Αρχείο ετικέτας biography

Μούσες της Λογοτεχνίας – Ζαν Ντυβάλ

Από την εποχή του μετά θάνατον καταλόγου των έργων του Εντουάρ Μανέ, στο στούντιο του Παρισιού το 1883, κάτω από την επιγραφή «ζωγραφικές μελέτες», του καταλόγου του 1862, «η γυναίκα με το κρινολίνο ξαπλωμένη στον καναπέ», ταυτίστηκε με τη Ζαν Ντυβάλ, τη μελαμψή ηθοποιό, σύντροφο του ποιητή Σαρλ Μπωντλέρ.

Μούσες της Λογοτεχνίας: Jeanne Duval – Πολλά από τα πιο γνωστά ποιήματα του Κάρολου Μπωντλέρ, γράφτηκαν εμπνευσμένα από τη προσωπική του Μούσα που δεν ήταν άλλη από τη Jeanne Duval – μοντέλο ζωγράφων, ηθοποιός μικρών θιάσων, χορεύτρια στα στέκια των καλλιτεχνών του Quartier Latin, των μέσων του 19ου αιώνα.

Μανέ και Ντυβάλ
jeanne_duval_wikiΚυριότερη γυναίκα που έπαιξε ρόλο στην προσωπική ζωή του Charles Baudelaire, ήταν η Jeanne Duval, χορεύτρια και αρτίστα του καμπαρέ, μοντέλο ζωγράφων, ένας από αυτούς και ο Edouard Manet, στο στούντιο του οποίου εκείνη είχε ποζάρει ως μοντέλο, την εποχή που γνωρίστηκε με τον ποιητή, κι εκείνος αργότερα, εντυπωσιασμένος μαζί της, την αποθανάτισε στο ποίημα του «Το Μπαλκόνι» (Le Balcon) της συλλογής των «Άνθεων του Κακού».
Άλλος ζωγράφος που αποθανάτισε την Jeanne Duval, ήταν και ο Γουσταύος Κουρμπέ (Gustave Courbet) στο έργο του «Το στούντιο», 1855, βάζοντας τη να στέκεται δίπλα στον Μπωντλέρ, αλλά κατά την εντολή του ποιητή αργότερα, την έβγαλε από δίπλα του. Σβησμένη από τον Κουρμπέ επιστρέφει ως εικόνα στον Μανέ για να καταδείξει την σχέση του ποιητή με τον ζωγράφο, σε μια σημαντική στιγμή στη καριέρα και των δύο. Αυτά τα πορτρέτα συχνά αντικατροπτίζουν τη συνάφεια στα αισθητικά ιδεώδη του ζωγράφου και των συγγραφέων, όταν εμπλέκονται σ’ αυτά. Το πορτρέτο αυτό παραπέμπει στη ματιά του ζωγράφου προς την ποίηση του συγγραφέα, αλλά και στη συμπάθεια του ζωγράφου προς πιο κοσμικά θέματα, στις αρχές του 1860, εποχή της Β΄αυτοκρατορίας.
Μπωντλέρ και Ντυβάλ
duvalcaptureΑν και ο Μπωντλέρ είχε πολλές γυναίκες στη ζωή του, η σχέση με τη Ζαν Ντυβάλ ήταν η πιο ανθεκτική στο χρόνο. Από την αρχή έγινε το πιο κοντινό πρόσωπο ως μοντέλο στον πίνακα του Μανέ, καθώς ο Μπωνλέρ την αποκαλούσε «η ερωμένη των ερωμένων»  (maîtresse des maîtresses) στο ποίημα του «το Μπαλκόνι».
Τα αισθήματα του, κάλυπταν τη γκάμα από το βαθύ πάθος στη παράλογη ζήλεια, και παρά τις επανειλημένες απιστίες και συνεχείς χωρισμούς η σχέση τους κράτησε πάνω από είκοσι χρόνια, διαχεόμενη πάνω στο μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνικής του καριέρας. Η οπτική και συναισθηματική δύναμη που ασκούσε πάνω του διοχετεύτηκε στη ποίηση, την πρόζα, τις επιστολές καθώς και στα ζωγραφικά σχέδια του, ακόμη και αφού είχαν χωρίσει.

Γνωστή με τα ονόματα Προσπέρ και Λεμέρ, η Ντυβάλ είχε λάβει μέρος σε μικρά θέατρα του Καρτιέ Λατέν όπου εκεί ο Μπωντλέρ αιχμαλωτίστηκε από ‘κείνην. Η ημερομηνία και το μέρος της γέννησης της, δεν έγιναν ποτέ σίγουρα γνωστά (1820;), και είναι αβέβαιο επίσης αν ήταν μια μουλάτα ή μια γηγενής. Οι σύγχρονοι του Μπωντλέρ την περιγράφουν σαν μια περίπου χαζή γυναίκα, αλλά μια αυθεντική τροπική ομορφιά. Σίγουρο είναι πως αυτός της έδοσε τη θέση μιας δικής του «Μαύρης Αφροδίτης» (Venus Noire), γράφοντας μερικά από τα ποιο αξιόλογα ποιήματα γι’ αυτήν, ασχολούμενος αποκλειστικά μαζί της στα τελευταία του χρόνια.

duval2captureΠολλές πληροφορίες για τη σχέση τους προέρχονται στην αλληλογραφία του (Baudelaire Correspandance / Oeuvres Complets 1975), όπου η θυελλώδης σχέση τους περιγράφεται ζωηρά, ακόμη και η αναφορά  σε περιγραφές της αγωνίας να ξεπεράσει αυτό που θα ονομαζόταν συνεχής μάχη με την κατάθλιψη σ’ όλη του ζωή. Ο Μπωντλέρ σκεπτόταν την αυτοκτονία το 1845: Στη διαθήκη του που φυλασσόταν από το νόμιμο διαχειριστή της, περιέγραψε την πρόθεση του να μεταβιβάσει όλη του την περιουσία σ’ αυτήν, αιτιολογώντας πως ήταν η μόνη του χαρά και ανάπαυση. Επέζησε της απόπειρας αυτής, αλλά φαίνεται πως όποια ευχαρίστηση έπαιρνε από αυτή τη σχέση, εξαφανίστηκε το 1848. Τον Δεκέμβριο αυτού του χρόνου γράφει (Corr. 1, 154) πως την αγαπούσε και ενδιαφερόταν γι’ αυτήν μόνο από καθήκον. Αυτή η ανεκτικότητα έδοσε τη θέση της στη ανησυχία: τον Μάρτιο του 1852, γράφει ένα πικρό γράμμα στη μητέρα του όπου την κατηγορεί με δριμύτητα για συγκαταβατική (υποτιμητική) συμπεροφορά απέναντι του, για αδιαφορία για το έργο του.
«Κάποτε είχε μερικά προσόντα, αλλά τα έχασε, όπως και το ενδιαφέρον για μένα. Να ζεις με κάποιον που δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για τις προσπάθειες σου, που γίνεται συνέχεια επικριτικός, που σε θεωρεί υπηρέτη και ιδιοκτησία του, που δεν μπορείς να μοιραστείς μαζί του κανένα ενδιαφέρον, ή συζήτηση για την πολιτική ή τη λογοτεχνία, ένα πλάσμα που δεν σε θαυμάζει και ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τις μελέτες σου, που θα μπορούσε να πετάξει τα χειρόγραφά σου στη φωτιά αν ήταν να κερδίσει περισσότερα χρήματα από το να τα δημοσιεύσει…» (Corr. 1, 193-94).

Αν και χώρισαν τον Απρίλιο του 1852, και ορκίστηκε να μη την ξαναδεί ποτέ, ένα χρόνο αργότερα, ο Μπωντλέρ παραδέχτηκε στη μητέρα του πως εξακολουθούσε να της στέλνει χρήματα και να την επισκέπτεται δύο με τρεις φορές το μήνα (Corr., 1, 210-11). Την ίδια εποχή συνδέεται με άλλες γυναίκες, όπως την ηθοποιό Marie Daubrun και την Apollonie Sabatier – γνωστή ως η Προεδρίνα (Presidente), αλλά δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του τη Ζαν. Αν ο Μπωντλέρ βρήκε στη Σαμπατιέ τη μούσα και τη παναγία του, την «άσπρη του Αφροδίτη», μπορούσε ειλικρινά να συζητήσει μαζί της για τη «μαύρη του Αφροδίτη», κατά τις συχνές του επισκέψεις στο σπίτι της, στην οδό Φροσό, όπου και σχεδίασε το πορτρέτο-προφίλ της Ζαν στο λεύκωμα της. Η Σαμπατιέ κράτησε το σχέδιο και το κόλλησε αργότερα στα «Άνθη του Κακού» που είχε, γράφοντας από κάτω με θαυμασμό «Το ιδανικό του!»

Η σχέση του ποιητή με τη μαύρη του Αφροδίτη, παρέμεινε ταραχώδης και κατά τη δεκαετία του 1850. Παραπονιόταν πως τον έκανε να υποφέρει, παραδεχόμενος πως την είχε χτυπήσει στο κεφάλι με ένα τραπεζάκι και πως πάνω από μια φορά πούλησε τα κοσμήματα και έπιπλα της (Corr. 1, 213-14). Όταν δεν ήταν μαζί εντούτοις στενοχωριόταν πολύ. Ήταν η μόνη του διασκέδαση, η μόνη του ευχαρίστηση, η μόνη του φίλη, και η θέα ενός όμορφου αντικειμένου ή ενός μαγευτικού τοπίου, τον έκανε να νοσταλγεί την απουσία της: ότι δεν θα μπορούσε να μοιραστεί τις σκέψεις του μαζί της (Corr. 1, 356-57).

Ο φόβος ότι θα μπορούσε να πεθάνει μακριά του του δημιουργούσε αφόρητο πόνο (Corr. 1 360). 5 Απριλίου 1859, η Ντυβάλ παθαίνει έμφραγμα και μπαίνει στο Δημοτικό Νοσοκομείο, όπου ο Μπωντλέρ της παρέσχε οικονομική αρρωγή για τη νοσηλεία της. Η σχέση τους παίρνει τη μορφή της αγάπης πατέρα και κηδεμόνα (Corr. 1, 609), και στη μοναδική διασωθείσα επιστολή από το Δεκέμβριο του 1859, επισήμως τη διαβεβαιώνει πως δεν θέλει να βρίσκεται χωρίς χρήματα ούτε μια μέρα, και πως δεν θέλει να βγαίνει ασυνόδευτη στους παγωμένους δρόμους (Corr. 1, 639-40). Συνέχισε να γράφει ποίηση επηρρεασμένος από αυτήν εξομολογούμενος ξανά στη μητέρα του το 1860, πως εξ αιτίας της κρατιόταν μακριά από τις σκέψεις αυτοκτονίας (Corr. 2 96-97).

Η τελευταία προσπάθεια να ζήσει με τη Ντυβάλ ήταν τον Δεκέμβριο του 1860, όταν μετακόμισε στο Νειγύ για να είναι κοντά της. Τότε βρήκε την σχεδόν ημιπληγική φιλενάδα του, να ζει με έναν άνδρα που ισχυριζόταν πως ήταν ο αδελφός της. Σε ένα γράμμα προς τη μητέρα του της γράφει, πως εκείνος που τη συντηρούσε έπρεπε να βρίσκεται κοντά της, και όχι κάποιος που αρνιόταν να εργαστεί ή να συμμετάσχει στα έξοδα του σπιτιού. (Corr. 2 117-19). Η αναχώρηση από το σπίτι της για τελευταία φορά, συνέβη το 1861, σηματοδοτώντας και τη τελευταία φορά που είχαν κάποια φυσική επαφή μεταξύ τους, παραμένοντας ωστόσο εκείνος που την υποστήριζε και την παρηγορούσε (Corr. 2 205).
Σε ένα άλλο γράμμα στη μητέρα του τον Μάρτιο του 1862, αναφέρεται εκ νέου συνοπτικά αυτή τη φορά, στη ταραγμένη σχέση τους και δηλώνει πως πως όλα είχαν πια, οριστικά τελειώσει μεταξύ τους. (Corr. 2 232-35).

Μπορεί μεν η οριστική διακοπή των σχέσεων τους να συνέβη το 1861, ωστόσο το ίδιο δεν συνέβη, και με τη ποιητική του φαντασία: Ποιητική πρόζα, όπως «Ένα ημισφαίριο μέσα στα μαλλιά σου», με καινούργιο τίτλο, ξαναδημοσιεύεται το 1862, έχοντας τιμητική αναφορά στα πλούσια, μαύρα, μαλλιά της Ζαν, μαζί με το «Η επιθυμία να ζωγραφίζεις» το 1863, στο οποίο επαναφέρει από τη μνήμη, τα φυσικά χαρακτηριστικά της που είχαν περιγραφεί σε προηγούμενα ποιήματα.

Η Ντυβάλ εξαφανίστηκε από κάθε άλλη αναφορά στην αλληλογραφία του Μπωντλέρ μετά το 1865, παραμένοντας ωστόσο στη φαντασία του – αφού την εποχή της παραμονής του στις Βρυξέλλες, σχεδίασε με πένα και μελάνι μια νεώτερη Ζαν, με όρθια κορμοστασιά, μάτια που είχαν υμνηθεί στους στίχους του, με τρόπο που θαρρείς και σε κοίταζαν μέσα από τη σελίδα.

Όπως σημειώνει ο Ένιντ Στάρκι (Enid Starkie), θα πρέπει κάποια ιδιαίτερη ποιότητα να υπήρχε στη Ντυβάλ, που κράτησε τον Μπωντλέρ τόσα πολλά χρόνια (1842 – 1862) συνδεδεμένο μαζί της. Δεδομένης της μακράς διάρκειας και της έντασης του δεσμού τους, δεν μοιάζει πιθανό ο Μανέ να είχε φιλοτεχνήσει κάποιο άλλο πορτρέτο μέσα από τις πολλές φιλενάδες που είχε ο Μπωντλέρ, παρά εκείνο της Ντυβάλ, στις αρχές του 1860. Επίσης κανένα ποίημα εμπνευσμένο από την Αντέλ – που αναφέρεται στο προσωπικό του ημερολόγιο, σαν ένα μεγεθυμένο πορτρέτο μιας τυχαίας γνωριμίας – όπως ο Αντεμάρ προτείνει ως ερμηνεία, ανατρέχοντας στις εφήμερες σχέσεις του Μπωντλέρ κατά τη διάρκεια των ετών. Καμμιά από αυτές, δεν είχε για τον ίδιο, ιδιαίτερη σημασία παρά μόνο η Ζαν Ντυβάλ.

Από «The Art Bulletin», 1997 / σχετικά Κάρολος Μπωντλέρ Προσωπική Ζωή: Jeanne Duval

Αιγινα – O χαμενος παραδεισος του Καζαντζακη

kazantzakisTreeCapture
Νίκος Καζαντζάκης – Αίγινα 1931

«Η Αθήνα είναι φρικαλέα. Κλαίω τις μέρες τις εξαίσιες που έχασα μακριά από την Αίγινα» γράφει στον Παντελή Πρεβελάκη τον Αύγουστο του 1934. Ο Nίκος Καζαντζάκης (1883 – 1957 / 74) γνώρισε την Αίγινα το 1925 κι έμεινε για μακρά διαστήματα εκεί μέχρι το 1946. Κοντά στην Αίγινα για πετάγεται στην Αθήνα όποτε οι πρακτικές ανάγκες τον καλούσαν και αρκετά μακριά για να απομονώνεται. Οι πληροφορίες για τη ζωή του στην Αίγινα προέρχονται από την αλληλογραφία με τη δεύτερη σύζυγό του Ελένη Σαμίου-Καζαντζάκη και τον Πρεβελάκη. Στις 19 Μαΐου 1927 ξαναφτάνει με τον ζωγράφο Τάκη Καλμούχο και νοικιάζουν το μικρό παράσπιτο της οικίας Παύλου Χάνου στην οδό Αφαίας (ανήκει σήμερα στην οικογένεια Μαγκλή), μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου. Αφιερώνεται στην «Οδύσσεια» και σε ταξιδιωτικά. Ο αείμνηστος Κώστας Χάνος περιγράφει στην αυτοβιογραφία του ένα χαριτωμένο παιχνίδι, δώρο του Καζαντζάκη από ταξίδι του, τον Απρίλιο του 1928, όταν διαμένει και πάλι στου Π. Χάνου, την περίοδο του Πάσχα, μαζί με τον Παντελή Πρεβελάκη. Σώζονται ωραιότατες φωτογραφίες στο σπιτάκι και στον ναό της Αφαίας, τραβηγμένες από τον Πρεβελάκη –

kazantakisCapture
Με τη Σμινθίτσα τη γάτα του – 1943

Μετά από ένα μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη, αμέσως στην Αίγινα, Δεκέμβριο 1930 μέχρι τέλη Μαΐου 1931. Μένει στο σπίτι του φίλου και δικηγόρου του Γιάννη Αγγελάκη. Συγγράφει για βιοποριστικούς λόγους Γαλλοελληνικό λεξικό σε δημοτική και καθαρεύουσα. Το σπίτι, με το μεγάλο κτήμα, τα δέντρα, τα λουλούδια και την ησυχία ενθουσιάζει τον Καζαντζάκη. Σημερινή κατοικία της κόρης του Αγγελάκη, μεγάλης ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, που ο Νίκος Καζαντζάκης θα βαφτίσει στις 15 Αυγούστου 1940. – Επιθυμεί δικό του κτήμα στην Αίγινα, και προς τούτο εξουσιοδοτεί τον Αγγελάκη.

Νέο μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη. Επιστρέφει Απριλίου 1933, και αμέσως (12/4) στην Αίγινα, μέχρι τον Οκτώβριο 1934. Τώρα, στο σπίτι της Μαίρης Πάντου, εξαδέλφης της Ελένης. Εδώ θα μείνει μέχρι το 1937. Είναι το άσπρο σπίτι με τα μπλε παράθυρα, ιδιοκτησίας σήμερα Παύλου Μαντούδη, κοντά στην οικία Καπράλου. Φλέγεται από δημιουργικό πυρετό ολομόναχος.

Μετά 4μηνο ταξίδι σε Ιαπωνία-Κίνα, πάλι στην αγαπημένη του Αίγινα, 15 Ιουνίου 1935. Το όνειρό για δικό του κτήμα πραγματοποιείται. Το συμβόλαιο αγοράς στις 5 Ιουλίου 1935 σε συμβολαιογραφείο της Αίγινας (Σ. Ζωγράφου), με τίμημα 14.000 δραχμές. Λίγους μήνες αργότερα το μοιράζεται με τον Καλμούχο. Αμέσως βάζει μπρος τις ενέργειες για κτίσιμο, σε σχέδια του φίλου του αρχιτέκτονα Βασίλη Δούρα. Το θέλει πετρόχτιστο, να μοιάζει με κάστρο, το «Κουκούλι» του. Όλο τον χειμώνα είναι απορροφημένος στην πέμπτη γραφή της «Οδύσσειας». 4 Μαΐου 1936 βάζει θεμέλιο, αφού πρώτα ανοίξει πηγάδι. Μεταφράζει ξένα θεατρικά και Φάουστ του Γκαίτε, τον «Βραχόκηπο» στα γαλλικά και πρώτη γραφή του «Καπετάν Μιχάλη». Απεσταλμένος της «Καθημερινής» στην Ισπανία Οκτώβριο-Νοέμβριο.

Δύο αδέλφια (δύο κολοσσοί Μικρασιάτες), κατά την Ελένη, ο Θόδωρος και ο Ιγνάτιος είναι οι χτίστες, γιοι του Στέλιου Ιγνατιάδη, Μικρασιάτη πρόσφυγα στην Αίγινα. Τελειώνει τον Απρίλιο του 1937. Στον όροφο το γραφείο του, με εντοιχισμένη μια ξύλινη γοργόνα από ακρόπρωρο πλοίου στον βορινό τοίχο και τον τροχό του Shinto (εθνική θρησκεία της Ιαπωνίας) στον ανατολικό, με χρυσές και μαύρες ψηφίδες, από τη γλύπτρια Έλλη Βοίλα. Ξανά, από τα τέλη 1936 μέχρι Οκτώβριο 1938, στην Αίγινα. Γράφει τη τραγωδία «Μέλισσα» και καινούργια κάντα και την έκτη και τελευταία γραφή της «Οδύσσειας», που εκδίδεται σε ογκώδες σχήμα. Πηγαίνει στην Αθήνα και μετά στην Αγγλία. Τον Δεκέμβριο 1939 επιστρέφει στην Αίγινα. Μικρό ταξίδι στην Κρήτη και ξανά στην Αίγινα.

kazantakis_closeCapture
Με τη Σμινθίτσα Μάρτιος 1943

Ο Β΄παγκόσμιος πόλεμος σε λίγο ξεσπά. Όλα τα χρόνια της Κατοχής τα περνά στην Αίγινα με εξαίρεση μία-δύο ολιγοήμερες μεταβάσεις στην Αθήνα. Το φάσμα της κατοχικής πείνας χτυπά δεινά την Αίγινα. Μαζί με τον Άη Στράτη κατέχει τη θλιβερή πρωτιά θανάτων από πείνα. Ο λιτοδίαιτος Κρητικός θα στερηθεί πολλές φορές την απαραίτητη τροφή, τρεφόμενος ακόμη πιο λιτά σαν ασκητής, θηρίο σωματικής και πνευματικής αντοχής. Φίλοι από την Αθήνα και η Ελένη τού προμηθεύουν ενίοτε κάποια φτωχά φαγώσιμα. Αλλά και φίλοι και γείτονες στην Αίγινα. Ο ίδιος, μεγάθυμος και υπερήφανος, βοηθά όποτε μπορεί. Λίγους μήνες πριν από τη Κατοχή, είχε αγοράσει ένα μεγάλο πιθάρι και το γέμισε λάδι. Το λάδι αυτό, γράφει η Ελένη, έσωσε κάμποσα παιδάκια της γειτονιάς του από τον θάνατο. Τις πιο μαύρες μέρες της πείνας γράφει το πιο κεφάτο έργο του, τον «Αλέξη Ζορμπά». Σε κάποιο σημειωματάριο, καταγράφοντας τα προϊόντα του σκληρού μόχθου του κατά την Κατοχή, σημειώνει: «Έγραψα: ”Αγγλία“, ”Γιαγκ-Τσε“, ”Τριλογία Προμηθέα“, ”Ζορμπά“, ”Ταξιδεύοντας-Ρωσία“, ”Καποδίστρια“, ”Κωνσταντίνο Παλαιολόγο“, ”Μακιαβέλλι“, ξανά ”Δάντη“, ”Άγ. Φραγκίσκο“ και ”Ιλιάδα“, ”Οδύσσεια“ (μεταφράσεις).

Το 1945 στην Αθήνα, πηγαίνοντας πού και πού στην Αίγινα. Πολιτικές διεργασίες και κάποια σχέδια για το εξωτερικό τον κρατούν εκεί. Παντρεύεται την Ελένη και για 2,5 μήνες υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου. Από 18 Απριλίου μέχρι τέλη Μαΐου 1946 ξανά στην Αίγινα, για τελευταία φορά. Γράμμα στον Πρεβελάκη: [Αίγινα] Παράδεισος, 28-4-46: «Εδώ Παράδεισος. Πώς μπόρεσα κι έφυγα, και προς τι;».

Φεύγει για την Αγγλία, χωρίς να ξαναγυρίσει στην Ελλάδα. «Έφυγα για σαράντα μέρες από την Αίγινα και δεν αξιώθηκα να ξαναγυρίσω», είπε στον Πρεβελάκη το 1953.

Kazantzakis2Capture
Με την Ελένη – 1944

Η καθημερινότητά του στην Αίγινα χαρακτηρίζεται από πολύωρη πνευματική εργασία. Ξυπνούσε στις 5 το πρωί και δούλευε μέχρι τις 8 το βράδυ. Μικρή μεσημεριανή ανάπαυλα για λιτό γεύμα και τσάι στις 5 το απόγευμα. Κολύμπι στη διπλανή παραλία. Επισκέψεις από πνευματικούς φίλους της Αθήνας και του εξωτερικού. Κατά καιρούς θα φιλοξενήσει το ζεύγος Σικελιανού, τους Πρεβελάκη, Μυριβήλη, Βενέζη, Τριανταφυλλίδη, Μινωτή, Μπαστιά, Μελαχρινό, Καστανάκη, Καββαδία, Θεοτοκά κ.ά. Ανταλλάσσει επισκέψεις με γείτονες, φίλους και απλούς ανθρώπους της Αίγινας. – Στα καφενεία δεν συχνάζει ποτέ, το θεωρεί χάσιμο χρόνου. Από το σπίτι, που το συνδέει με το λιμάνι ένας σκονισμένος και γεμάτος λακκούβες τότε δρόμος (η σημερινή Λεωφόρος Καζαντζάκη) ένας ψηλός, ξερακιανός, μελαχρινός άντρας, με δύο μαύρα βαθουλωμένα μάτια πίσω από τα γυαλιά του, πλατύ ψάθινο καπέλο στο κεφάλι και αναμμένο τσιμπούκι, βάδιζε ευθυτενής για επίσκεψη σε φίλους, όπως ο Αγγελάκης, ο Ανδρουλιδάκης, οι οικογένειες του γιατρού Γαλάνη και του Χάνου, ο Γ. Μαγκλής, κ.ά. Άλλες φορές με την άμαξα του γείτονά του Βάσανου (Μιχάλης Τζίτζης). Στην Αίγινα υπήρχαν τότε μόνο μόνιππα αμαξάκια, σούστες και κάρα, μουλάρια και γαϊδουράκια. Για τρόφιμα στο μπακάλικο του Βέκιου (Ζαρρής), απέναντι από του Παγούδη. Πάστες από το ζαχαροπλαστείο του Προκόπη (Χατζηιωαννίδη) και κάποια βράδια με παρέες στη ταβέρνα του Μαρίνη στο λιμάνι, που στην Κατοχή λίγο έλειψε να τον σκοτώσει κάποια βόμβα, όπως αναφέρει ένα γράμμα του. Διατηρεί στενή φιλία με τον Μητσάκη (Δημήτριος Λορέντζος), βοηθό στο φαρμακείο Οικονόμου και κατοπινό κοινοτάρχη Κυψέλης. Η φιλία θα συνεχιστεί με αλληλογραφία, όταν θα εγκατασταθεί μόνιμα πλέον στην Αντίπολη (Αντίμπ της Γαλλίας).

Στα γράμματα από την Αντίπολη η Αίγινα θα είναι παρούσα μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Σε ένα γράμμα, αντί για Αντίπολη, γράφει: «Αίγινα, 24 Σεπτέμβρη, Σάββατο». Η λαχτάρα για το νησί πάντα παρούσα, που το θυμάται σαν τον «Χαμένο Παράδεισο».

saronicmagazine.com – Γεώργιος Ι. Μπόγρης

Απο τη Βιεννη στα Καλαβρυτα

Χέρμαν Φρανκ Μάγερ 1940 – 2009 : Η Τριλογία του Τρόμου

Herman Franz Meyer – Απο τη Βιεννη στα Καλαβρυτα

anazitissi
Η Αναζήτηση 1995

kommeno
Η φρίκη του Κομμένου 1998

kalavrita
Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα 1994

meyer
Hermann Frank Meyer 1940 – 2009
  1. Αναζήτηση: (1995) Η αναζήτηση για τον χαμένο πατέρα αποτέλεσε το έναυσμα για να διευρύνει τις έρευνες του για τη δράση του γερμανικού στρατού στην Ελλάδα.
    Τη νύχτα της 25ης προς 26η Νοεμβρίου 1992 έκλεισαν 50 χρόνια από την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου στο πέρασμα των Θερμοπυλών. Στην κατεχόμενη από γερμανικά, ιταλικά και βουλγαρικά στρατεύματα Ελλάδα, Βρετανοί και Νεοζηλανδοί σαμποτέρ με τη συνεργασία Ελλήνων ανταρτών πραγματοποίησαν με επιτυχία το 1942 αυτή την εντυπωσιακή επιχείρηση, χάρις στην οποία παρεμποδίστηκε ο ανεφοδιασμός των αφρικανικών στρατευμάτων του Ρόμμελ.

    Καθώς όλοι οι δρόμοι διαφυγής είχαν αποκοπεί, παρέμειναν οι Βρετανοί στα ελληνικά βουνά, όπου και εκπαίδευσαν τις ντόπιες αντιστασιακές οργανώσεις. Ο πατέρας του συγγραφέα ανήκε στη γερμανική μονάδα μηχανικού, η οποία επισκεύασε τη γέφυρα μήκους 211 μέτρων. Το Μάρτιο του 1943 ήταν ο μοναδικός αξιωματικός, τον οποίο συνέλαβαν Έλληνες αντάρτες μαζί με 49 ακόμη Γερμανούς και Ιταλούς στρατιώτες, οι οποίοι εκτελέστηκαν αρχές Απριλίου του ίδιου χρόνου. Όλοι όσοι εκτελέστηκαν θεωρήθηκαν από τις γερμανικές δυνάμεις και μετά τον πόλεμο από τον Ερυθρό Σταυρό ως αγνοούμενοι.

    Ο συγγραφέας, μετά από πολύχρονη εργασία, που βασίστηκε σε έρευνες σε γερμανικά, ιταλικά, ελληνικά και βρετανικά αρχεία και σε βιβλία με θέμα αυτά τα γεγονότα, που γράφτηκαν στην Αγγλία και στην Ελλάδα, κατάφερε να ανασυνθέσει πλήρως όσα διαδραματίστηκαν εκείνη την περίοδο. Πήρε επίσης πολυάριθμες συνεντεύξεις από Βρετανούς, Νεοζηλανδούς, Γερμανούς και Έλληνες αυτόπτες μάρτυρες. (biblionet.gr – Ιστορία Εθνική Αντίσταση 1940 – 1944)

  2. Η φρίκη του Κομμένου: (1998) Η σφαγή των αμάχων που αναφέρεται στη θηριώδη σφαγή κατά του άμαχου πληθυσμού που διέπραξε μια συγκεκριμένη μονάδα της 1ης ορεινής μεραρχίας γερμανών καταδρομών «Εντελβάις» από τα Γιάννενα στις 16 Αυγούστου του 1943, στο στο χωριό Κομμένο της Άρτας.
    Αφήγηση-έρευνα για το ολοκαύτωμα του χωριού Κομμένο της Άρτας στις 16 Αυγούστου 1943 (biblionet.gr)
  3. Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα: (2004) Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών από τη Βιέννη το 1941, στη Σερβία, ως την Πελοπόννησο.
    «Στο βιβλίο αυτό ακολουθώ την πορεία μιας τακτικής μεραρχίας της Βέρμαχτ, η οποία δημιουργήθηκε το 1941 στη Βιέννη και έδρασε στη Σερβία και την Πελοπόννησο. Αρχικά η μεραρχία αυτή επρόκειτο να αναλάβει την επιβολή της τάξης στη Σερβία και την προάσπιση της Πελοποννήσου από μια πιθανή απόβαση συμμαχικών δυνάμεων. Όμως πολύ σύντομα εμπλέχθηκε σε σφοδρές συμπλοκές με τους αντάρτες και τις λεγόμενες επιχειρήσεις αντιποίνων».

    Το βιβλίο ασχολείται με ολόκληρη την περίοδο της Κατοχής στην Πελοπόννησο, με το ρόλο των Ιταλών και των Βρετανών, με τις ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις και με τα ελληνικά τάγματα ασφαλείας που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς.
    Αντικείμενο μελέτης αποτελούν επίσης οι λόγοι που οδήγησαν στην επιβολή «αντιποίνων», και οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων αυτών, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε το ζήτημα από τις δικαστικές αρχές στην Ελλάδα και τη Γερμανία κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

    Έτσι η σφαγή αμάχων στο πλαίσιο της επιχείρησης «Καλάβρυτα» μετατράπηκε αναπόφευκτα σε βασικό θέμα του βιβλίου. Με βάση τον αριθμό των θυμάτων, πρόκειται προφανώς για το μεγαλύτερο έγκλημα πολέμου που διέπραξε η Βέρμαχτ σε μη σλαβόφωνο κράτος κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. (biblionet.gr)

Και τα τρία βιβλία του Χέρμαν Φρανκ Μάγερ κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καλέντη και από τις εκδόσεις Εστίας
Ο Χέρμαν Φρανκ Μάγερ (Hermann Frank Meyer), γεννήθηκε το 1940 στη Γερμανία. Σπούδασε διεθνές εμπόριο στο Αμβούργο, στο Παρίσι και στο Οχάιο των ΗΠΑ. Έζησε και εργάστηκε στην Ισπανία, τη Γαλλία, τη Νιγηρία και την Ελβετία και, τέλος, στις Βρυξέλλες, όπου και διηύθυνε την ευρωπαϊκή έδρα μεγάλης αμερικανικής εταιρείας. Το 1981 δημιούργησε δική του επιχείρηση στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας.

Ο Χέρμαν Φ. Μάγερ επισκέφτηκε την Ελλάδα για πρώτη φορά το 1963, για να αναζητήσει τα ίχνη του αγνοούμενου πατέρα του, ο οποίος, ως Γερμανός αξιωματικός της Βέρμαχτ, είχε έρθει στην Ελλάδα το 1942 για να συμμετάσχει στην επισκευή της γέφυρας του Γοργοποτάμου. Πιάστηκε αιχμάλωτος από τον ΕΛΑΣ και τον Απρίλιο του 1943, εκτελέστηκε μαζί με 30 ακόμη στρατιώτες. Ο Χέρμαν Φ. Μάγερ χρειάστηκε είκοσι πέντε χρόνια να συγκεντρώσει τα στοιχεία για τον θάνατο του πατέρα του.

Το βιβλίο του «Η Αναζήτηση» (Αθήνα, 1995), αναφέρεται σε αυτή την έρευνα για τον εκτελεσθέντα πατέρα του. Είχε δημοσιεύσει επίσης άρθρα για την γερμανική κατοχή στην Ελλάδα καθώς και το βιβλίο «Η φρίκη του Κομμένου» (Αθήνα 1998), σχετικά με τη σφαγή αμάχων στο χωριό Κομμένο της Ηπείρου, τον Αύγουστο του 1943.

Το τελευταίο του βιβλίο (2004) με τον τίτλο «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα» ανασυνθέτει τα αιματηρά ίχνη της 11ης Μεραρχίας Καταδρομών της Βέρμαχτ από τη Βιέννη το 1941, ως τα Καλάβρυτα το 1944 τα οποία και κάηκαν ολοσχερώς από τους στρατιώτες – εκτελεστές των εντολών του αιμοσταγούς διοικητή τους.

Έπεσε θύμα αυτοκινητιστικού δυστυχήματος στις 11 Απριλίου 2009 ενώ έκανε ποδήλατο με τον γιο του σε ένα χωριό νότια του Αμβούργου. (Από zougla.gr)

περισσότερα για τον Χέρμαν Φρανκ Μάγερ: Η γενιά των πατέρων μας απέτυχε οικτρά