Αρχείο ετικέτας France

Άρρωστο Πάθος

ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ 1871 – 1922 (51)

Ο Αδιάφορος

Ο Αδιάφορος έργο νεανικό γλαφυρό προανάκρουσμα του κατοπινού έργου ζωής, του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» (A la recherche du Temps Perdu». Έργο ζωής και ψυχής συνάμα, όπου εκεί ο Προυστ περιέγραψε τους ανθρώπινους χαρακτήρες (που τον ενδιέφεραν και δημιούργησε), σε όλη τη γκάμα της εσωτερικής και εξωτερικής καθημερινότητας τους: οι υψηλοί καλεσμένοι, τα κρυφά αισθήματα, οι περίτεχνες ενασχολήσεις, τα κοσμικά σαλόνια του Παρισιού – με επίκεντρο πάντα τις δαιδαλώδεις διακυμάνσεις των ερωτικών συναισθημάτων, την χαρά και την απελπισία – μαζί μ’ αυτή του λουλουδιού (ορχιδέας συνήθως) που καρφιτσώνεται στο ένδυμα το βράδυ, για να μαραθεί μόλις τα φώτα της γιορτής σβήσουν με τον αφηγητή πάντα παρόντα: ένα άγρυπνο μάτι, να παρακολουθεί τους αγαπημένους του.

Άρρωστο Πάθος: Ο ΑΔΙΑΦΟΡΟΣ (1896)
Ο Μαρσέλ Προυστ ολοκληρώνει δίνοντας προς δημοσίευση στη La Vie contemporaine et Revue parisienne Réunies τον «Αδιάφορο» το 1896, που μαζί με άλλα σύντομα διηγήματα αποτελούν το προάγγελμα για το μεγάλο έργο που θα έγραφε – το «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο»: εδώ συναντάμε τα πιο γνωστά θέματα αυτού του κατοπινού μεγάλου έργου του: τις κρίσεις άσθματος, τις κατλέγιες, την όπερα, – κυρίως όμως αυτό της βίωσης (cristallisation κατά τον Στεντάλ στο έργο του «Περί έρωτος») – του έρωτα που θα αναπτύξει διεξοδικότερα στο «Ένας έρωτας του Σουάν», καθώς και τις εξιστορήσεις των συναισθηματικών διακυμάνσεων του αφηγητή προς τη δούκισα ντε Γκερμάντ, και την Αλμπερτίν, στο 3ο και 4ο τόμο με τον γενικό υπότιλο (Σόδομα και Γόμορα).

L’ Indifférent – Marcel Proust

Εισαγωγή: Το έργο αυτό «ο Αδιάφορος»,  δεν έγινε γνωστό στο ευρύτερο κοινό παρά μόνον το 1978 που εξεδόθη από τον εκδ. οίκο Gallimard, καθώς τότε το ανακάλυψε στις εφήμερες σελίδες του παλιού περιοδικού, ο Philip Kolb μελετητής και επιμελητής της έκδοσης της αλληλογραφίας του Μαρσέλ Προυστ.

Μπορεί να υποθέσει ακόμη κανείς πως γράφτηκε το 1893 τότε που ο Προυστ δεν ήταν παρά μόνον 22 ετών. Είναι ένα σύντομο – στην μετέπειτα έκδοση του Γκαλιμάρ, μόλις 80 σελίδες), κομψής γραφής διήγημα, για τον απελπισμένο έρωτα της Μαντλέν ντε Γκουβρ προς τον Λεπρέ έναν μυστηριώδη ωραίο νεαρό «μ’ ένα πρόσωπο εποχής Λουδοβίκου 13ου, λεπτό και αριστοκρατικό», όπως η ίδια τον αναπολεί στη μοναξιά του σπιτιού της.

Υπόθεση: Η κ. Μαντλέν ντε Γκουβρ χήρα, είναι από τις πιο ωραίες, ευφυείς, κομψές γυναίκες των Παρισινών κοσμικών σαλονιών της εποχής αυτής του τέλους του 19ου αιώνα. Με δυο λόγια είναι μια περιζήτητη ύπαρξη. Στην αρχή δεν δίνει σημασία στον ήδη γνώριμο της Λεπρέ από κάποιες κοσμικές συναντήσεις. Όμως τη βραδυά της Όπερας τον προσέχει ιδιαίτερα, καθώς εκείνος δεν έρχεται να καθίσει μαζί της στο θεωρείο γιατί όπως λέει στη φίλη της «δεν έχει καθόλου χρόνο και πρέπει να αναχωρήσει».

Εξέλιξη: Ποτέ ο Λεπρέ δεν φαίνεται να έχει καθόλου χρόνο να της αφιερώσει, οι συναντήσεις τους ως καλεσμένοι σε δείπνα κοινών φίλων παραμένουν αραιές. Θέλοντας να μάθει κάτι που ίσως φώτιζε την αιτία της άρνησης εκ μέρους του των επίμονων προσκλήσεων της απευθύνεται σε κοινούς φίλους ρωτώντας για το άτομο του:
«Ο Λεπρέ είναι ένας γοητευτικός νέος, έχει όμως ένα βίτσιο: του αρέσουν οι χυδαίες γυναίκες. αυτές που μαζεύει κανείς από το βούρκο, και τις αγαπάει μέχρι τρέλας. Μερικές φορές μάλιστα περνάει τις νύχτες του στα προάστια ή στις περιφερειακές λεωφόρους ριψοκινδυνεύοντας να τον σκοτώσουν κι όχι μόνο τις αγαπάει σαν τρελός αλλά δεν αγαπάει παρά μονάχα αυτές. Παραμένει εντελώς αδιάφορος ακόμη και μπροστά στην πιο ελκυστική γυναίκα της καλής κοινωνίας, την πιο ιδανική κοπέλα. Δεν τις προσέχει καν. Οι απολαύσεις του, οι ενασχολήσεις του, η ζωή του γενικά είναι αλλού.» (Εδώ παρατηρούμε μια έντονη ομοιότητα με τη θεματική του Όσκαρ Ουάιλντ ειδικότερα στο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» – συγγραφεύς που μαζί με τον Ράσκιν, ήταν από τους προσφιλείς στον Προυστ).

Ανατροπή: Συντετριμένη από τις πληροφορίες αυτές, υπό το βάρος του συνεχώς αυξανόμενου έρωτα της προς αυτόν υποδαυλιζόμενος συνεχώς από τις επίμονες πάντα αρνήσεις του πως» δεν έχει καθόλου χρόνο», τελικά του εξομολογείται τον έρωτα της σε μία επιστολή και εκείνος της απαντά πως «θα αστειεύται», ελπίζοντας ωστόσο πως θα μπορούσε έστω να διατηρήσει μια φιλία μαζί του. Όμως κι αυτό θα απορριφθεί από εκείνον πάντα με τη γνωστή αιτία πρόφαση της έλλειψης του χρόνου πως «είναι πολύ απασχολημένος, δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να διαθέσει πάνω από μια μέρα το δεκαπενθήμερο».

Τέλος: Αυτό ήταν που κάνει την αυλαία μεταξύ τους να πέσει οριστικά: ακόμη και στη φιλία που εκείνη του προτείνει αυτός της απαντά «πως δεν έχει χρόνο». Το ίδιο τότε κάνει κι αυτή, γράφοντας του «τελικά ούτε κι εγώ έχω χρόνο. Ας αποχαιρετισθούμε λοιπόν εδώ, καλέ μου φίλε» σε μια προσπάθεια να σώσει την πληγωμένη της υπερηφάνεια.

Αν και σε πολύ νεαρή ηλικία 22 ετών, ο συγγραφεύς χειρίζεται με μεγάλη άνεση τον αργόστροφο κόσμο των εσωτερικών συναισθημάτων που σιωπηλά, επίμονα κινούνται στην εσώτερη ύπαρξη μας θέλοντας να βρουν έκφραση, διέξοδο και συνακόλουθα την ανταπόκριση τους. Όπως η Οντέτ ντε Κρεσύ στον «Χαμένο χρόνο» δεν ήταν ο τύπος του Σουάν, έτσι και στον «Αδιάφορο» τελικά ο Λεπρέ δεν ήταν ο τύπος της Μαντλέν ντε Γκουβρ.

«Το επόμενο βράδυ, στις οκτώ ανήγγειλαν στη Μαντλέν την άφιξη του κ. Λεπρέ. Κατευθύνθηκε στο σαλόνι. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, οι λάμπες δεν είχαν ανάψει ακόμη, κι εκείνος την περίμενε στο μπαλκόνι. Λίγο πιο πέρα μερικά σπίτια περιτριγυρισμένα από κήπους αναπαύονταν στο γλυκό βραδινό φως, απόμακρο, ανατολικό κι ευλαβικό, θαρρείς και ήταν η Ιερουσαλήμ. Το αραιό και απαλό σαν χάδι φως έδινε σε κάθε αντικείμενο μια εντελώς νέα αξία, σχεδόν συγκινητική. Μια φωτισμένη χειράμαξα στη μέση του σκοτεινού δρόμου προκαλούσε συγκίνηση, καθώς και λίγο πιο πέρα ο σκούρος, σχεδόν νυχτερινός κορμός μιας καστανιάς κάτω από τη φυλλωσιά της, έτσι όπως λουζόταν ακόμη στις αχτίνες. Στο τέρμα της λεωφόρου, η δύση έκλινε περίλαμπρα σαν αψίδα θριάμβου διακοσμημένη με χρυσάφια και ουράνιες πρασινάδες. Στο διπλανό παράθυρο κάποια κεφάλια διαβάζανε σκυμμένα με οικεία επιτήδευση. Πλησιάζοντας τον Λεπρέ, η Μαντλέν ένιωσε την κατευναστική γλυκύτητα απ’ όλα αυτά τα πράγματα να καταπραϋνει, να απαλύνει, να μισανοίγει την καρδιά της, και συγκρατήθηκε για να μην κλάψει. Εκείνος πάλι, πιο όμορφος απόψε και πιο γοητευτικός της έκανε διακριτικές φιλοφρονήσεις, κάτι που δεν είχε κάνει μέχρι τότε«.

Μετά από δύο χρόνια γιατρεμένη από το άρρωστο πάθος της θα παντρευτεί τον δούκα ντε Μορτάν με τον οποίο θα περάσει άλλα σαράντα χρόνια της ζωής της.

Εκδόσεις Πατάκη σειρά Πολύτιμοι Λίθοι 2015

Όσοι γνωρίζουν Γαλλικά ας ακούσουν την ανάγνωση του διηγήματος εδώ

Ούρσουλα Μιρουέ – Τα πάθη του χρήματος

Ούρσουλα Μιρουέ
Ursule Mirouet – Honore de Balzac 1842
Honoré de Balzac
Honoré de Balzac

Η Ούρσουλα Μιρουέ, μαζί με την Ευγενία Γκραντέ, αποτελούν δύο από τις πλέον εξέχουσες ηρωίδες του Μπαλζακικού έργου «Η Ανθρώπινη Κωμωδία». Έργα γραμμένα περί τα μέσα του 19ου αιώνα, προοιωνίζουν τη χειραφέτηση της γυναίκας ήδη από την εποχή ενός εξ ορισμού δύσκολου περιβάλλοντος όπως το επαρχιακό: Οι ηρωίδες αυτές θα έχουν να αντιπαλέψουν τα ανυπέρβλητα θα έλεγε κανείς εμπόδια, ενός εχθρικού περίγυρου.

Ούρσουλα Μιρουέ Πρώτη δημοσίευση στον «Αγγελιοφόρο» το 1841, εκδόθηκε σε βιβλίο το 1842, στη σειρά «Μελέτες Ηθών» μέρος της επί μέρους σειράς «Σκηνές της επαρχιακής ζωής» (Scènes de la vie de province), της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» (la Comédie humaine).

ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η Ούρσουλα Μιρουέ, είναι κόρη ορφανή, υπό την προστασία και ανατροφή του κηδεμόνα της γιατρού Μινορέ που διαμένει στη Νεμούρ έχοντας αφήσει πλέον το Παρίσι. Ο καλός γιατρός άλλο δεν θέλει παρά την ευτυχία της μαθήτριας πια Ούρσουλας, προσφέροντας της ανέσεις αλλά και μόρφωση υψηλής ποιότητας.

Η Ούρσουλα περιβάλλεται από τη στοργή ενός παπά, του ηλικιωμένου γιατρού, καθώς και από μια αφοσιωμένη υπηρέτρια. Μετά το θάνατο του ο γιατρός τη χρήζει κληρονόμο του. Όμως τη περιουσία του εποφθαλμιούν συγγενείς καθόλου ευνοϊκοί προς αυτήν. Όταν ο γιατρός πεθαίνει ενόσο αυτή είναι είκοσι ετών, οι συγγενείς θέτουν τότε αυτήν ως στόχο, για να αρπάξουν ό,τι μπορέσουν από την περιουσία του.

Επίδοξοι κληρονόμοι με λίγη ή πολλή συνάφεια, είναι πολλοί στην πόλη . Καθώς φοβούνται ότι δεν θα έχουν κανένα μερίδιο εξ αιτίας της, προσπαθούν με μανία να αποδείξουν πως εκείνη είναι το ίδιο μ’ αυτούς:  άπληστοι συμφεροντολόγοι. Ενώνονται εναντίον της χρησιμοποιώντας σκοτεινές μεθοδεύσεις, επικαλούμενοι το γεγονός πως αυτή έπεισε το γιατρό να πάει στην εκκλησία ενώ αυτός ήταν ακόμη άθεος.

Η ανησυχία τους μεγαλώνει καθώς οι σχέσεις του γιατρού με τον παπά γίνονται όλο και στενότερες. Η σατανικότητα ενός εξ αυτών, του Μινορέ Λεβρό, τον κάνει να κλέψει τίτλους περιουσιακών ιδιοκτησιών που είχαν περιέλθει στην Ούρσουλα από τον γιατρό για την εξασφάλιση του μέλλοντος της, με τις αποδόσεις των ενοικίων τους.

Οδηγημένη στη φτώχεια και υποκείμενη στις διώξεις και στις ανομίες του ενόχου καθώς και των υπολοίπων αδίστακτων συγγενών, η Ούρσουλα βρίσκεται σε μεγάλη απελπισία, τόση που να απειλεί την υγεία της και να προοιωνίζει το θάνατο της. Την απειλούν συνεχώς με ανώνυμες επιστολές, συκοφαντίες, εκβιασμούς.

Η Ούρσουλα Μιρουέ στο σαλόνι του σπιτιού της Χαρακτικό έργο: Édouard Toudouze

Όμως η αθωότητα δεν θ’ αργήσει να θριαμβεύσει. Υποστηριζόμενη από τον έρωτα του Σαβινιέν ντε Πορτεντυέρ και άλλους φίλους του γιατρού, υπόκειται στις εμπειρίες ενός εχθρικού περιβάλλοντος τόσο έντονες που να την κάνουν να διακατέχεται ακόμη κι από ενοράσεις, που οδηγούν σε μυστηριώδεις αποκαλύψεις. Στο τέλος, η Ούρσουλα θα αποδειχθεί αθώα και θα κερδίσει την ευτυχία που αξίζει. Παντρεύεται τον Σαβινιέν ντε Πορτεντυέρ που έχει πια μια τιμητική θέση στο Ναυτικό – χάρη στο θείο του Κόμη ντε Κεργκαρουέ.

Περισσότερα για την Μπαλζακική ηρωίδα Ούρσουλα Μιρουέ αντιμέτωπη με τους εχθρικούς επίδοξους κληρονόμους – περισσότερα για Μπαλζάκ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ Σ’αυτό το ιδιαίτερα Μπαλζακικό έργο, παρατηρούμε την αθωότητα και την επιδεξιότητα της Ούρσουλα Μιρουέ καθώς καταδιώκεται από τους βάναυσους συγγενείς του κηδεμόνα της γιατρού Μινορέ, αλλά και το γεγονός πως ο Balzac, βρίσκει πρόσφορο το έδαφος, (επαρχιωτισμός, απληστία) για να επεκταθεί στα υπερφυσικά φαινόμενα, το μυστικισμό, τη μετάδοση της σκέψης – ψυχικά φαινόμενα που τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ψάχνει επίσης να πείσει τον άπιστο προς το υπερφυσικό αναγνώστη, αποδεικτικά στοιχεία με τη στήριξη εξηγήσεων και μαρτυριών αναφερόμενες στις θεωρίες του Αλέξη Ντιντιέ (περίφημου μέντιουμ), καθώς και του Φραντς Αντόν Μεσμέρ. Δείχνει επίσης πως ο γιατρός Μινορέ ένας άθεος αγγίζεται από τη Χάρη αποκτώντας Πίστη –  ήδη θέμα του γιατρού Ντεπλέν, στο έργο «Η Λειτουργία του Άθεου» («Χρονικά του Παρισιού», Chronique de Paris, 1836).

Προσαρμογή από Wikiwand.com – Εικονογράφηση Εντουάρ Τουντούζ (Édouard Toudouze).

Ζωγραφος της πολης του φωτος

Edouard Cortès (1882 – 1969)

E.CortesPortraitCapture
Edouard Cortès

Ο Edouard Cortès γεννήθηκε στο Lagny Γαλλίας τον Απρίλιο 26, 1882, την εποχή που το Παρίσι εθεωρείτο το κέντρο της παγκόσμιας τέχνης. Καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο έφθαναν εκεί για να μελετήσουν τους μεγάλους ζωγράφους και να αποτυπώσουν στον καμβά τους τα ωραία τοπία της Γαλλίας, τις πόλεις και τα αξιοθέατα του Παρισιού καθώς είχε ονομασθεί η Πόλη του Φωτός και η ζήτηση για έργα τέχνης ήταν μεγάλη.

Ο Cortès μεταξύ άλλων ζωγράφων όπως οι Antoine Blanchard, Eugene Galien-Laloue, Luigi Loir, Jean Beraud, ανταποκρίθηκαν σ’ αυτή τη ζήτηση: έχοντας στρέψει το ενδιαφέρον τους στις απεικονίσεις σκηνών των δρόμων με αποτέλεσμα μια ευρεία γκάμα έργων με σκηνές από την πόλη που συνεχίστηκε ως τον 20ο αιώνα.

E.Cortes2Capture
Παρίσι – oδός Soufflot: Πλατεία Λουξεμβούργου με το Πάνθεον

Ο Edouard ήταν γιος του ζωγράφου Antonio Cortès της Ισπανικής Αυλής που υπήρξε κι αυτός γιος του λαϊκού ζωγράφου Andre Cortès.
Ο Antonio γεννήθηκε στη Σεβίλη το 1827 και ζωγράφισε επίσης αγροτικά θέματα. Το 1855 πηγαίνει στο Παρίσι στην Παγκόσμια Έκθεση κι απο ‘κει βρίσκεται στη πόλη Lagny-sur-Mame, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί συνέχισε να ζωγραφίζει. Είχε τρία παιδιά τους Edouard, Henri Jeanne που είχαν όλα ταλέντο με τον Edouard να έχει τα σκήπτρα με το πάθος που τον διέκρινε.
Ο Antonio άρχισε να τον διδάσκει από νεαρή ηλικία που φοιτούσε σε ένα ιδιωτικό εκπαιδευτήριο ως τα 13 του χρόνια. Από ‘κει και μετά αφοσιώθηκε στη ζωγραφική μελετώντας με τον πατέρα και τον αδελφό του. Το 1899 σε ηλικία 16 ετών εξέθεσε την πρώτη του δουλειά στην εταιρεία Γάλλων Καλλιτεχνών με τίτλο Η Εργασία. Τα έργα έτυχαν ευνοϊκών κριτικών και υποδοχής από το κοινό βοηθώντας έτσι να καθιερώσει μια καλή φήμη στο Παρίσι.

E.CortesCapture
Παρίσι – Αποβάθρα Λούβρου

Ήταν η εποχή της αλλαγής του αιώνα το 1900 που αρχίζει να ζωγραφίζει τα έργα που θα εμπέδωναν τη φήμη του: σκηνές από τους δρόμους και τα μνημεία του Παρισιού. Ένας από τους διασημότερους καλλιτέχνες της εποχής του ο Cortes βρήκε το καταφύγιο του και εκεί παρέμεινε. Οι απόψεις του Παρισιού είναι από τα πλέον εκφραστικότερες και όμορφες εικόνες αυτού του είδους: ένα πλήθος εικόνων όλων των εποχών για περισσότερα από 60 χρόνια.

Edouard Cortes
Edouard Cortes – Paris, Place de la République

Ο Edouard Cortès παντρεύτηκε τη Ferdinande Joyeuse το 1914 και έκαναν μια κόρη τη Jacqueline Simone το 1916. Η Fernande πέθανε το 1918 και λίγο μετά ο Edouard νυμφεύθηκε την κουνιάδα του Lucienne Joyeuse. Εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι και εκεί συνέχισε τοπία του Παρισιού. Στα μέσα του ’20 επέστρεψε στο Lagny (Νορμανδία) κι άρχισε να ζωγραφίζει σκηνές της ζωής στην εξοχή συμπεριλαμβάνοντας τοπία, σκηνές εσωτερικών χώρων, νεκρές φύσεις. Ήταν ενεργό μέλος της Ένωσης Καλών Τεχνών στο Lagny και πρώτος πρόεδρος της Ένωσης. Η πρώτη έκθεση έγινε το 1927 και ο συνέχισε να εκθέτει εκεί ως το τέλος του 1930.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου έλαβε πολλά βραβεία, που δυνάμωσαν τη φήμη και τον έκαναν διάσημο καθώς εξέθετε έργα του σε αίθουσες Τέχνης του Παρισιού συμπεριλαμβανόμενου του Φθινοπωρινού Σαλονιού, του Χειμερινού, του Εθνικής Εταιρείας Αγροκαλλιέργειας και του Σαλονιού των Ανεξαρτήτων.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο Κορτές κατέφυγε με την οικογένεια του στη Cornelles-le-Royal στη Νορμανδία προσπαθώντας να αποφύγει τη σκληρή πραγματικότητα του πολέμου. Στις αρχές του 1950 επέστρεψε στο Λανύ όπου και έζησε ως το τέλος της ζωής του.
Ο A.P. Larde κάνει την κάτωθι παρατήρηση για τον Κορτές στο βιβλίο του για τον Antoine Blanchard – άλλος μεγάλος ζωγράφος με ανάλογη θεματική:

«Ιδιαιτέρως ήταν ο ζωγράφος του Παρισιού των ετών ’20. Κατάφερνε να ζωγραφίζει ωραίες σκηνές μέσα σ’ ένα γοητευτικό φωτισμό συνάμα αληθινό.
Με τα πινέλα του ήταν μια φιγούρα αστραποβολούσα σε κάθε γωνιά που επέλεγε να ζωγραφίσει, ανακατώνοντας τα χρώματα με μια ευαισθησία  που γοητεύει και συγκινεί. Με απλά μέσα κατάφερνε να δημιουργήσει ακαταμάχητα αποτελέσματα. Ποτέ οι λεπτομέρειες δεν είναι υπερβολικές. Η επιδεξιότητα του βρίσκεται κυρίως στη χρήση των χρωμάτων του ήλιου ή της βροχής καθώς αντανακλώνται στους λιθόκτιστους δρόμους.
Μ’ αυτά όλα, αναδείχθηκε σαν αναγνωρισμένο ταλέντο στη Γαλλία και σ’ όλο τον κόσμο. Δεν εκπλήσσει πως τα έργα του όλο και πιο αξιόλογα κάθε μέρα, εκτιμώνται τόσο πολύ από τους συλλέκτες«.

Οι ωραίες αναπαραστάσεις σκηνών του Παρισιού από τον Edouard Cortès ήταν πάντα σε ζήτηση και εκείνος εξακολούθησε να τις ζωγραφίζει ως το θάνατο του, το 1969.

Αρχική Πηγή: rehs.com