμα μας τότε που στα καράβια δεν κατέβαζαν τη σκάλα και άφηναν τον κόσμο στις βάρκες… ότι τάχα δεν χωρούσαν άλλοι, μας φώναζαν από τη γέφυρα. Ή τότε που αλώνιζε ο τουρκικός στρατός στην Κϋπρο και δεν μας άφησαν να κάνουμε βήμα προς τα ύδατα εκεί.»

«Αυτό είναι: η Ευρώπη ήθελε να μας απομυζήσει γι’ αυτό μας έβαλαν στο ευρώ και τώρα που δεν ανταπεξήλθαμε – φορτωμένοι δάνεια και δάνεια ετών απλώς μας θέλει πειθήνιους αποπληρωτές και τίποτε παραπάνω. Το ξέρουμε καλά πως ο υπέρτατος νόμος του δανειστή είναι να πάρει πίσω τα χρήματα του με όποιο τρόπο, βρέξει χιονίσει. Αν ήσουν στην Αμερική και δανειζόσουν, κι έπεφτες σε τίποτε γκάγκστερ ή μαφιόζους θα σε εκτελούσαν αν δεν επέστρεφες τα χρεωστούμενα… Νόμος είναι το χρήμα, το χρήμα γι’ αυτούς είναι ο ύψιστος παρονομαστής. Νόμος του ισχυρού. νόμος του κράτους. Τέτοιο κράτος βέβαια τι να το κάνεις; έτσι που υποτάσσεται στους ισχυρούς κι όλο βάζει φόρους και αυξήσεις για να ξεχρεώνει; Να το βράσεις τέτοιο κράτος…»

Βελζεβούλ ή τραχανάς;

ouzeriCapture
Ελληνικό παραδοσιακό ουζερί

«Αυτό το παιχνίδι με τους αριθμούς είναι πέρα για πέρα γελοίο…! έλεγα τις προάλλες στο φίλο μου στο ουζερί, όπου είχαμε βγει μια βόλτα. «Τη μια συμφωνούμε, την άλλη διαφωνούμε επί των συμφωνηθέντων γιατί συμφωνήθηκαν κάποιους μήνες πριν…!» …

Όλο αυτό το παιχνίδι με την οικονομία, μοιάζει πια με τον εφιάλτη που σου κτυπάει κάθε τόσο την πόρτα, ο Βελζεβούλ – υπενθυμίζοντας σου πως είσαι για τα καλά όμηρος, πως φυλάει έξω από την πόρτα σου και σου ζητάει όλο να φάει και να πιει – μη χορταίνοντας ποτέ – σαν πονηρό, αδηφάγο ον που είναι…

Σα να ζεις σε παλάτια και σε πύργους…! Σα να ξοδεύεις για το ντύσιμο σου ένα σωρό χρήματα αγοράζοντας trendy marks! «Κοίταξε τι φοράω κι άσε με ήσυχο» του λες, «δε βλέπεις πως τα ρούχα μου είναι παλιά και φθαρμένα;»… Σα να πηγαίνεις να φας σε ακριβά εστιατόρια, εκεί όπου βάζουν το φαγητό σε κάτι τεράστια πιάτα στολισμένα με φίνο καραμελωμένο σιρόπι… «Δεν βλέπεις όλο σε ουζερί πηγαίνω…»

Αυτός εκεί όμως τον χαβά του: «Πάρε γρήγορα κι άλλο δάνειο πρέπει να με πληρώνεις για τις υπηρεσίες μου ως διαμεσολαβητής στον διευθύνοντα της πηγής των χρημάτων, ως φύλακας του σπιτιού σου-  μη στο πάρουν οι πιστωτές, μη πλησιάσουν τίποτε πεινασμένοι μετανάστες…

Όλοι κινδυνεύετε μα όλοι! Μην έρθουν τίποτε Τούρκοι και σας ζητάνε να τους αδειάσετε τη γωνιά σε τίποτε νησιά ή στη Θράκη – όπως τότε που βρήκαν αφορμές,  αλλά πρόσεξε, σήμερα έχουν τελείως αποθρασυνθεί και δεν κρατάνε ούτε τα προσχήματα – έτσι όπως τους κάναν διαφεντευτές στο Αιγαίο»…

Ακόμη κι εκεί στο ουζερί που κάθομαι, αντηχεί η φωνή του: Το ΔΝΤ, η Λαγκάρντ, ο Τουσκ, ο Σόϊμπλε, όλο γι’ αυτούς ακούω: Παίρνει τη θέση τους, πάντα λέγοντας πως είναι προορισμένος από όλους, Θεούς και Δαίμονες να με σώσει. «Τι με κοιτάς πρέπει να πάρεις κι άλλο δάνειο, γιατί σε λίγο θα πρέπει να πληρώσεις κι εκείνο το παλιό ομόλογο που λήγει… Γρήγορα κάνε ό,τι σου λέω για να πετύχουμε την εκταμίευση από την πηγή».

Όσο κι αν του λέω Άσε με ήσυχο θέλω ελεύθερος να ζήσω… γιατί δεν μ’ αφήνεις ήσυχο, άσε με ήσυχο, θέλω ελεύθερος να ζω – όπως τα λόγια εκείνου του παλιού τραγουδιού που έλαβε μέρος στη Eurovison – δεν ακούει και στιγμή δεν μπορώ να ησυχάσω. Ακόμη και σ’ αυτό το ουζερί που κάθομαι έρχεται να ζητήσει το λογαριασμό. «Λεφτά, λεφτά, λεφτά» φωνάζει – ένα πονηρό, αδηφάγο ον  που είναι, που κατάντησε όχι μόνο εμένα, αλλά τον τόπο μου ολόκληρο, να ‘ναι υποταγμένος στα απατηλά του λόγια: πως έτσι μόνο θα σωθώ, έτσι μόνο η χώρα μου θα σωθεί και δεν θα γίνει Αργεντινή… Από Βελζεβούλ πλασάρεται για σωτήρας!

«Τι προτιμάς;» με ρώτησε τις προάλλες ο φίλος μου που με συνόδευε στο ουζερί: «Όλους αυτούς τους ωραίους μεζέδες και το ραβανί στο τέλος ή τραχανά; Διάλεξε και πάρε».

«Βελζεβούλ ή τραχανά»; αμέσως σκέφτηκα με αποτροπιασμό… Δεν είμαστε καλά… τον κοιτούσα με απορία, αλλά συμπλήρωσα «τραχανά, με τίποτα!»… τι να λέγαμε πάλι; τα ίδια και τα ίδια: Πάντως με είχε αποστομώσει, καθώς με κοιτούσε θριαμβευτικά…

Κυψελη – οδος Σπετσων

Το σπίτι ήταν από τα ελάχιστα εναπομείναντα παλιά στην Κυψέλη πάνω από την Επτανήσου στο ύψος της «Δημοτικής Αγοράς». Σκάλα εισόδου μέσα, με μπρούτζινη κουπαστή, ψηλά ταβάνια, ευρύχωροι χώροι υποδοχής, πίσω η ανακαινισμένη μοντέρνα κουζίνα με τη βεράντα που έβλεπε σε μια αυλή περιστοιχισμένη από τους ντυμένους με κισσό τοίχους της διπλανής πολυκατοικίας, με δυο λεμονιές και κάμποσες γλάστρες.
Στα κάγκελα του μπαλκονιού στερεωμένοι τρεις λαμπτήρες – από τους καινούργιους που μοιάζουν με κεριά, σκορπούσαν το αμυδρό τους υπογάλανο φως.

Παραγγείλαμε σουβλάκια από το κοντινό σουβλατζίδικο.
«Είναι τέλεια!» μας λέει η οικοδέσποινα πριν πιάσει το ακουστικό για τη παραγγελία, «τα καλύτερα της περιοχής
Στους τοίχους παλιά πορτρέτα των προγόνων, του προπάππου, της προγιαγιάς σε βαριές κορνίζες να κοιτάζουν με ανέκφραστο, μουντό βλέμμα τους πολυκαιρισμένους καναπέδες, τις μπρούτζινες προτομές, τις φωτογραφίες με τα γελαστά νεανικά πρόσωπα στα τραπεζάκια.
«Εσύ είσαι αυτή; Πολύ όμορφη!» της λέω χωρίς να ‘μαι και πολύ σίγουρη…
«Εγώ!» λέει γελαστά «Τότε που ήμουν κοκέτα – πραγματικά με ενδιέφερε το στυλιζαρισμένο λουκ, η σικ εμφάνιση…! »
«Πω-πω! Κούκλα είσαι εδώ

«Βγαίνεις τα βράδυα;» τη ρωτάω. «Όχι, που να πάω, μόνο το πρωί
«Το πρωί;…»
«Ε ναι! βγάζω το σκύλο βόλτα, ψωνίζω τρόφιμα, μαθαίνω τα νέα…»
«Τι νέα δηλαδή
«Ε να πολιτικής υφής, ας πούμε για τα εργοστάσια που κλείνουν – ένας τεχνίτης που μου φτιάχνει μερεμέτια εδώ στο σπίτι, μου ‘λεγε πως τον απέλυσαν πυξ-λαξ…»
«Φοβερή κρίση» λέω, «αλλά δε γίνεται κάτι διαφορετικό – το να βγούμε απ’ το ευρώ θα μας κάνει φτωχότερους! – τουλάχιστον πολλοί έτσι λένε…»

«Να γίνουμε! Εκατό φορές να φτωχύνουμε, μετά θα φτιάξουν τα πράγματα. Όλα θα ξεκινήσουν απ’ την αρχή, σε νέες υγιείς βάσεις.» λέει με το φαρδύ της εγκάρδιο χαμόγελο και με ύφος που δε σήκωνε αντιρρήσεις.
«Και να ζοριστούμε λίγο τι έγινε, μήπως τώρα είμαστε πλούσιοι;» Θα εννοεί σκέφτηκα πως τα παίρνουν όλα οι Τράπεζες. Της το λέω:
«Ναι οι Τράπεζες, οι κάρτες…»
«Όχι, εγώ ποτέ δεν ψωνίζω με κάρτα. Μόνο με μετρητά, αλλά τώρα τι να ψωνίσεις δε φτάνουν με τόσα άλλα έξοδα…»

odos Kypselis
60ό Γυμνάσιο και Λύκειο – Γωνία Παξών και Κυψέλης

Κουβέντες… Το κυριότερο ήταν ότι δεν έβγαινε τα βράδυα… Σαν επισκέπτρια που ήμουν στη γειτονιά δεν είχα καταλάβει τι μπορούσε να κρύβεται στους ημισκότεινους δρόμους. Κάποια περαστική προ ολίγου, με ιλιγγιώδες μίνι – μελαμψή με καλλίγραμμα πόδια – «Εντάξει μπορεί να είναι…»  Όμως εκείνη δε βγαίνει παρά για τα ψώνια και για να μάθει τα νέα…
«Τα βράδυα τι κάνεις; » «Πέφτω νωρίς για ύπνο – δέκα, έντεκα…»

Πέρασε λίγος καιρός για να υποψιαστώ πως αυτό που δεν την άφηνε να βγει ήταν ο Φόβος. Ο φόβος του να γίνεσαι ξένος στη γειτονιά σου που κατοικείται από ξένους, ο φόβος πως μπορεί να βρεις το μπελά σου, να σου επιτεθούν, να σε σκοτώσουν…

«Όταν ήρθαν οι γονείς μου εδώ, δεν υπήρχε τίποτε γύρω. Μονάχα λιγοστές μονοκατοικίες με κήπους και οπωροφόρα. Η θέα απ’ το μπαλκόνι ήταν απεριόριστη – βλέπαμε ίσαμε το Φάληρο, τη θάλασσα… γιατί γύρω δεν υπήρχαν παρά άκτιστα οικόπεδα«.
«Που μένανε πριν;» τη ρωτάω
«Πλατεία Βικτωρίας, μετά αγόρασε ο πατέρας μου το σπίτι αυτό αφού συμφώνησε και η μητέρα μου, που της άρεσε που ήταν εξοχή και που ήταν τόσο μεγάλο και αρχοντικό – παρ’ όλες τις ερημιές…»
«Σήμερα όμως ορίστε που φτάσαν τα πράγματα… πολύς κόσμος, όλο μπετόν – επιπλέον, γεμίσαμε αλλοδαπούς – πολλοί μαύροι κι όλας…»
«Και πως πάνε τα πράγματα εδώ; Υπάρχει ασφάλεια
«Εντάξει έχουμε συναγερμό, μετά δεν ανοίγω ποτέ την πόρτα αν δεν εξακριβώσω πρώτα ποιος είναι…»
«Είδα προηγουμένως απέναντι μια Έβγα, πας εκεί καθόλου να ψωνίσεις
«‘Οχι ποτέ, την έχουν κάτι ξένοι, τους αντιπαθώ, ούτε και θέλω να μπω…»

Ο Φόβος, να μη μπορείς να ξεμυτίσεις το βράδυ. Κι όταν το κάνεις να ‘ναι μόνο με ταξί που θα τηλεφωνήσεις να έρθει να σε πάρει. Όπως τη μέρα που συναντηθήκαμε στο Μπαζάρ.

«Θα φάμε παρέα» μας λέει, όταν της προτείνουμε να πάμε κάπου κοντά, στο Κολωνάκι.
«Θα παραγγείλω να μας φέρουν σπίτι!» μας λέει ευγενικά και πρόσχαρα. «Θα γνωρίσετε και τη μητέρα μου!» κι έτσι την πήγαμε στο σπίτι της:

Στη παλιά γειτονιά, τη Κυψέλη των μαθητικών χρόνων, των ήσυχων ζαχαροπλαστείων, των πρώτων μυστικών εκμυστηρεύσεων, των ζωηρών εντυπώσεων, των ορμητικών ενθουσιασμών είχε γίνει ένα γκέτο.
Μια απαγορευμένη περιοχή για τους κατοίκους της – τους ίδιους που μένανε από παλιά – τότε που «γύρω υπήρχανε μονάχα κήποι με οπωροφόρα και άκτιστα ακόμη οικόπεδα» – όσο κι αν αυτό μοιάζει απίστευτο για τον ευκαιριακό επισκέπτη, αλλά για όσους ζουν εκεί – για κάποιους τουλάχιστον που μένανε πάντα εκεί και δεν αντέχουν να βλέπουν αυτή τη μετάλλαξη, είναι πέρα για πέρα πιστευτό – αληθινό και οδυνηρό συνάμα.

Ενημέρωση 5/13 Τι ακριβώς είπε η Κική Δημουλά για την παλιά —πλην όμως και σημερινή της γειτονιά την Κυψέλη (οδός Πυθίας)
Φωτο Αρχική Πηγή: από Άρθρο

Τραγουδιστής Αρχάγγελος

Τοπίο με θάλασσα και βράχους
Malaga Surfer

Νησιά βραχώδη, ξερό τοπίο
Σε ξέφρενο ρυθμό τραγουδιστής
αρχάγγελος του πάθους
τραγουδιστής που χάνει τον εαυτό του
μονάχα αυτός απόμεινε κυρίαρχος.

Φωνάζει η εγκατάλειψη
στους δρόμους
στα ατελείωτα μποτιλιαρίσματα
Στη βιάση της ζωής τρέχουμε
Έλεος δεν ζητάμε
Νομίζουμε.

Ο ρυθμός εκεί να σφυροκοπάει
μια γκρίζα πόλη
μια νύχτα απατηλή
με σφηνάκια και βλέμμα στο κενό.
Ένας τέλειος διάκοσμος
αστραφτερό περιτύλιγμα – κι από κάτω
μια γεύση νόθα, απροσδιόριστη.

Όμως κάτι νέο γεννιέται απ’ το παλιό ή
το παλιό αναπαράγει τον εαυτό του;
Της παρακμής εκπρόσωπος τραγουδιστής
Θεός αυτής της σύγχισης.

[Εμπνευσμένο από "Thriller" του Michael Jackson
(φωτο 1 από wannasurf.com)
(φωτο 2 από pacificwilderness.com