Τα παιδιά της ζωής

Τα παιδιά της ζωής / Ragazzi di Vita


Ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι έτρεφε μεγάλη προσήλωση στον φτωχόκοσμο. Θέλησε να ρίξει άπλετο φως στους χαρακτήρες και τις συνθήκες διαβίωσης στις φτωχογειτονιές της Ρώμης. Σ’ αυτό το βιβλίο του καταπιάνεται εξ αρχής με το θέμα των φτωχοδιάβολων κατοίκων στα περίχωρα – θέμα αργότερα και της ταινίας «Ακατόνε«. Στο συγκεκριμένο βιβλίο του ως επί το πλείστον βασίστηκε η ταινία «Mama Roma» (1961).

Αυτό μοιάζει ως προτίμηση: στην πλούσια αστική τάξη της Ιταλίας αντιπαρατίθενται οι φτωχοί «χωρίς στον ήλιο μοίρα» όπως λένε. Η ματιά του Παζολίνι αποστρέφεται τους πρώτους – κάτι που έδειξε στο «Θεώρημα» καθώς τους θεωρεί χωρίς ψυχή και αισθήματα. Αντίθετα τους δεύτερους τους ανυψώνει σε κάτι μεγαλύτερο, τους βγάζει από τα κουρέλια που είναι ενδεδυμένοι , απ’ τους σκοτεινούς τοίχους των φτωχικών σπιτιών τους φωτίζοντας με τρυφερότητα μια «χαμοζωή».

Το βιβλίο αρχίζει να γράφεται το 1950 και εκδίδεται το 1955. Είναι η πρώτη μεγάλη συγγραφική επιτυχία του Παζολίνι. Γραμμένο όλο σε ρομανέσκο και γεμάτο από γλωσσικούς ιδιωματισμούς που χρησιμοποιεί ο υπόκοσμος, αναστάτωσε τη φιλολογική ζωή της Ιταλίας του `55 με την ωμότητα του θέματος και το γλωσσικό πειραματισμό της μεταφοράς και αναδημιουργίας της γλώσσας ενός λούμπεν προλεταριάτου, που ποτέ πριν δεν είχε κοιταχτεί με μάτι τόσο παρατηρητικό, χωρίς καμιά διάθεση να καλυφτεί η σκληρή αλήθεια της διήγησης. Η αγάπη, ο οίκτος, η τρυφερότητα και η τέχνη που κρατούν ενωμένα τα διάφορα επεισόδια του βιβλίου τράβηξαν την προσοχή όχι μόνο των ειδικών αλλά και του πλατύτερου αναγνωστικού κοινού.

Υπόθεση: Η ζωή του Riccetto ενός ανυπότακτου νεαρού που ενώ δέχεται τις ευλογίες της Καθολικής Εκκλησίας με τη Βάπτιση και την Πρώτη Κοινωνία, γίνεται αργότερα κλέφτης: κλέβει έναν τυφλό ζητιάνο κι ένα μοναστήρι. Ο αναγνώστης τον παρατηρεί μαζί με τους φίλους του γυρίζοντας στους δρόμους, να πηγαίνει από κλεψιά σε κλεψιά ακόμη και να επιδίδεται στην πορνεία. Πολλοί απ’ τους συντρόφους του σκοτώνονται και η ανηθικότητα είναι πάντα κυρίαρχη. Τελικά συλλαμβάνεται να κλέβει μερικά σίδερα για να αγοράσει ένα δαχτυλίδι στη μνηστή του και φυλακίζεται. Όταν αποφυλακίζεται επιστρέφει στην ίδια ζωή του δρόμου.

Ο Παζολίνι θέτει καθαρά πως ο Ρικέτο και οι σύντροφοι του είναι εκ γενετής περιπλανώμενοι μοιάζοντας με τον Ντην Μοράιαρτι (Dean Moriarty / «The Beat Generation») του Κέρουακ: μια υπο τάξη (υπόκοσμος) ανθρώπων χωρίς στήριγμα στο μοντερνισμό (και τις ανέσεις του), που έκτοτε έχει χαθεί. Θαύμαζε αυτό που θεωρούσε σ’ αυτούς «απολίτικη επαναστατικότητα» – διαχωρισμένοι από τους παρτιζάνους της πολιτικής που είχαν γεμίσει τη ζωή, της τότε μετα πολεμικής Ιταλίας.

Ανάλυση: Ως προς τα λογοτεχνικά του κείμενα, «Τα παιδιά της Ζωής» αποτελεί ένα εγχείρημα να φέρει κοντά στο πλατύ κοινό τη ζωή των παιδιών που ζουν στο περιθώριο, περνώντας τη μέρα τους στους δρόμους, επιδιδόμενοι σε λογής πράξεις – ανήθικες ακόμη, για να βγάλουν το ψωμί – τους «κολπατζήδες», που πάνε από κόλπο σε κόλπο.

Κανείς ως τότε δεν είχε ασχοληθεί μαζί τους, το θέμα αυτό ήταν κάτι σαν κλειστό βιβλίο. Έγραψε το βιβλίο στη γλώσσα τους – μια αργκό του δρόμου την οποία οικειοποιήθηκε απολύτως περιγράφοντας πιστά  – κάτι που στη πραγματικότητα ονομάσθηκε Λούμπεν Προλεταριάτο.

Στο μετέπειτα βιβλίο του «Αιρετικός Εμπειρισμός» τονίζει πως η λογοτεχνική γραφή πρέπει να είναι σε γλώσσα διαφορετική απ’ αυτή του συγγραφέα – μη αμφισβητώντας, αφήνοντας περιθώριο για έναν νατουραλισμό της αφήγησης. Άλλο χαρακτηριστικό της αφήγησης είναι πως ο αφηγητής δεν δίνει καμιά πληροφορία για το υπόβαθρο της ζωής των ηρώων του – σε αναγνώστες μη εξοικειωμένους μ’ αυτά τα κοινωνικά στρώματα (μπακγκράουντ).

Γίνεται ο ίδιος κάποιος απ’ αυτούς που περιγράφει. Δεν αφηγείται εκ των έξω. Είδε αυτή την τάξη σαν τη μόνη που θα μπορούσε να επιζήσει από την διαφθορά που έφερνε η βιομηχανοποίηση και ο μοντερνισμός – κάτι σαν ανθρώπινο κέλυφος περιλαμβάνοντας τους μόνους που θα μπορούσαν να παραμείνουν ελεύθεροι. Γι αυτό το λόγο τους σέβεται και τους θεωρεί ως τη μόνη αληθινά καταπιεσμένη τάξη που και ο ίδιος ο Κομουνισμός υποτίμησε, με την ονομασία Lumpen Proletariat (Λούμπεν Προλεταριάτο /ονομασία από τους Μαρξ Ένγκελς).

Εκδόσεις Οδυσσέας σελ. 302, ημερομηνία κυκλ. 2006, γλώσσα πρωτοτύπου Ιταλικά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *