Χορευτής στον Ελαιώνα

στις

Χορευτής στον Ελαιώνα – (1996)

Για τη ζωή στην επαρχία έχουν γραφτεί πολλά βιβλία, έχουν γυριστεί ταινίες. Η Ελλάδα εκτός της Αθήνας γίνεται πηγή έμπνευσης καθώς εκεί ξετυλίγεται μια άλλη οπτική εικόνα: αυτή των πόλεων με τα ήσυχα απομεσήμερα, τις καφετέριες με τον φοιτητόκοσμο, τον ουρανό χωρίς το βουητό της μεγαλούπολης σαν κοιτάξεις τα σύννεφα του που αργοταξιδεύουν νωχελικά. Μια άλλη πόλη, καταστάσεις γνήσιες εν τη γενέσει τους όπως τα διαδραματιζόμενα σ’ αυτό το νυχτερινό κέντρο με τα μπουζούκια αλλά και τη “κοσμοπολίτικη” του πλευρά – του ιδιοκτήτη Δ. Πέτρου και τους δύο χορευτές από την Αθήνα, που μόλις προσέλαβε…

(Ένα)

choreftisCapture
Χορευτής στον Ελαιώνα – Θεόδωρος Γρηγοριάδης (1996)

Τη μέρα που έφευγα για τη Βόρεια Ελλάδα, χορεύτρια σε νυχτερινό κέντρο, στο σπίτι μας επικρατούσε πανικός. Μια μέρα νωρίτερα είχε γεννήσει η αδελφή μου – ήταν και το πρώτο της παιδί και οι γονείς μου ετοιμάζονταν να την επισκεφθούν στην Κρήτη. Η μάνα μου, ευτυχισμένη που είχε αποκαταστήσει τις δυο κόρες της – την καθεμία στο ρόλο της – , στρίμωχνε τα ρούχα στις βαλίτσες, ενώ ο πατέρας μου την κοίταζε χωρίς να βγάζει μιλιά. Καταβάθος βαριόταν να κουβαληθεί στην Κρήτη, ακόμη και για να δει το εγγόνι του. Έδειχνε παραιτημένος απ’ όλα, μα κυρίως ήταν δυσαρεστημένος με τη δική μου απόφαση, να σηκωθώ και να φύγω στην επαρχία, παρέα μ’ ένα χορευτή: το Μύρωνα.
Μόνο η μάνα μου δεν ανησυχούσε.
“Σε ζηλεύω εκεί που πας”, μου ψιθύρισε στ’ αυτί, για να μην την ακούσει ο πατέρας μου.
Άνοιξε την μπιζουτιέρα της, που ξεχείλιζε κοσμήματα, και ξεχώρισε ένα ζευγάρι παλιομοδίτικα σκουλαρίκια. Μου τα έβαλε στο χέρι, λέγοντας μου πως ήρθε η ώρα να τα φορέσω κι εγώ. Ύστερα ξαναγύρισε στις βαλίτσες της. Σκεφτόταν ποια φορέματα θα έπαιρνε μαζί της αφού σκόπευε να καθίσει για αρκετό χρονικό διάστημα κοντά στη μεγαλύτερη κόρη της. Ποτέ δε φορούσε το ίδιο φόρεμα πάνω από μια φορά την εβδομάδα, γι’ αυτό και δεν έμεινε ούτε μια βαλίτσα να πάρω μαζί μου. Απόμεινα με δυο φαρδείς σάκους στα χέρια, σαν να πήγαινα κατασκήνωση.
Ξαφνικά το σπίτι μας άδειαζε, πρόσκαιρα φυσικά και για τις δυο κόρες τα νέα ήταν καλά κι ευχάριστα. Ή μόνο για τη μία;
“Πρόσεχε τον”, μου είπε ο πατέρας μου με νόημα καθώς με πήγαινε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού με το διαλυμένο του αυτοκίνητο.
Δεν του απάντησα. Άλλωστε αυτός ποτέ δεν είχε συμπαθήσει το Μύρωνα, ούτε όταν τον έβλεπε αναγκαστικά στην τηλεόραση.
“Καλό ταξίδι και φιλιά στην ανιψιά μου”, του είπα.
Θα πετούσαν για Ηράκλειο το ίδιο απόγευμα.
“Καλή τύχη”, μουρμούρισε, ζυγίζοντας την ευχή του.
Και έφυγε. Ούτε μια χειραψία, ούτε ένα φιλί. Απ’ ό,τι θυμάμαι, ούτε όταν ήμασταν μικρές, με τη Μαίρη, μας άγγιζε , όχι τώρα που μεγαλώσαμε.
Στο βάθος της αίθουσας αναμονής εντόπισα το Μύρωνα. Καθόταν σ’ ένα πλαστικό κάθισμα. Φορούσε μπλουτζίν, ένα απλό φανελάκι και αθλητικά παπούτσια που τα ήξερα από τις πρόβες. Τα πόδια του, ατέλειωτα, δε χωρούσαν πουθενά, όπως και το κορμί του. Ευτυχώς δε μ’ έβλεπε που τον παρατηρούσα.
(Θα μου πεις… κάθεσαι και χαζεύεις τον άνθρωπο, αντί να πλησιάσεις, να σε δει ότι έφτασες…)
Πάντως εκείνος περίμενε καρτερικά. Μόλις με είδε, ανασηκώθηκε, μου έσφιξε τυπικά το χέρι και με παρέσυρε στο γκισέ, για να τσεκάρουμε τις θέσεις.

choreftis2Capture
Dancer in the Olive-Trees

Με το που βρεθήκαμε στο αεροπλάνο, ηρέμησα κάπως. Ο Μύρωνας καθόταν δίπλα μου, στητός και το κεφάλι του ξεχώριζε πάνω από τις θέσεις. Ήταν ψηλός και αδύνατος και, όπως πάντα, πολύ σοβαρός. Έδεσε με προσοχή τη ζώνη του και έλεγξε τη δική μου, πριν περάσει η αεροσυνοδός. Μιλήσαμε ελάχιστα, αυτός δε μιλούσε – είχα συνηθίσει τις σιωπές του.
Όλα άρχισαν ένα μήνα νωρίτερα, δυο μέρες προτού διακόψουμε τις εμφανίσεις στην τηλεόραση. Ήρθε και μου πρότεινε να πάμε μαζί στην επαρχία. Είπε ότι του έκανα για παρτενέρ.
“Ευκαιρία να βγάλεις χρήματα…”, τόνισε.
Ήταν τότε που το σκεφτόμουν πολύ σοβαρά να ξαναγυρίσω στη χορευτική ομάδα, που την είχα εγκαταλείψει για να βρεθώ σ’ ένα κυριακάτικο μουσικοχορευτικό πρόγραμμα της ιδιωτικής τηλεόρασης. Με παρέσυρε εκεί η Σμαρούλα, είχε προηγηθεί και το θλιβερό συμβάν με το Γιωργάκη, και κανείς μας δεν είχε όρεξη να συνεχίσει τα χορευτικά προγράμματα στο υπόγειο της Κυψέλης. Η μάνα μου, επίσης, μ’ έσπρωξε σαν τρελή, να βγω στη μικρή οθόνη.
“Μόνο έτσι θα σε μάθουνε, αλλιώς δε γίνεσαι σωστή επαγγελματίας”, επέμενε.
Και πήγα. Μας κράτησαν, και εμένα και τη Σμαρούλα. Στην αρχή νομίζαμε πως θα χορεύαμε μόνο κοπέλες. Αργότερα μας ανακοίνωσαν ότι θα μας αναλάβει ένας χορογράφος που είχε έρθει από την Αγγλία. Παραξενευτήκαμε όλες. Τόσα ταλαντούχα παιδιά είχαμε στη χώρα μας. Ώσπου καταφθάνει ένας γοητευτικός ασυνήθιστος τύπος, που όλες οι κοπέλες τον ταύτισαν με τον Daniel Day-Lewis. Με ανακούφιση είδα ότι ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Συστήθηκε “Μύρωνας” και μας έστρωσε αμέσως στη δουλειά. Ο ίδιος χόρευε επικεφαλής του μπαλέτου, κάποτε εμφανιζόταν σόλο, και για ντουέτο διάλεγε εμένα ή την Αλίκη, τη μικρότερη της παρέας. Το πρόγραμμα όμως τελικά κράτησε ένα μήνα λιγότερο, γιατί η παρουσιάστρια του κατέρρευσε ψυχολογικά, κι έτσι αποσύρθηκε, παρ’ όλη την επιτυχία που είχε το σόου.
Ετοιμαζόμασταν για τη προσγείωση.


