Αρχείο κατηγορίας Ποιηση

Ξεχαρβαλωμένες Κιθάρες

Κώστας Καρυωτάκης – Ποιήματα και Πεζά Ερμής 1972

Ποιος είμαι; Αυτή η ερώτηση ταλανίζει όλους. Τι είμαι; Που πάω; Ερωτήσεις που δεν βρίσκεις απάντηση – παρά μόνο στη Φιλοσοφία. Ο καθημερινός άνθρωπος στέκεται ανήμπορος μπροστά στην αναζήτηση μιας απάντησης. Όμως ο Καρυωτάκης με το ποίημα «Κιθάρες” δίνει μια απάντηση που είναι καταλυτική μέσα στον πεσιμισμό της καθώς αυθόρμητα του έρχεται στο νου το αναπόφευκτο τέλος – κοινή μοίρα των θνητών.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΤΙ…

Eίμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. O άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Eίμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Yψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Eίμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Mας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

[Είμαστε κάτι] διαβάζει ο Γ.Π. Σαββίδης

Το φυλλο της λευκας

Ημερολόγιο Καταστώματος Α΄: Το Φύλλο της Λεύκας

Το φυλλο της λευκας (1940) – Γιωργος Σεφερης  
PopulusNigra3.jpg
Λεύκα Καβάκι (Populus Nigra)

«PopulusNigra3” από τον Christian FischerΈργο αυτού που το ανεβάζει. Location: North-eastern Lower Saxony, Germany.. Υπό την άδεια CC BY-SA 3.0 μέσω Wikimedia Commons.

Λεύκα (Populus)
Λεύκα (Populus)

Έτρεμε τόσο που το πήρε ο άνεμος
έτρεμε τόσο πως να μην το πάρει ο άνεμος
πέρα μακριά μια θάλασσα
πέρα μακριά
ένα νησί στον ήλιο
και τα χέρια σφίγγοντας τα κουπιά
πεθαίνοντας την ώρα που φάνηκε το λιμάνι
και τα μάτια κλειστά
σα θαλασσινές ανεμώνες.

Έτρεμε τόσο πολύ
το ζήτησα τόσο πολύ
στη στέρνα με τους ευκαλύπτους
την άνοιξη και το φθινόπωρο
σ’ όλα τα δάση γυμνά
θεέ μου το ζήτησα.

Γράφτηκε σε ηλικία 40

Το φύλλο της λεύκας” (Ημερολόγιο Α΄) 1940 περίπου, εντάσσεται στα ποιήματα που συνδέουν τη φύση με τον άνθρωπο και γενικά όλα τα ανθρώπινα πεπραγμένα που οδηγούν στο τέλος —αδυσώπητο και για τους ανθρώπους και για τη φύση. Χωρίς να είναι μεταφυσικό περιέχει τα πρώτα δείγματα της γνωστής μεταφυσικής που απασχόλησε το Σεφέρη: Εκείνη της σύνδεσης του ανθρώπου με την δημιουργική αρχή δια μέσου της συνάφειας με τον φυσικό κόσμο που τον περιβάλλει.

Στη θέα της λυγερόκορμης λεύκας, των φύλλων της που αναταράσσουν οι ελαφρές ριπές του ανέμου, προβάλει η θαυμαστή η αρμονία μιας λεπταίσθητης κίνησης που μόνο η Φύση ξέρει να δημιουργεί.
Στο άγγιγμα του ανέμου αναρριγούν, αναδιπλώνοντας αδιάκοπα τις λευκές και σκουροπράσινες όψεις τους δημιουργώντας μια παιχνιδιάρικη αυταπάτη αργυρών αναλαμπών.
Ξαπλώνοντας στον ίσκιο τους στο αργόσυρτο καλοκαιριάτικο απομεσήμερο, πεσμένα φύλλα —ελαφρά, αδύναμα, εύθραυστα καθώς ήσαν, πέφτονταν στη γη.
Το φθινόπωρο… κοντά στους ευκαλύπτους – σε μια άλλη περιοχή της μνήμης προβάλει εκείνο το δένδρο:  Η Λεύκα, ψηλή, γεμάτη φύλλα που αργολικνίζονται σαν απαλή ανασεμιά δροσιάς, σ’ εκείνο το ζεστό απομεσήμερο του καλοκαιριού, μια αργυρόχροη αρμονία  —αυταπάτη ενός περασμένου πια, καλοκαιριού.

Στη μνήμη τότε μαζί, ξυπνούν όλοι οι κατατρεγμένοι που πήραν το δρόμο του ξερριζωμού. Αυτοί που γλύτωσαν κι αυτοί που χάθηκαν: Μέσα σε καράβια από τους αρχαίους χρόνους ως τους σημερινούς —κωπηλάτες προς το νησί που θα τους δώσει τη σωτηρία —όμοιοι ναυαγοί χαμένοι στο πέλαγος μιας Ιστορίας, που μόνο θύματα ξέρει να μετρά. Τώρα παρόν με παρελθόν συμπλέκονται στους ίσκιους του χειμώνα, κοντά στη στέρνα με τους ευκαλύπτους.

Η θύμηση από εκείνο το καλοκαίρι, το δένδρο με τους απαλούς, λικνιστικούς ρυθμούς στο γαλάζιο του ουρανού, καθώς τραγουδούσε το τραγούδι των ασημόχροων φύλλων του, προσφέροντας παρηγοριά στην ψυχή του μοναχικού οδοιπόρουΤόσο λεπτά αυτά τα φύλλα, πως γέρνουν στο φύσημα του ανέμου, το τραγούδι τους όμοιο με των σειρήνων

των σειρήνων που πλάνεψαν τον Οδυσσέα πλην όμως, και των σειρήνων των πλοίων που κατά το βράδυ και την επομένη της καταστροφής —όλων των καταστροφών μαζί και κείνη της Σμύρνης, σφύριζαν τελεσίδικα, καθώς τα πλοία έφευγαν γεμάτα κόσμο απ’ το λιμάνι για έναν άγνωστο προορισμό σωτηρίας.

Με όλους τους κατατρεγμένους —των σειρήνων των πολέμων και των βομβαρδισμών – εικόνες που προβάλονται στο φύσημα του ανέμου καθώς διαπερνά τα λεπτά φύλλα του δένδρου —κάτω από ένα διάφανο πέπλο μνήμης, που δεν μπορεί να κρύψει και δεν μπορεί να ξεχάσει.

Ένα αιωνόβιο δένδρο, που φθάνει ψηλά προσπαθώντας να κατακτήσει το άπειρο γαλάζιο με χιλιάδες φύλλα που ανασαίνουν απαλά στο φύσημα του ανέμου —σαν την ψυχή του ανθρώπου που λυπάται και συμπονά για όλα τα χαμένα, για την περασμένη ομορφιά, καθώς αφουγκράζεται το μοναχικό τραγούδι της λεύκας.

εικόνα Αρχική Πηγή

Ο Γυρισμος του Ξενιτεμενου – Μια αναλυση

Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου

Γιωργος Σεφερης – Ημερολογιο Καταστρωματος Α΄- Ο Γυρισμος του Ξενιτεμενου – Αθηνα, 1938

papyrus-rnc_bg
Φυτό Πάπυρος

Σαντορίνη (Θήρα)
Σαντορίνη (Θήρα)

«Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις; χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου”.
«Γυρεύω τον παλιό μου κήπο
τα δέντρα μου έρχουνται ως τη μέση
κι’ οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια

κι όμως σαν είμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος«.

«Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά σιγά θα συνηθίσεις
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά σιγά θα ‘ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου”.

«Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.

Πως θες να μπώ σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μου έρχουνται ως τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους”.

«Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα κτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν”.

«Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τι μου λες
όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα”.

«Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σου έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γής κι απ’ τους ανθρώπους”.

«Πια δεν ακούω τσιμουδιά

βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πως χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
ενώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα”.

Αθήνα, άνοιξη ’38

«Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου«, εντάσσεται στα Μεταφυσικά ποιήματα του Σεφέρη. Εκ πρώτης όψεως μιλάει για έναν ξενιτεμένο που έχει αφήσει το πατρικό του σπίτι μικρός και γυρίζει πια ώριμος άνδρας. Τώρα όλα του φαίνονται μικρά – βεβαίως, αφού η νεανική του φαντασία απέδιδε μεγάλη σημασία στον περίγυρο και σε όλα τα τεκταινόμενα γύρω από αυτόν.

Μετά καθώς περνούν οι πρώτες ενθουσιώδεις εντυπώσεις, τα χρόνια, οι εμπειρίες – δυσάρεστες συχνά. η φαντασία αναγκάζεται να προσγειωθεί στην πραγματικότητα η οποία σε σύγκριση με τις παλιές προσλαμβάνουσες, αποκτά μέγεθος δυσάρεστα μικρό: Εκείνα που φάνταζαν παλάτια, εκείνα που ήταν τυλιγμένα στο λαμπρό κισσό, τώρα δεν μοιάζουν παρά στάνες, μέσα σ’ ένα τοπίο θολό, απροσδιόριστα μικρό.

Σε δεύτερη ανάγνωση μπαίνουν τα μεταφυσικά στοιχεία. Εδώ πια στη θέση του ξενιτεμένου είναι όλοι εκείνοι που φύγανε δια παντός: Οι πεθαμένοι σγγενείς, φίλοι, σύντροφοι. Όπως τον κάθε ξενιτεμένο, διακαής λαχτάρα τον ζώνει να ξαναγυρίσει στα γνώριμα του μέρη. Όμως αλίμονο, όλα φαίνονται τόσο μικρά από τα ύψη στα οποία βρίσκεται τώρα, μη μπορώντας πια να αναγνωρίσει διόλου τα δικά του μέρη έτσι όπως τα έζησε, καθώς φαντάζουν τώρα πια, μικρά, τιποτένια, χαμένα σαν δε μια απροσδιόριστη απεραντωσύνη.
Η λαχτάρα όμως είναι σπαραχτική και μεγάλη. Θέλει να γυρίσει, συνεχώς ονειρεύεται τα πατρικά του μέρη – όσο κι αν όλα έχουν αλλάξει: η παλιά εικόνα έχει μείνει αναλοίωτη στα μάτια του,  η παλιά γεύση βρίσκεται ανεξίτηλη στα χείλη του.

Εδώ όμως μπαίνει σοφά εμβόλιμη, η εικόνα της στάνης που αντικρύζει. Κι εδώ έγκειται η μεγαλωσύνη της ποιητικής υπέρβασης του Γιώργου Σεφέρη: Τα βλέπει μικρά και ασήμαντα, σαν μια στάνη στην πλαγιά του βουνού. Εκεί απ’ όπου βρίσκεται: στα ύψη του κόσμου και τα κοιτάζει . Όλα είναι μικρά και ασήμαντα, στο δράμα της δημιουργίας – αν κοιτάξεις από ψηλά.

Στο τέλος – και σαν αποκορύφωμα, το ποίημα παραπέμπει σε όλους τους χαμένους από τη γη που τους θέρισαν χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα. Είναι ο θάνατος που την τελική του σφραγίδα βάζει σε όλα. Μια άλλη προσέγγιση εγγύτερη, είναι οι πόλεμοι και οι καταστροφές – πλησιέστερη προς τη ζωή του ίδιου του Γιώργου Σεφέρη, που αυτός και η οικογένεια του εγκατέλειψαν τα πάτρια εδάφη εκδιωκόμενοι από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας εκείνη την αποφράδα ημέρα του1922.

Celia Cruz – Oye! como va?

Αβάνα – Κούβα

CELIA CRUZ
Celia Cruz Havana, Cuba 1925 – 2003 New Jersey, US

Γεια σου τι κάνεις; Εγώ εδώ είμαι καλά
στο Cotton Club χορεύω τη ρούμπα
τη ρούμπα ώσπου να ‘ρθει το πρωί
Πίσω μου δεν κοιτάζω μόνο τη πίστα
καθώς στο μπαρ τα ποτήρια συνέχεια αδειάζουν
κι οι χορευτές στης ρούμπας το ρυθμό
ολοένα γυρνούν.

Απ’ το πρωί στις παραδείσιες του νησιού
πλατειές θάλασσες γυρνώ
και μόλις η νύχτα προβάλει
τα χρυσά σκουλαρίκια φορώ
κατ’ ευθείαν στη πίστα
στου ρυθμού του τρελού τους χορούς
με τεκίλα και ρούμι
να λικνίζομαι δεν σταματώ.

Του μυαλού μου έτσι οι σπίθες σταματούν να γυρνούν
μοναχά ο ρυθμός που συνεπαίρνε αυτός
όταν στις στροφές να γυρίζει της ρούμπας αρχινά
και πριν ανατείλει ο ήλιος πάνω απ’ της Κούβας τη θάλασσα
σμαραγδένια πλατιά, σταματά να γυρνά
και πάλι σου λέω εδώ στο νησί, είμαι καλά
Oye, tu como va?

Celia Cruz Biography

Τραγουδιστής Αρχάγγελος

Τοπίο με θάλασσα και βράχους
Malaga Surfer

Νησιά βραχώδη, ξερό τοπίο
Σε ξέφρενο ρυθμό τραγουδιστής
αρχάγγελος του πάθους
τραγουδιστής που χάνει τον εαυτό του
μονάχα αυτός απόμεινε κυρίαρχος.

Φωνάζει η εγκατάλειψη
στους δρόμους
στα ατελείωτα μποτιλιαρίσματα
Στη βιάση της ζωής τρέχουμε
Έλεος δεν ζητάμε
Νομίζουμε.

Ο ρυθμός εκεί να σφυροκοπάει
μια γκρίζα πόλη
μια νύχτα απατηλή
με σφηνάκια και βλέμμα στο κενό.
Ένας τέλειος διάκοσμος
αστραφτερό περιτύλιγμα – κι από κάτω
μια γεύση νόθα, απροσδιόριστη.

Όμως κάτι νέο γεννιέται απ’ το παλιό ή
το παλιό αναπαράγει τον εαυτό του;
Της παρακμής εκπρόσωπος τραγουδιστής
Θεός αυτής της σύγχισης.

[Εμπνευσμένο από "Thriller" του Michael Jackson
(φωτο 1 από wannasurf.com)
(φωτο 2 από pacificwilderness.com