Αρχείο ετικέτας Dostoyevsky

Ντάμα Πίκα – Το πάθος του παιχνιδιού

puskinCapture
Alexander Pushkin (1799 – 1837)

Το πάθος της Χαρτοπαιξίας – Κοινός τόπος στους Ρώσους δραματικούς συγγραφείς Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (Ο Παίκτης), Αλεξάντρ Πούσκιν (Ντάμα Πίκα).

gamblersCapture
Joueurs des Cartes – Paul Sézanne 1839 – 1906

Ντάμα Πίκα – Βιβλίο (1834)

Ο Χέρμαν, ο κύριος χαρακτήρας της «Ντάμα Πίκα» (1834), είναι ένας νεαρός Γερμανός αξιωματικός του Μηχανικού, που ζει σε μια ξένη χώρα, τη Ρωσία. Φαίνεται εξαρχής λογικός και σώφρων άνθρωπος που δεν εμφορείται από πάθη. Σιγά σιγά, όμως, αυτή η εικόνα αλλάζει, όταν βλέπουμε πως μια φανταστική εξιστόρηση, σχετικά με κάποιο χρυσοφόρο μυστικό, τινάζει σαν ελατήριο το πάθος του τυχερού παιχνιδιού μέσα του.
Ήδη από τη λέξη που εκστομίζει: «Παραμύθια!» μόλις έχει ακούσει την εξιστόρηση, είναι φανερή μέσα του η σύγχυση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας που θα τον οδηγήσει, με τη συνδρομή της τύχης, σε απρόοπτες εξελίξεις.
Ένα σύντομο αριστούργημα, στο οποίο ο Πούσκιν, με ύφος καθαρό και απέριττο, μιλάει με βαθιά αγάπη -ίσως και λίγο άγρια- για όλες τις χαρές, όλες τις ηδονές της ζωής. (από biblionet.gr)

Ντάμα Πίκα Όπερα (1880) – Πράξη 3

Τίτλος: «Ντάμα Πίκα» (The queen of spades)
Είδος: Όπερα (σε 3 πράξεις)
Συνθέτης: Piotr-Ilyich Tchaikovsky
Βιβλίο: Pikovaya Dama (Ντάμα Πίκα) Alexander Pushkin (1834)
Λιμπρέτο: Modest  Tchaikovsky (46 χρόνια μετά τη δημοσίευση του διηγήματος του Πούσκιν)
Έτος: 1880 (πρεμιέρα) Αγία Πετρούπολη

Σκηνή 1 Στον κοιτώνα του στρατοπέδου καθώς ο άνεμος ουρλιάζει ο Χέρμαν διαβάζει το γράμμα της Λίζας που του λέει να συναντηθούν τα μεσάνυχτα στην όχθη του ποταμού. Φαντάζεται τη χορωδία να ψάλει στην κηδεία της κόμησας, ενώ ταράζεται από ένα χτύπημα στο παράθυρο. Τότε εμφανίζεται το φάντασμα της κόμησας, που του λέει πως – αν και είναι ενάντια στη θέληση της, πρέπει να του εξομολογηθεί το μυστικό των χαρτιών, ώστε να μπορέσει να παντρευτεί και να σώσει τη Λίζα.

Σκηνή 2 Στο χειμωνιάτικο τοπίο του ποταμού είναι μεσάνυχτα  και η Λίζα περιμένει τον Χέρμαν, ελπίζοντας πως την αγαπά ακόμη ενώ σιγά-σιγά, το σκοτάδι αρχίζει να σκεπάζει το όνειρο της νιότης και της ευτυχίας της. Τότε τον βλέπει να προχωρά προς αυτήν, και σε λίγο λόγια παρηγοριάς βγαίνουν απ’ τα χείλη του. Σε λίγο όμως, αρχίζει το παραμιλητό του για το μυστικό της κοντέσας, κάνοντας τον να μην αναγνωρίζει τη Λίζα πια – τόσο βυθισμένος σ’ αυτό που την εγκαταλείπει γυρίζοντας πίσω. Αυτή μόλις καταλαβαίνει πως όλα πια έχουν χαθεί οριστικά, αυτοκτονεί.

Σκηνή 3 Στη χαρτοπαιχτική λέσχη, οι αξιωματικοί του λόχου του Χέρμαν έχουν τελειώσει το δείπνο τους και ετοιμάζονται να παίξουν χαρτιά. Ο  πρίγκηπας Γιελέτσκι – του οποίου μόλις χάλασε η σχέση, προστίθεται στην παρέα τους – «άτυχος στην αγάπη, τυχερός στα χαρτιά«, τους λέει. Ο Τσεκαλίνσκι αρχίζει να τραγουδά ένα τραγούδι των χαρτοπαικτών.
Μόλις φθάνει ο Χέρμαν, παραξενεύονται όλοι που τον βλέπουν αγριεμένο και απειλητικό. Ο πρίγκηπας Γιελέτσκι διαβλέπει μια φιλονικία και ζητά από τον  κόμη Τόμσκι να είναι μάρτυρας του – αν κάτι τέτοιο προκύψει.

Ο Χέρμαν τότε, στοιχηματίζει με πυρετώδη διάθεση το υπέρογκο ποσό των σαράντα χιλιάδων ρουβλίων. Τους κερδίζει και τους τρεις ενώ αυτοί παραξενεύονται από τη μανιακή του συμπεριφορά. Μετά στοιχηματίζει στον αριθμό επτά της τράπουλας και τους κερδίζει πάλι.

Παίρνει το ποτήρι και το υψώνει με την πρόποση: «Η ζωή δεν είναι παρά ένα παιχνίδι» φωνάζει. Ο Γιελέτσκι δέχεται τη καινούργια του πρόκληση να ακολουθήσουν και τρίτο γύρο. Ο Χέρμαν ποντάρει ό,τι έχει και δεν έχει στον άσσο, αλλά όταν δείχνει το χαρτί του, αυτό δεν είναι παρά η ντάμα πίκα, ενώ βλέπει το φάντασμα της κόμησας να τον κοιτά περιπαιχτικά, κοροϊδεύοντας τον. Τότε εκείνος αυτοκτονεί ενώ ζητά συγχώρεση (Άρια Χέρμαν: Forgive me celestial creature) από τον πρίγκηπα Γιελέτσκι και τη Λίζα.

(πηγή en.wikipedia.org/wiki/The Queen of Spades)
Σχετικά: Ντάμα Πίκα

Εγκλημα και Τιμωρια

Έγκλημα και Τιμωρία

Eγκλημα και Τιμωρια – Σκηνοθεσια Lev Kulidzhanov

Έγκλημα και Τιμωρία
Έγκλημα και Τιμωρία

crimeEtChatiment
Έγκλημα και Τιμωρία

crime_Amazon
Crime and Punishment – Amazon DVD

Τίτλος: «Prestuplenie i nakazanie»  (1970)
Είδος: Δράμα (Μεταφορά του μυθιστορήματος του Fyodor Mikhailovich Dostoevsky) (1821-1881)
Σκηνοθεσία: Lev Kulidzhanov (1924-2002)
Σενάριο: Nikolai Figurovsky, Lev Kulidzanov
Πρωταγωνιστούν: Georgi Taratorkin, Innokentiy Smoktunovskiy, Tatyana Bedova
Διάρκεια: 221
Χώρα: Σοβιετική Ένωση

Πρόκειται για την καλύτερη μεταφορά στην οθόνη του μυθιστορήματος του Φιοντόρ Ντοστογιέβσκι. Έργο της 2ης περιόδου του ρεύματος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, με τη στροφή στα ανθρώπινα συναισθήματα παρά στην ιστορία και τον πόλεμο (βλ. Θωρηκτό Ποτέμκιν, Ιβάν ο Τρομερός, Αλέξανδρος Νίεβσκι, Όταν περνούν οι γερανοί).
Το ύφος είναι πάντα αυστηρό, τα νοήματα ξεκάθαρα, η αφήγηση λιτή και εντυπωσιακή, εκτυλίσσεται με τη γεωμετρική ακρίβεια ενός αραβουργήματος.

Σύνοψη – Κύριοι Χαρακτήρες του έργου
Ρωσία Αγία Πετρούπολη 19ος Αιώνας
Κλεισμένος στη φτωχική του σοφίτα ο άλλοτε φοιτητής της Νομικής Ρασκόλνικοφ (Georgi Taratorkin) τυραννιέται από τη φτώχεια. Για να ζήσει έχει βάλει ενέχυρο έναντι πενιχρού τιμήματος ό,τι τιμαλφές είχε στην κατοχή του από την οικογένεια του.

Τυλιγμένος στο μαύρο του τριμμένο παλτό, ο Rodya Raskolnikov επισκέπτεται την τελευταία φορά τη τοκογλύφο Alyona Ivanovna για να της αφήσει το ρολόι του. Μέρες περνούν κλεισμένος στο δωμάτιο του με το αδύναμο φως να μπαίνει από τον μικρό φεγγίτη. Όταν βρίσκεται μέσα και δεν κοιμάται πότε δέχεται τη σπιτονοικοκυρά του, πότε το φίλο του Razumikhin.

Τη μονοτονία διακόπτει η άφιξη της μητέρας του και της αδελφής του Dunya, που καταφθάνουν στην Πετρούπολη ανακοινώνοντας του, πως η αδελφή του έφυγε από το σπίτι του πλούσιου Svidrigailov που ήταν γκουβερνάντα, κι έτσι θα ζουν εφ’ εξής κοντά του.

Αυτά τα νέα όμως δεν καταφέρνουν να απαλύνουν την απελπισία του. Εξωθημένος από την ανέχεια αποφασίζει να σκοτώσει την τοκογλύφο. Έτσι και γίνεται – όμως άναυδος και τρομαγμένος μάρτυρας του φόνου, η αδελφή της, που επιστρέφει ξαφνικά στο σπίτι και τον βλέπει έτοιμο να φύγει μετά το αποτρόπαιο έγκλημα του. Τη σκοτώνει κι εκείνη με το τσεκούρι – που μόλις πριν είχε καθαρίσει σ’ ένα βαρέλι με νερό στη σκοτεινή κουζίνα.

Η αστυνομία τον υποπτεύεται και ο δαιμόνιος αστυνόμος Porfiry Petrovitch (Innokentiy Smoktunovskiy) τον επισκέπτεται στη σκοτεινή σοφίτα του για να του πει να παραδοθεί γιατί ξέρουν πως αυτός είναι ο ένοχος. Εκείνος το αρνείται, αλλά σε λίγο καιρό, μετά από μέρες ατέλειωτης ενοχής και τύψεων – παρ’ όλο που ο ίδιος μόλις λίγο καιρό πριν που είχε κληθεί στο τμήμα, είχε εκμυστηρευθεί στον αστυνόμο Porfiry Petrovitch πως υπάρχουν πράξεις που δεν είναι κολάσιμες – πράξεις που απλώς αποδίδουν δικαιοσύνη, παραδίνεται στην αστυνομία έτοιμος να υποστεί τις συνέπειες που δεν είναι άλλες από το κάτεργο στη Σιβηρία.

ΥπόθεσηΛεπτομέρειες του έργου
Αρχής γενομένης από την ηθοποιία: Η ηθοποιία όλων είναι εξαιρετική προεξάρχουσας φυσικά του Georgi Taratorkin που υποδύεται τον φτωχό, τέως φοιτητή Ρασκόλνικοφ με απαράμιλλη τέχνη. Η ψιλόλιγνη μαύρη σιλουέτα του με το ημίψηλο καπέλο, να διασχίζει τους σκοτεινούς πλακόστρωτους δρόμους της Αγίας Πετρούπολης, να συζητά στις φτωχικές ταβέρνες με άλλους απελπισμένους όπως αυτός – τον Marmeladov έναν φτωχό πρώην αξιωματικό που απολύθηκε σαν μέθυσος από το στρατό, του οποίου η κόρη  Sonya Marmeladova βγάζει το ψωμί τους τώρα, εκδιδόμενη εν γνώσει του – για  όλη αυτή η απέραντη δυστυχία που τον τριγυρίζει, ποιος φταίει αναρωτιέται.

Ψάχνει να βρει μια δικαίωση και το πιο κοντινό πρόσωπο που θα μπορούσε να πληρώσει για όλη αυτή την αδικία, είναι η τοκογλύφος – τόσο υπολογίστρια και εκμεταλεύτρια καθώς φθάνει στο σημείο να κρατά τον τόκο από τα λεφτά που δίνει για το ενέχυρο προκαταβολικά. Αποφασίζει να τη σκοτώσει σαν ένας άγγελος τιμωρός.
Άλλωστε σαν φοιτητής της Νομικής είχε γράψει μια διατριβή υποστηρίζοντας πως ένας φόνος μπορεί να δικαιώσει το θύτη. Όπλο για το έγκλημα του, θα γίνει το τσεκούρι με το οποίο κόβουν τα στοιβαγμένα ξύλα στη πίσω αυλή του οικήματος όπου μένει. Μετά το φόνο την άλλη μέρα, ξυπνά με ρίγη και πυρετό – όλα τα συμπτώματα μιας ξαφνικής, φοβερής αρρώστιας.


Prestuplenie i nakazanie (1970) on IMDb

Στο δωμάτιο του κοιμάται με τα ρούχα ενώ ψήνεται από τον πυρετό. Ο φίλος του Dmitri Prokofych Razumikhin θα φωνάξει τον γιατρό Zossimov με τη βοήθεια του οποίου θα συνέλθει – αλλά αλίμονο για λίγο.

Πινακας Κυριων Χαρακτηρων στο Εγκλημα και Τιμωρια του Φιοντορ Ντοστογιεβσκι

Τον κυνηγούν οι τύψεις – ένας τυραννισμένος που βλέπει όλους γύρω του να τυραννιούνται με τα πιο σημαντικά του πρόσωπα – αυτά της αδελφής του Dunya και της αγαπημένης του Sonya Marmeladova να κυριεύουν τις σκέψεις του και να εντείνουν την απελπισία του. Μαζί μ’ αυτά και το αποτρόπαιο πρόσωπο της τοκογλύφου που σκότωσε – να γεμίζει με εφιάλτες τις νύχτες του.

Όμως όλα θα τελειώσουν με το πιο σκληρό τέλος: Η σύλληψη εκείνου και η εξορία, στην οποία φυσικά θα τον ακουλουθήσει και η αγαπημένη του Sonya όπως του το είχε υποσχεθεί: «Παραδώσου να γλυτώσεις από το βασανιστήριο σου και θα σ’ ακολουθήσω στο κάτεργο«.

Προβλήθηκε από την τηλεόραση της Βουλής τον Οκτώβριο του 2014. Το έργο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη τα οποία προβλήθηκαν σε μία προβολή 3:20 ωρών. Τα αντίστοιχα DVDs είναι τρία τον αριθμόν. Τιμή πακέτου 38,95 λίρες στο Amazon

Ο Παικτης, 1866

Fedor Michajlovic Dostojevskij – Μοσχα, 1821 – 1881

lejoueur
Ο Παίκτης (1866) – Livre de poche (Classiques de Poche)

Ο Παίκτης - εκδόσεις Ερατώ
Ο Παίχτης – εκδ. Ερατώ

Ο Παίκτης
Ο Παίκτης – Εκδ. Γκοβόστη

Μια από τις αδυναμίες του Ντοστογιέβσκι δίνει μορφή συμβολική, χειροπιαστή, σε ό,τι είναι η ίδια η ουσία του είναι του: Η αρρωστιάρικη μανία του για τα τυχερά παιχνίδια.
Από μικρό παιδί είχε το πάθος των χαρτιών αλλά μόνο στην Ευρώπη ανακαλύπτει το διαβολικό καθρέφτη της νευρικότητας του: Το Κόκκινο και το Μαύρο, τη ρουλέτα, αυτό το τόσο επικίνδυνο παιχνίδι μέσα από τον πρωτόγονο διϊσμό του.
Η πράσινη τσόχα του Μπάντεν, η ρουλέτα του Μόντε – Κάρλο, είναι οι εντονότερες εκστάσεις του στην Ευρώπη: (…)
Επειδή εκεί βρίσκει την ένταση, την τελεσίδικη απόφαση: Μαύρο ή Κόκκινο, μονά ή ζυγά, επιτυχία ή εκμηδενισμός, χασούρα ή κέρδος – συμπυκνωμένα στα δευτερόλεπτα εκείνα που η ρόδα γυρίζει: Η ένταση συγκεντρωμένη μέσα σ’ αυτήν την αστραπή του πόνου ή της απόλαυσης.
(Από το Οπισθόφυλλο του Γκοβόστη)

Το Μυθιστόρημα του Φεντόρ Ντοστογιέβσκι «Ο Παίκτης» μας μεταφέρει στον 19ο αιώνα στην καρδιά της Ευρώπης, στη Γερμανία. Με επίκεντρο τις κοσμοπολίτικες λουτροπόλεις Βισμπάντεν και Χόμπουργκ με τα ονομαστά Καζίνο της εποχής τα οποία είχε ο ίδιος ο συγγραφεύς είχε επισκεφθεί κατά το 2ο ταξίδι του στην Ευρώπη όπου και γνώρισε τη μετέπειτα δεύτερη γυναίκα του, ο Ντοστογιέφσκι δημιουργεί σε διάστημα λίγων ημερών το περίφημο μυθιστόρημα του.

Η αγάπη του για την πατρίδα του και τους συμπατριώτες του καταγράφεται με γλαφυρές πινελιές αναδεικνύοντας με τον πολύχρωμο χρωστήρα της πένας του, την υπεροχή των ρώσων ευγενών έναντι των ξεπεσμένων ευρωπαίων της εποχής της δεύτερης αυτοκρατορίας. Κυρίως όμως περιγράφει την εξάρτηση των ξεπεσμένων ευγενών από το χρήμα και την μανιώδη τους προσήλωση σαν μια διέξοδο από το οικονομικό τους αδιέξοδο, στο παιχνίδι της Ρουλέτας – ένα παιχνίδι που τον ίδιο τον συγγραφέα, είχε κυριολεχτικά συνεπάρει.

Το Ρουλέτενμπουργκ, φανταστική πόλη της Γερμανίας, Ρώσοι και Πολωνοί εμιγκρέδες, ευγενείς και απατεώνες, που η μοίρα τους γυρίζει στους ρυθμούς της ρουλέτας. Ο δάσκαλος Αλεξέι Ιβάνοβιτς, κεντρικός ήρωας και αφηγητής του βιβλίου. Το ακόρεστο πάθος του για το παιχνίδι και ο τυραννικός έρωτάς του για την Πολίνα Αλεξάντροβνα με τον περίπλοκο και αντιφατικό χαρακτήρα. Ένας απόστρατος Ρώσος στρατηγός, ξεπεσμένος μεγαλογαιοκτήμονας, καταχρεωμένος στον Γάλλο τοκογλύφο Ντε Γκριέ κι ερωτευμένος με μια μοιραία γυναίκα, τη μαμζέλ Μπλανς. Μια εκκεντρική γριά θεία που όχι μόνο δεν κάνει το χατίρι των επίδοξων κληρονόμων της να πεθάνει, αλλά χάνει όλη σχεδόν την περιουσία της στο καζίνο.

Με τα μάτια του ήρωα του Αλεξέι Ιβάνοβιτς προσηλωμένα στο κόκκινο και το μαύρο, στην επιτυχία ή αποτυχία, στη νίκη ή στην καταστροφή – όλα γύρω εξυφαίνονται μ’ αυτό το σκεπτικό. Το κέρδος είναι ο μόνος γνώμονας και επιδίωξη. Στη ρουλέτα, στον έρωτα, στην επιτυχία. Αλλιώς δεν περιμένει παρά η συντριβή και ο αφανισμός. Όλοι οι ήρωες του βιβλίου, προεξάρχοντος του νεαρού αφηγητή, αγωνίζονται για τον ίδιο σκοπό: Το χρήμα και τον έρωτα – κι αυτές είναι όλες οι ενασχολήσεις τους, γύρω από τις οποίες στροβιλίζονται οι ανάλαφρες, κοσμοπολίτικες φιγούρες τους —μιας τάξης που όδευε στην παρακμή, προετοιμάζοντας την άνοδο της νέας αστικής τάξης.

Απόσπασμα Ο ΠΑΙΚΤΗΣ Dostojevskij, Fedor Michajlovic, 1821-1881
Απ’ το Ημερολόγιο ενός Νέου
ΚΕΦ. 1

Επιτέλους επέστρεψα απ’ τη δεκαπενθήμερη απουσία μου. Οι δικοί μας είναι κιόλας τρεις μέρες που βρίσκονται στο Ρουλέτεμπουργκ. Φανταζόμουνα πως θα με δέχονταν μ’ ανοιχτές αγκάλες, όμως γελάστηκα… Ο στρατηγός ωστόσο μου φαινόταν ευχαριστημένος σαν με είδε, αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να μου μιλήσει με κάποια περιφρόνηση και με ξαπέστειλε αμέσως στην αδελφή του.

Ήταν φως φανερό πως κάπου θα τσιμπολόγησαν λεφτά. Μου φάνηκε μάλιστα πως ο στρατηγός ντρέπονταν λιγάκι να με κοιτάξει κατάματα. Η Μαρία Φιλίπποβνα ήταν πάρα πολύ απασχολημένη και μόλις ανταλλάξαμε μερικές λέξεις όμως τα χρήματα τα δέχτηκε, τα μέτρησε προσεχτικά κι άκουσε όλη τη διήγηση μου. Στο γεύμα περίμεναν να ‘ρθει κι ο Μεζεντόβ, ο φραντσέζος κι ακόμα κάποιος άγνωστος σε μένα Άγγλος. Κι όπως ήταν η συνήθεια τους, μόλις ακούστηκαν λίγα λεφτά στην τσέπη τους, αμέσως κι όλας καλέσανε μουσαφιρέους στο τραπέζι. Η Πολίνα Αλεξάντροβνα άμα με είδε με ρώτησε γιατί άργησα τόσο πολύ, κι έφυγε δίχως ν’ ακούσει την απάντηση μου πως το ‘κανα αυτό επίτηδες. Κι όμως έπρεπε να εξηγηθούμε μεταξύ μας, γιατί είχαν μαζευτεί ένα σωρό ζητήματα.

Μου δώσανε μια μικρή καμαρούλα στο τέταρτο πάτωμα του ξενοδοχείου. Εδώ μέσα το ξέρουν όλοι πως ανήκω κι εγώ στην ακολουθία του Στρατηγού. Όλα γύρω μου μαρτυρούσαν πως πρόλαβαν κι όλας να κάνουν μια κάποια εντύπωση εδώ πέρα. Ο στρατηγός περνάει για βαθύπλουτος ρώσος ευπατρίδης. Πριν απ’ το γεύμα ακόμη, μαζί με άλλες παραγγελίες, έσπευσε να μου δώσει και δύο χαρτονομίσματα των χιλίων φράγκων να του τα χαλάσω. Κι εγώ πήγα και τ’ άλλαξα στο ταμείο του ξενοδοχείου. Ε τώρα πια θα περνούμε για εκατομμυριούχοι, τουλάχιστον για μια βδομάδα. Ήμουν κι όλας έτοιμος να πάρω τον Μίσα και τη Νάντια να τους βγάλω λίγο περίπατο, όμως απ’ τη σκάλα με φωνάξανε στο δωμάτιο του στρατηγού. Έτσι άξαφνα του ήρθε η φρόνιμη σκέψη να μάθει που είχα σκοπό να πήγαινα τα παιδιά. Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν, δεν μπορεί ν’ αντικρύσει τα μάτια μου. Χωρίς άλλο θα το ‘θελε πολύ, μα εγώ τον ατενίζω πάντα μ’ ένα τόσο επίμονο και γεμάτο προπέτεια βλέμμα, που τον κάνει, καθώς φαίνεται, να τα χάνει. Με φουσκωμένα λόγια, μ’ επιτηδευμένο ύφος ξαπολύοντας τη μια φράση πίσω απ’ την άλλη και στο τέλος αφού τα μπέρδεψε όλα, μου ‘δωσε να καταλάβω πως έπρεπε να πάω τα παιδιά κάπου πολύ μακριά απ’ τον σταθμό, κατά το πάρκο! Έπειτα ξέσπασε και πρόστεσε απότομα κι οργισμένα: «Γιατί σεις δεν το ‘χετε σε τίποτα να τα πάτε στο σταθμό… στη ρουλέττα. Με συγχωρείτε πρόσθεσε. Όμως ξέρω πως είστε νέος κι επιπόλαιος ακόμα, κι ικανός να πάτε να παίξετε μάλιστα!. Εν πάση περιπτώσει, μολονότι δεν είμαι μέντωρ σας, μα ούτε θέλω άλλωστε ν’ αναλάβω έναν τέτοιο ρόλο, ωστόσο έχω το δικαίωμα νομίζω, να σας παρακαλέσω να μη με εκθέσετε…»
—Μα εγώ στρατηγέ μου, δεν έχω λεπτά απάνω μου, απάντησα με ηρεμία, και για να χάσει κανείς πρέπει να έχει.
—Θα σας δώσω αμέσως, απάντησε ο στρατηγός κοκκινίζοντας ελαφρά.
Κι άρχισε ν’ ανασκαλεύει το γραφείο του, έρριξε ένα συμβουλευτικό βλέμμα στο σημειωματάριο του, κι είδε πως μου όφειλε πάνω κάτω εκατόν είκοσι ρούβλια.
—Μα δεν ξέρω πως πρέπει να λογαριαστούμε, είπε ο στρατηγός, είναι ανάγκη να μετατρέψουμε σε τάλληρα. Ορίστε λοιπόν, πάρτε εκατό τάληρα για να ‘χουμε στρογγυλό λογαρισμό… και τα υπόλοιπα, βέβαια δεν θα χαθούνε…
Εγώ πήρα σιωπηλά τα χρήματα.
—Σας παρακαλώ, μη σας κακοφαίνονται τα λόγια μου, είσαστε δα τόσο μυγιάγγιχτος… Αν σας έκανα μια παρατήρηση, το ‘κανα αυτό για το καλό σας, και θαρρώ πως έχω κάποιο δικαίωμα…

Όταν γυρίζαμε, πριν απ’ το γεύμα, με τα παιδιά στο ξενοδοχείο, απαντήσαμε μια πραγματική καβαλαρία. Οι δικοί μας πήγανε να επισκεφτούνε κάτι ερείπια. Οι κυρίες ήταν καθισμένες σε δυό θαυμάσιες μπερλίνες, και οι κύριοι σε υπέροχα άλογα! Η mademoisel Blanche καθόταν στη μια μπερλίνα μαζί με τη Μαρία Φιλίπποβνα και την Πολίνα. Ο φραντσέζος, ο άγγλος κι ο στρατηγός τις συνόδευαν καβάλα. Όλοι οι διαβάτες σταματούσανε και τους κυττάζανε, η φιγούρα που κάνανε ήταν πολύ μεγάλη, μόνο που όλα αυτά θα του βγουν ξινά του στρατηγού. Υπολόγιζα πως με τις τέσσερις χιλιάδες φράγκα που έφερα μαζί μου, και προσθέτοντας ακόμα όσα στο αναμεταξύ είχαν προλάβει να τσιμπολογήσουν αυτοί, έπρεπε να έχουν τώρα εφτά ως οχτώ πάνω κάτω χιλιάδες φράγκα μα το ποσό τούτο ήταν βέβαια ελάχιστο για τη Mlle Blanche.

Η Mlle Blanche μένει κι αυτή στο ξενοδοχείο μας μαζί με τη μητέρα της. Κάπου εδώ ολόγυρα κάθεται κι ο Φραντσέζος μας. Το προσωπικό του ξενοδοχείου τον αποκαλεί «Mr le Comte» και την μητέρα της Mlle Blanche «Mme la Comtesse». Ωστόσο, ποιος τάχα τους ξέρει; μπορεί και στ’ αλήθεια να ‘ναι Comte et Comtesse.

Εικόνα Α΄πηγή

Οι Δαιμονισμενοι

Οι Δαιμονισμένοι
Οι Δαιμονισμενοι – Ινδικτος 2008

Τυχαία έπεσα πάνω στο μπλογκ του Ίνδικτου. Κατεβαίνοντας  τη σελίδα βρήκα τη καταχώριση για τους «Δαιμονισμένους» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Πω-πω σκέφτηκα το είχα ξεχάσει το βιβλίο αυτό! Ωστόσο ήταν στην «εύκολη βιβλιοθήκη» μου – μια βιβλιοθήκη που έχω στην κουζίνα και βάζω ό,τι θα ‘ναι εύκολο να ξαναβρώ. Άδικα όμως κι αυτά τα βιβλία, μέσα σε χαρτιά, περιοδικά, ντοσσιέ, σημειώσεις, ατζέντες, cd.’s κουτάκια, πανεράκια, prospectus, τσαντάκια, χάνουν την όψη τους, έτσι τακτοποιημένα με τις ράχες τους να σκεπάζοναι από διάφορα άλλα αντικείμενα…

Είχαμε πάει σινεμά. Στο «Είμαι η Κούβα», στο Έλλη Ακαδημίας. Βγαίνοντας περάσαμε μπροστά από του Παπασωτηρίου στην Ακαδημίας. Μπήκαμε να ρίξουμε μια ματιά – πλησίαζαν και Χριστούγεννα – μέρες εορταστικές όλο και κάποιο βιβλίο σκέφτηκα θα μου χρειάζεται. Εκεί λοιπόν στον πάγκο ήταν το ογκώδες 1257 σελίδες! μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκυ «οι Δαιμονισμένοι». Το πήρα στα χέρια μου κι άρχισα να διαβάζω λίγο στην αρχή. Εντύπωση μου έκανε η ρέουσα γλώσσα, η ευκρίνεια του τυπωμένου χαρτιού, κάποια σχετικά με το θέμα, σκίτσα. Ο Ντοστογιέφσκυ στις παλιές εκδόσεις του Γκοβόστη δεν διαβάζεται πλέον – θαμπό χαρτί, μικρά γράμματα, κάνει παλιό μυθιστόρημα (παλιάς κοπής) που λένε, που δυσκολεύει την απόφαση να το πιάσεις στα χέρια σου, να το ξαναδιαβάσεις – αν το ‘χεις ήδη διαβασμένο από παλιά.
«Το διαβάσατε;» ρωτάω τον πωλητή
«Ναι, πολύ ωραίο
«Μα είναι τόσο μεγάλο! – δηλαδή σε πόσο καιρό;»
«Σε καμμιά δεκαριά μέρες...» μου λέει.
Είχα πεισθεί λοιπόν πως αυτό το βιβλίο θα διαβάζεται άνετα και γρήγορα. Είχα ξεχάσει βέβαια εκείνη τη στιγμή πως παρέμενε το θέμα πως ο Ντοστογιέφσκυ διαβάζεται δύσκολα γιατί είναι δαιδαλώδης και εξιστορεί τα πάντα στη παραμικρότερη λεπτομέρεια τους… Πως οι διάλογοι του είναι μεγάλοι ενώ παρεμβαίνει και ο ίδιος με σχολιασμούς στα διαμοιβόμενα… Πως περιγράφει μια Ρωσία που ούτε καν ξέρω και τελευταίο, μα καθόλου αμελητέο πως τα ονόματα των χαρακτήρων του είνα δυσκολοπρόφερτα και δεν παραμένουν εύκολα στη μνήμη εν όσω διαβάζεις το μυθιστόρημα εκόμα.

Τούτο το βιβλίο ήταν μικρού σχήματος, με απλό αλλά αινιγματικό εξώφυλλο. Μαύρο φόντο και δυο γραμμές να τρέχουν στο μαύρο φόντο όπου ήταν με κόκκινα γράμματα ο τίτλος λοξά τεμνόμενες στο πάνω μέρος εν είδει σταυρού. Εντυπωσιακό πράγματι εν τη απλότητι του. Εκδόσεις Ίνδικτος, 2008, Α΄έκδοση στη Ρωσία, το 1871. Ο σελιδοδείκτης έδειχνε τη σελίδα 28! Το βιβλίο ήταν αφημένο, οι ήρωες του κλεισμένοι στις σελίδες του κοιμόντουσαν ώσπου το βλέμμα του Αναγνώστη να τους επαναφέρει στη ζωή, τα χέρια του να ζεστάνουν τη παγωμένη τους σάρκα.

Αυτά έχει η καταναλωτική κοινωνία που την εποχή που αγοράστηκε προ κρίσης η τάση ήταν να κάνουμε συνέχεια κάποιο «δώρο στον εαυτό μας«.

Πέρασαν μέρες, βδομάδες και όλο και κάποια άλλα βιβλία είχα αγοράσει για να τ’ αρχίσω και να τ’ αφήσω πάλι στα μισά τους ή στην αρχή τους.  Παρεμβάλονταν και οι εκδόσεις της Labraki Press, με τις ωραίες σειρές – τα Αριστουργήματα της Λογοτεχνίας και όλο κάποιο βιβλίο είχαν που να κέντριζε την επιθυμία μου να το αποκτήσω…

Τελευταίο ήταν «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» με τους Ντόριαν, Μπάζιλ, Χάρι, Σίλβια Βέϊν, να τριγυρίζουν τα πρωϊνά μου στη βεράντα όπου συνήθως κάθομαι το καλοκαίρι.

Dostoyevsky
Fyodor Dostoyevsky – 1821-1881

Τώρα το βιβλίο βρίσκεται εδώ, δίπλα μου. Το άρθρο στο μπλογκ του Ίνδικτου κεντρίζει την όρεξη να το ξαναπιάσω… Ο Ντοστογιέφσκυ! Θυμάμαι το «Έγκλημα και Τιμωρία«, τους «Αδελφούς Καραμαζώφ«, τον «Ηλίθιο«, το «Υπόγειο«, τον «Παίχτη» – όλα έργα μεγάλης πλοκής, ένα παλίμψηστο των ανθρώπινων μορφών με τραγική μοίρα, ωστόσο περιχαρακωμένοι στη καθημερινή τος αθλιότητα, έχοντας τη τόσο αποδεχθεί, που και να τους έλεγες ότι μπορούν ν’ αλλάξουν τα πράγματα – εκείνοι δεν θα άλλαζαν τη ζωή τους αν ήταν ν’ απαρνηθούν τα προσφιλή τους πρόσωπα και τις αγαπημένες τους συνήθειες…! Ένας κόσμος βγαλμένος από τα άδυτα της ανθρώπινης καταχνιάς… Εκεί που όποιον δεν ενδύθηκε το μανδύα του παίχτη (Alexei Ivanovich) των Καζίνο, του απόκληρου, του μέθυσου, της τοκογλύφου, του φονιά, του δυστυχή πένητα ή μηδενιστή πρίγκηπα των Δαιμονισμένων Νετσάγεφ καθώς και του γητευτή των γυναικών Σταβρόγκιν (Nikolai Vsevolodovich Stavrogin), τον αποκαλούν «Ηλίθιο», σαν τον πρίγκηπα Μίσκιν (Nikolayevich Myshkin) του ομώνυμου μυθιστορήματος.

Αυτόν τον κόσμο τον ενδεδυμένο λοιπόν με τα πάθη και τις δυσυχίες του δεν θέλουμε σήμερα να αποδεχθούμε. Τυλιγμένοι στο απατηλό μανδύα της φανταχτερής πλην όμως απατηλής πραγματικότητας, με τα τόσα ερεθίσματα να μας περιτριγυρίζουν, με τα θεάματα, τις βιτρίνες, τα δώρα, ξεχάσαμε πως η Ανθρώπινη Ψυχή δεν αλλάζει. Η δυστυχία μας φαίνεται κάτι μακρινό κρυμμένο στις ειδήσεις των εφημερίδων. Φόνοι, απάτες, φτώχια και δυστυχία στέκονται μακριά μας ξορκισμένα φαντάσματα.

Όμως ξεχνάμε πως αν αφήσουμε το δικό μας κουκούλι θα βρούμε πράγματι πως όλα αυτά δεν είναι και τόσο μακρινά. Δεν είναι κλεισμένα στις σελίδες των βιβλίων του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ, δεν είναι στις εφημερίδες, βρίσκονται εδώ δίπλα μας, κοντά μας, στον πλανήτη αυτό που ζουμε εν έτει 2011 και που τον λένε Γη.

Σχετικά: >> Περί δαιμονίων και άλλων τινών >> Gaetano Donizetti >> Είμαι η Κούβα >> Παπασωτηρίου
Πηγή Α΄εικόναςΠηγή Β΄εικόνας