Αρχείο ετικέτας island

Ταξίδι στην Κέα

Κέα Ιουλίδα πρωτεύουσ
Κέα (πρωτεύουσα Ιουλίδα)

Η Κέα με σχήμα σταγόνας, στέκεται αγέρωχη μπροστά στο μεγάλο θαλάσσιο ρεύμα του Κάβο – Ντόρο και θεωρείται η φυσική γέφυρα επικοινωνίας της Στερεάς Ελλάδας με τις Κυκλάδες, οριοθετώντας παράλληλα το Αρχιπέλαγος από το Νότιο Ευβοϊκό κόλπο. Με περίμετρο περίπου 85 χιλιόμετρα και συνολική επιφάνεια 131 τετραγωνικά χιλιόμετρα, η Κέα είναι από τα μεγαλύτερα Κυκλαδονήσια και το δυτικότερο των Κυκλάδων καθώς και το πιο κοντινό στην Αττική.

Κέα Λιμάνι
Κέα Λιμάνι

Το λιμάνι της, απέχει μόλις 40 μίλια από τον Πειραιά και 16 μίλια από το Λαύριο. Το νησί είναι ορεινό με μέσο υψόμετρο (285μ) και με ψηλότερη κορυφή τον προφήτη Ηλία (568μ) και ανάμεσα στις βουνοσειρές σχηματίζονται στενές κοιλάδες. Οι ακτές σχηματίζουν μικρούς όρμους και ακρωτήρια σπήλαια θαλάσσια, κατά το ήμισυ ή εξολοκλήρου κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, Ο μεγάλος κόλπος του Αγίου Νικολάου, ένα από τα μεγαλύτερα φυσικά λιμάνια της Μεσογείου, βρίσκεται στα βορειοδυτικά ενώ λίγο πιο ανατολικά βρίσκεται ο κόλπος του Οτζιά που είναι ανοιχτός στο βοριά.

Στα νοτιοδυτικά όπου τα βουνά καταλήγουν ομαλότερα στη θάλασσα, διαγράφεται ο κόλπος Κούνδουρος. Οι όρμοι Πόλες και Σπαθί στα Ανατολικά και Ποίσσες στα δυτικά είναι μικρότεροι.

Από kalofagadon.gr

Το σύνδρομο Καζαντζίδη

Τα τραγούδια που έγραψε και τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης είναι πάρα πολλά. Τα περισσότερα με ωραίους στίχους και μουσική αλλά όλα τραγουδισμένα με το το ταλέντο μιας μεγάλης πηγαίας φωνής. Αναβιώνοντας ένα παρελθόν μέσα από αυτές τις μνήμες που τα πάντα μοιάζουν να κινούνται γύρω του: ακόμη κι αυτή η τυπωμένη επιγραφή στη χαρτοπετσέτα του πολύ μοντέρνου καφέ: «οπισθοδρομικές σπεσιαλιτέ…»

kazantzidisCapture
Στέλιος Καζαντζίδης 1931 – 2001

Με όλη αυτή τη μόδα των ουζερί, των μεζέδων, του ούζου, του τσίπουρου… με όλα αυτά τα κέντρα σε στιλ παλιό στέκι… τα μπαράκια με ζωντανή μουσική όπου παίζουν δυο τρία άτομα… τα μεζεδοπωλεία αλλιώς τσιπουράδικα… τα ρακόμελα… τη ρετσίνα που αναβιώνει σαν από παλιά ταβέρνα της Πλάκας… Απ’ όλα αυτά σ’ όλη την Ελλάδα του τουρισμού, στα νησιά, στις ψαροταβέρνες και τις χασαποταβέρνες δεν θα μπορούσε να λείπει ο Στέλιος Καζαντζίδης.

Με τη γνήσια λαϊκή φωνή, τα τραγούδια όλο αίσθημα και πάθος με το αιώνιο παράπονο του έφηβου που δεν είδε τα όνειρα του να πραγματοποιούνται… του μετανάστη – αλήθεια πόσο επίκαιρο σήμερα με την εγκατάλειψη προς τα ξένα τόσων και τόσων νέων… που έδωσε τα καλύτερα του χρόνια στις ξένες φάμπρικες αλλά και στις ξένες πολυεθνικές σήμερα… γίνεται ένας τραγουδιστής σύμβολο της προδοσίας:

Η προδοσία στον έρωτα, στη φιλία, στην πολιτική εσχάτως και πολύ καίρια… ανάγεται σε σύμβολο και σήμα κατατεθέν μιας πατρίδας που προδίδει τα παιδιά της καθώς την προδίδουν οι πατέρες της! Πέρα από αυτά τα αρκετά πεσιμιστικά κι απαισιόδοξα ο καιρός κυλά με όλα τα μοντέρνα να κυριαρχούν πλάι στο παλιό φάντασμα της προδοσίας – έτσι που αυτή να μοιάζει ένα σκιάχτρο που στέκεται πάνω από όλα και δείχνει προς τα παλιά ορόσημα:

Του τέλους του εμφυλίου, της βασιλείας του παρακράτους υπό τις εντολές ενός υποδόριου κράτους έτσι όπως ανδρώθηκαν και γιγαντώθηκαν όλα τα χρόνια που υφαινόταν ο ιστός μιας σαθρής ανάπτυξης – το περισσότερο με δάνεια που αλλού να βρίσκονταν τα χρήματα… Έτσι που το σήμερα στο σήμερα να μη μοιάζει – έτσι που όλα είναι ακουμπισμένα στα παλιά θαρρείς για να μπορούν να υπάρχουν όπως ο κισσός που τυλίγεται τον κορμό του πεύκου για να αναπτυχθεί.

Και το ερώτημα πόσο αλήθεια είναι σαθρό ένα τέτοιο παρόν; Που δεν αφήνει τίποτε καινούργιο να υπάρξει αφ’ εαυτού και αναπαράγει ένα άλλο παρελθόν που μοιάζει αρκετά αφύσικο έτσι όπως προβάλλεται  στις γυαλιστερές προσόψεις των ακριβών καταστημάτων, των κτιρίων από κρύσταλλο και ατσάλι, των επώνυμων αρωμάτων της σαγήνης και της παραπλάνησης των αισθήσεων.

Στο μεταξύ η Ελλάδα προχωράει με στήριγμα όλα όσα έχουν σβήσει και τα ‘χει καταπιεί ο καιρός στα έγκατα του χωρίς να μπορεί να βρει το καινούργιο πρόσωπο της: ένα αμάλγαμα μονάχα φωνών απ’ το παρελθόν στον υπόκωφο κρότο της νύχτας καθώς πέφτει πάνω από τα κουρασμένα βήματα της…

Ως πότε κανείς μπορεί ν’ αντέξει χωρίς τη φρέσκια πνοή του καινούργιου; χωρίς τα νέα ιδανικά και οράματα; χωρίς μια νέα ταυτότητα που να αντικαταστήσει την ένδοξη γνωστή αλλά ξεθωριασμένη από το χρόνο και τα πάθη του, μέσα στο παλιό συρτάρι των αναμνήσεων…

Αλλάζουμε το χρώμα της σελίδας

Αλλάζουμε το χρώμα της σελίδας – κι οι σελίδες είναι πολλές

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αξιοποιήσεις την πολιτιστική και κοινωνική κληρονομιά. Ο καλύτερος θα ήταν να την ενσωματώσεις στο σημερινό γίγνεσθαι. Να διατηρήσεις τα καλά, και τα κακά να τα απομονώσεις σ’ ένα χώρο – Μουσείο, όπου οι νεώτερες γενιές θα μπορούν να δουν από ένα μικρό παράθυρο το παρελθόν. Από το παρόν θα παίρνουν μαθήματα πως ό,τι και να ‘χει περάσει ένας τόπος, η ζωή συνεχίζεται με το χαμόγελο, πως κάποια πράγματα πάντα μπορούν να κερδηθούν αξιοποιούμενα. Και όπως τονίζει ο ιστορικός Φίλιππος Ηλιού: Στα δικαιώματα του πολίτη θα έπρεπε να ανήκει και το δικαίωμα να γνωρίζει την ιστορία του.

yaros
Τόπος εξορίας – Γυάρος

Γυάρος, Μακρόνησος, Ανάφη, Λέρος, Σπιναλόγγα: Αυτά τα μέρη πρέπει να αξιοποιηθούν ενσωματώνοντας εικόνες – σαν μέσα από παλιό ντοκυμαντέρ, στο σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι. Εικόνες από κατηγορίες ονομασιών που αν τις έφερες κατέληγες απομονωμένος, φυλακισμένος πίσω από τα σίδερα. Σίδερα των φυλακών των ξερονήσων της Γυάρου, της Μακρονήσου, του Άη-Στράτη. Των ψυχιατρείων της Λέρου, των απομονωτηρίων της Σπιναλόγγας. Εικόνες – σκιάχτρα, από ονόματα τόπων που συνδέθηκαν με κοινωνικούς αποκλεισμούς, εκτοπίσεις – ανθρώπων που ξεχώριζαν από ένα στίγμα που δίκαια ή άδικα τους έβαζε το κράτος ή και η υπόλοιπη κοινωνία δήθεν για να «προστατευθούν».

insta2Capture
Ζωγραφική – Γιάννης  Νάνος

Την περίοδο 1935 – 1942 σε περισσότερα από 40  απομακρυσμένα νησάκια του Αιγαίου εκτοπίστηκαν Έλληνες αντιφρονούντες.

Η Μεταξική δικτατορία αρχικά έστελνε τους αντιπάλους της σε μακρινούς τόπους εξορίας σε μακρινά νησιά του Αιγαίου.  ΟΙ συνθήκες ήταν άθλιες – ακόμη ως το 1966, σε ότι αφορά την Ανάφη, όπως δηλώνει η επισκέπτρια το 1966, καθηγήτρια σήμερα Margaret Kenna, – έχοντας ασχοληθεί με την Ανάφη στο βιβλίο που έγραψε «Η κοινωνική οργάνωση της εξορίας» (Αθήνα, 2004). «Δεν υπήρχε πόσιμο νερό, δρόμοι, προβλήτα, αποχετευτικό δίκτυο«.

Σε ένα μαγευτικό περιβάλλον οι ψυχές των έγκλειστων αισθάνονταν περισσότερο την αίσθηση της οδυνηρής κατάστασης τους; Εκεί που κελαηδούσαν ελεύθερα τα πουλιά, τα κύματα τραγούδαγαν το αιώνιο παιχνιδιάρικο τραγούδι τους με τον άνεμο, η γη πρασίνιζε από τα ανθισμένα την άνοιξη χαμομήλια, οι μυρωδιές της ρίγανης, της μολόχας, του θυμαριού σκόρπιζαν στον αέρα τις μυρωδιές τους; Τα σύννερα αργοταξίδευαν στο γαλάζιο που όμοιο του δεν υπήρχε σε παλέτα ζωγράφου;

Ναι, ένας τόπος εξορίας μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης σε ότι αφορά τους πολιτικούς εξορίστους (εκτοπισμένους) φυσικά. Υγιείς σωματικά και διανοητικά μπορούσαν στις ώρες τις ατέλειωτες να βρουν μονοπάτια διεξόδου με τη ζωγραφική, το γράψιμο, την διοργάνωση κάποιων εκδηλώσεων στο νησί (όπως η πολιτιστική λέσχη κρατουμένων Ανάφης). Περισσότερα για τις δραστηριότητες αυτές στο Μουσείο Δημοκρατίας Άη-Στράτη.

Ως προς την ξεχωριστή κοινωνία των λεπρών στη Σπιναλόγγα, οι διασκεδάσεις ήταν μέσα στο πρόγραμμα τους: «Κάθε βράδυ από απέναντι ακούγαμε τα τραγούδια, τις φωνές, τα γέλια από το απέναντι νησάκι της Σπιναλόγγας» μας λέει μια κάτοικος της Ελούντας στο βιβλίο της Βικτώρια Χίθλοπ το νησί. Ως προς την κοινωνία των εξορίστων, ο Γιάννης Ρίτσος ζωγράφιζε τις γκρίζες λειαμένες από τα κύματα πέτρες – φιγούρες με χρώματα που εκρήγνυνταν από τις ακτίνες ενός καυτερού ήλιου, χαρτιά που γέμιζαν με ποιητικές συνθέσεις στο «Μέρες Εξορίας».

Μόνο οι τρελοί δεν είχαν φωνή παρά μόνο για ένα τσιγάρο και για βογγητά από τις «περιποιήσεις» των νοσοκόμων. καθώς πλησίαζες στο προαύλιο του κολαστηρίου της Λέρου, στα κάγκελα γαντζωμένος πάντα κάποιος που θα σου ‘λεγε «Ένα τσιγάρο, δώσε μου…».  Σήμερα εγκαταλελειμένα κτίρια, σπασμένα τζάμια, ξεχαρβαλωμένα κρεβάτια σ’ έναν χώρο που στο άκουσμα του σφίγγεται με οδύνη η ψυχή σου – Ψυχιατρείο της Λέρου. Σε αντίστοιχο ντοκυμαντέρ καταδείχθηκαν ακόμη αυτοί οι άθλιοι χώροι.

Γυάρος, Μακρόνησος, Ανάφη, Λέρος, Σπιναλόγγα εκεί όπου μαρτύρησαν εκατοντάδες ψυχές. Ποιοί σώθηκαν αλώβητοι; Αυτό μόνο το οικογενειακό περιβάλλον καθενός το γνωρίζει, οι μαρτυρίες των φίλων ή των μελετητών. Ωστόσο τα μέρη αυτά παραμένουν τυλιγμένα στη σιωπή των επτασφράγιστων μυστικών τους πάντα τόσο όμορφα αντιστρόφως ανάλογα με τις ιστορίες ανθρώπων που τα κατοίκησαν.

intstaCapture
Ζωγραφική Γιάννης Νάνος  – Ύδρα

Τα χρόνια πέρασαν, οι συνθήκες άλλαξαν. Γιατί να μην αλλάξουν κι αυτά τα μέρη; Ότι πρέπει να αξιοποιηθούν από το κράτος είναι αδιαμφισβήτητο. Σήμερα που πωλείται η Ελλάς, γιατί δεν τα δίνουν προς πώληση με τη συνακόλουθη αξιοποίηση τους; Αυτοί οι χώροι αντί να ρημάζουν ακατοίκητοι και έρημοι – ορόσημα οργής και πόνου για τους ντόπιους κατοίκους τους, απέραντης θλίψης για τους υπόλοιπους που δεν έχουν διάθεση ή δεν υπάρχουν επαρκή ερείσματα για να τα επισκεφθούν θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν τουριστικά. Εξαίρεση η Σπιναλόγγα στην Κρήτη, που τουρίστες περνάνε απέναντι, με το καϊκι από τα Μάλλια, να «θαυμάσουν» τα σπιτάκια, τους δρόμους του ερημωμένου οικισμού.

Αλλάζουμε σελίδα φαίνεται από τον πολιτισμό – Θα έφερναν ανάπτυξη, θέσεις εργασίας: Τα παλιά οικήματα θα γκρεμίζονταν – τίποτε δεν θα θύμιζε ένα οδυνηρό παρελθόν και οι κάτοικοι απαλλαγμένοι από «το φάντασμα της ελευθερίας» – μιας αλυσσοδεμένης ελευθερίας, θα μπορούσαν με περηφάνεια να λένε: εδώ κάποτε ήταν οι φυλακές, εδώ ήταν το παλιό ψυχιατρείο, εδώ κάποτε ήταν τα σπιτάκια των λεπρών – δείχνοντας ένα συντηρημένο μικρό κομμάτι των εγκαταστάσεων όπου σήμερα θα πίνεις έναν καφέ, θα δοκιμάζεις μια τοπική σπεσιαλιτέ. Στο σιδερένιο τραπεζάκι θα σε περιμένει ένα ποτήρι νερό να ξεδιψάσεις κι ένα γλυκό νεραντζάκι να γευτείς.

Το αν η Ελλάδα γύρισε σελίδα, πρώτα πρώτα αυτό πρέπει να φανεί από τον Πολιτισμό. Η τουριστική αξιοποίηση των τόπων εξορίας πρέπει να υλοποιηθεί. Θα δώσει ανάσα ζωής και όχι ερήμωσης στους μαρτυρικούς αυτούς τόπους.

Η Τριλογια της Αποξενωσης

H Περιπέτεια L’ Avventura «Αυτό το έργο για μένα ήταν η μεγαλύτερη εμπειρία που είχα ποτέ παρακολουθώντας ταινίες» – Martin Scorsese

Ο Michelangelo Antonioni (1912 – 2007) με τα έργα Η Περιπέτεια (L’ Avventura), Η Νύχτα (La Notte), η Έκλειψη (L’ Eclisse), δημιουργεί την τριλογία του που θα μπορούσε να ονομασθεί Η Τριλογία της Αποξένωσης. Αρχή γίνεται με την ταινία Η Περιπέτεια 1960, ακολουθεί Η Νύχτα 1961 και τέλος, Η Έκλειψη 1962 – χωρίς να σημαίνει πως και όλες οι επόμενες ταινίες του με την Κόκκινη Έρημο (Deserto Rosso) επικεφαλής, δεν κινούνται με την ίδια θεματική διάθεση.

1. Η Περιπέτεια (L’ Avventura)

L'AvventuraCapture
Η Περιπέτεια – Monica Vitti Gabriele Ferzetti 1960

Υπόθεση: Σε ένα απομονωμένο ερημικό νησί της Μεσογείου αγνοείται η Άννα (Lea Massari) την οποία αναζητούν ο φίλος της Σάντρο (Gabriele Ferzetti) και η φίλη της Κλαούντια (Monica Vitti), χωρίς αποτέλεσμα όμως καθώς γυρνούν άπραγοι απ’ το νησί, πίσω στο κότερο των πλουσίων φίλων τους χωρίς εκείνη.

Στο διάστημα αυτό δημιουργείται ένας έντονος ερωτικός δεσμός μεταξύ τους που αγνοεί τον δεσμό εκείνου με την εξαφανισμένη Άννα και τη φιλία της Κλαούντια μαζί της.

Ανάλυση: Δεν πρόκειται για μια ιστορία μυστηρίου όπως θα περίμενε κανείς ούτε για μια ακόμη ιστορία ερωτικού τριγώνου. Πρόκειται για μια μελέτη του σκηνοθέτη πάνω στην αποξένωση σ’ έναν bourgeois περίγυρο που βρίσκεται σε αντίθεση με το Σικελικό τοπίο του Νότου όπου κορυφώνεται η πλοκή με την ανατροπή της εξαφάνισης της Άννας.

Με μέσα πρωτοποριακά για την εποχή – που ο ίδιος ο σκηνοθέτης καθιέρωσε όπως: τα αργά πλάνα, η μαυρόασπρη με φωτοσκιάσεις φωτογραφία, το άδειο τοπίο, οι άδειοι δρόμοι, το ερημικό νησί – όλα αυτά υποβάλλουν το θεατή να νοιώσει το συναίσθημα της αποξένωσης που οδηγεί στην απομόνωση του ατόμου – όσο κι αν αυτό έχει ισχυρούς οιουδήποτε τύπου δεσμούς. Στη ταινία ούτε ο δεσμός με την εξαφανισθείσα Άννα, ούτε η ανεμελιά των διακοπών πάνω σ’ ένα πολυτελές γιοτ μπορούν να γλυτώσουν τους ήρωες από την πλήξη και την αποξένωση τελικά.


L'Avventura (1960) on IMDb

Η ποίηση είναι παρούσα στις εικόνες. Χέρια που ψηλαφίζουν τα αντικείμενα, το γυαλισμένο σαν με λάκα ξύλο ενός κορμού, τη λεία επιφάνεια του βράχου – λεπτομέρειες που πάνω τους στέκεται ο κινηματογραφικός φακός εστιάζοντας ώρα στην παρουσία τους.

Το τέλος φθάνει σαν να πρόκειται για τυφλούς που ψάχνουν να βρουν το δρόμο τους, καθώς η ηρωίδα της ταινίας βαδίζει μέσα στο σιωπηλό, αφιλόξενο τοπίο της σικελικής πόλης, χωρίς αίσθηση – αδιάφορη γι’ αυτούς που την κοιτάζουν, τον κρότο των βημάτων της ακούγοντας μόνο: η Περιπέτεια έχει τελείωσε πια.

2. Η Νύχτα (La Notte)

Το έργο ακολουθεί τα πρότυπα του νεο-ρεαλισμού τολμώντας να απογυμνώσει τις συζυγικές σχέσεις από τον κυριώτερο μανδύα αυτόν της ερωτικής πίστης. Πρόκειται για μια ιδιότυπη σχέση δύο ανθρώπων που ενώ αγαπιούνται πιάνουν τους εαυτούς τους να μη μπορούν να αντισταθούν στην απιστία. Αυτοί οι λόγοι ερευνώνται στην ταινία που απέσπασε τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας το 1961. Μαζί με τους πρωταγωνιστές M. Mastroianni, Jeanne Moreau, εμφανίζεται και η μούσα του Antonioni, Monica Vitti, στο ρόλο του τρίτου προσώπου στο ιψενικό αυτό τρίγωνο. περισσότερα