“Πως θα φτάσουμε στις Σέρρες;” ρώτησα με αληθινό ενδιαφέρον για τον προορισμό μας, αφού αυτός είχε αναλάβει κάθε πρακτική πλευρά της συνεργασίας μας.
“Θα ‘ρθει να μας πάρει ο ίδιος ο ιδιοκτήτης”, είπε ο Μύρωνας. “Το αφεντικό μας”, συμπλήρωσε σαρκαστικά.
“Έχεις ξαναπάει στη Βόρεια Ελλάδα;”
“Όχι. Πρώτη φορά ανεβαίνω. Εσύ;”
Έμεινε λίγο σκεφτικός.
“Κι εγώ για πρώτη φορά. Μου είχαν γίνει πολλές προτάσεις, αλλά…”
“Αλλά;”
Απέφυγε να συνεχίσει τη συζήτηση. Επέμεινα.
“Αλλά;”
Αναγκάστηκε να απαντήσει.
“Όπως θα είδες στο συμβόλαιο, τα χρήματα είναι καλά, για ένα τόσο μικρό διάστημα.”
Τον κοίταξα με πλάγιο βλέμμα. Ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που θα χαρακτήριζα φιλοχρήματο. Αντιθέτως, μου έδινε την εντύπωση πως δε θα καταδεχόταν να σηκώσει ούτε δεκαχίλιαρο από το δρόμο.
“Λίγο παράξενα μου ακούγονται όλα αυτά.”
“Ποια ακριβώς;”
Πάλι κυριολεκτούσε. Αποκλείεται να έπιανα συζήτηση μαζί του, κι ας είχε μείνει το μάτι των άλλων κοριτσιών πάνω μου, ότι θα “ανοιγόταν” μαζί μου και θα γινόμασταν φίλοι. Μόνο η Σμαρούλα με καταλάβαινε όταν, αποχαιρετώντας με τηλεφωνικά, μου επισήμανε πόσο εγωπαθής και νάρκισσος ήταν ο Μύρωνας, και πως θα έπρεπε να κάνω τη δουλειά μου χωρίς να τον παίρνω και πολύ στα σοβαρά. Βέβαια όλοι ξέραμε ότι η Σμαρούλα καταβάθος χτυπιόταν για το Μύρωνα, και ότι θα έτρεχε μαζί του ακόμη και για παγοδρομίες στην Αλάσκα. Εγώ όμως έδειχνα κατανόηση, κι έπειτα, εκείνη την εποχή, ο δεσμός μου με το Γιάννη πήγαινε καλά, γιατί να σηκώσω μάτι πάνω σ’ άλλον και ειδικά σ’ ένα χορευτή;
Όμως δεν ήταν μόνον αυτά. Για μεγάλο διάστημα δεν μπορούσα να συνηθίσω στην ιδέα ότι, ύστερα από δυο χρόνια σπουδές στην Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης, θα κατέληγα στο σόου της τηλεόρασης και στις “αρπαχτές” της επαρχίας. Φυσικά δεν σκόπευα να συνεχίσω, μια φορά σαν εμπειρία θα μου ήταν αρκετή… Ένας ακόμη λόγος που αποφάσισα να απομακρυνθώ από την Αθήνα ήταν και η κατάταξη του Γιάννη στο στρατό. Ήθελε να ξεμπερδεύει, πήρε το πτυχίο της Νομικής, εξαντλώντας κάθε περιθώριο στρατιωτικής αναβολής λόγω σπουδών άρχισε να σοβαρεύει και αυτός και η μακρόχρονη σχέση μας.

Chor_GrigoriadisCapture
Θεόδωρος Γρηγοριάδης – συγγραφεύς

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης γεννήθηκε το 1956 στο Παλαιοχώρι Παγγαίου Καβάλας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση και συνεργάστηκε µε τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών διοργανώνοντας λογοτεχνικά σεμινάρια . Έχει γράψει εννέα μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων και µία νουβέλα. Το «Παρτάλι» μεταφράστηκε στα γαλλικά και παρουσιάστηκε ως θεατρικός μονόλογος στο Φεστιβάλ Αθηνών και η «Δεύτερη γέννα» ανέβηκε ως θεατρικός μονόλογος στο Φεστιβάλ Φιλίππων και Καβάλας. Ο «Ναύτης» πρωτοκυκλοφόρησε το 1993. Φώτο – πληροφορίες: ianos.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *