Το σύνδρομο Καζαντζίδη

στις

Τα τραγούδια που έγραψε και τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης είναι πάρα πολλά. Τα περισσότερα με ωραίους στίχους και μουσική αλλά όλα τραγουδισμένα με το το ταλέντο μιας μεγάλης πηγαίας φωνής. Αναβιώνοντας ένα παρελθόν μέσα από αυτές τις μνήμες που τα πάντα μοιάζουν να κινούνται γύρω του: ακόμη κι αυτή η τυπωμένη επιγραφή στη χαρτοπετσέτα του πολύ μοντέρνου καφέ: “οπισθοδρομικές σπεσιαλιτέ…”

kazantzidisCapture
Στέλιος Καζαντζίδης 1931 – 2001

Με όλη αυτή τη μόδα των ουζερί, των μεζέδων, του ούζου, του τσίπουρου… με όλα αυτά τα κέντρα σε στιλ παλιό στέκι… τα μπαράκια με ζωντανή μουσική όπου παίζουν δυο τρία άτομα… τα μεζεδοπωλεία αλλιώς τσιπουράδικα… τα ρακόμελα… τη ρετσίνα που αναβιώνει σαν από παλιά ταβέρνα της Πλάκας… Απ’ όλα αυτά σ’ όλη την Ελλάδα του τουρισμού, στα νησιά, στις ψαροταβέρνες και τις χασαποταβέρνες δεν θα μπορούσε να λείπει ο Στέλιος Καζαντζίδης.

Με τη γνήσια λαϊκή φωνή, τα τραγούδια όλο αίσθημα και πάθος με το αιώνιο παράπονο του έφηβου που δεν είδε τα όνειρα του να πραγματοποιούνται… του μετανάστη – αλήθεια πόσο επίκαιρο σήμερα με την εγκατάλειψη προς τα ξένα τόσων και τόσων νέων… που έδωσε τα καλύτερα του χρόνια στις ξένες φάμπρικες αλλά και στις ξένες πολυεθνικές σήμερα… γίνεται ένας τραγουδιστής σύμβολο της προδοσίας:

Η προδοσία στον έρωτα, στη φιλία, στην πολιτική εσχάτως και πολύ καίρια… ανάγεται σε σύμβολο και σήμα κατατεθέν μιας πατρίδας που προδίδει τα παιδιά της καθώς την προδίδουν οι πατέρες της! Πέρα από αυτά τα αρκετά πεσιμιστικά κι απαισιόδοξα ο καιρός κυλά με όλα τα μοντέρνα να κυριαρχούν πλάι στο παλιό φάντασμα της προδοσίας – έτσι που αυτή να μοιάζει ένα σκιάχτρο που στέκεται πάνω από όλα και δείχνει προς τα παλιά ορόσημα:

Του τέλους του εμφυλίου, της βασιλείας του παρακράτους υπό τις εντολές ενός υποδόριου κράτους έτσι όπως ανδρώθηκαν και γιγαντώθηκαν όλα τα χρόνια που υφαινόταν ο ιστός μιας σαθρής ανάπτυξης – το περισσότερο με δάνεια που αλλού να βρίσκονταν τα χρήματα… Έτσι που το σήμερα στο σήμερα να μη μοιάζει – έτσι που όλα είναι ακουμπισμένα στα παλιά θαρρείς για να μπορούν να υπάρχουν όπως ο κισσός που τυλίγεται τον κορμό του πεύκου για να αναπτυχθεί.

Και το ερώτημα πόσο αλήθεια είναι σαθρό ένα τέτοιο παρόν; Που δεν αφήνει τίποτε καινούργιο να υπάρξει αφ’ εαυτού και αναπαράγει ένα άλλο παρελθόν που μοιάζει αρκετά αφύσικο έτσι όπως προβάλλεται  στις γυαλιστερές προσόψεις των ακριβών καταστημάτων, των κτιρίων από κρύσταλλο και ατσάλι, των επώνυμων αρωμάτων της σαγήνης και της παραπλάνησης των αισθήσεων.

Στο μεταξύ η Ελλάδα προχωράει με στήριγμα όλα όσα έχουν σβήσει και τα ‘χει καταπιεί ο καιρός στα έγκατα του χωρίς να μπορεί να βρει το καινούργιο πρόσωπο της: ένα αμάλγαμα μονάχα φωνών απ’ το παρελθόν στον υπόκωφο κρότο της νύχτας καθώς πέφτει πάνω από τα κουρασμένα βήματα της…

Ως πότε κανείς μπορεί ν’ αντέξει χωρίς τη φρέσκια πνοή του καινούργιου; χωρίς τα νέα ιδανικά και οράματα; χωρίς μια νέα ταυτότητα που να αντικαταστήσει την ένδοξη γνωστή αλλά ξεθωριασμένη από το χρόνο και τα πάθη του, μέσα στο παλιό συρτάρι των αναμνήσεων…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *