Αρχείο ετικέτας Literature

Arno Schmidt – Κατανόηση του Ακατανόητου

Arno Schmidt – Από τη ζωή ενός φαύνου

To ακατανόητο να αναλυθεί σε μεμονωμένα κατανοητότερα. Η φράση αυτή, με την οποία τελειώνει το πρώτο μέρος του έργου —«Από τη ζωή ενός Φαύνου» θα μπορούσε να συνοδεύει όλο το έργο του Schmidt

Από τη ζωή ενός φαύνου – Α΄έκδοση 1953

Και βέβαια κανείς δεν μπορεί να θυμώσει με τον Νοτιοευρωπαίο αναγνώστη, όταν ισχυρισθεί πως αυτή η προειδοποίηση είναι ήδη αρκετή, για ν’ αφήσει το βιβλίο ανέγγιχτο στο ράφι του βιβλιοπώλη. Η λογοτεχνία που μας προσελκύει δίχως κόπο, είναι αυτή που κάνει χρήση του ακατανόητου ως δεδομένου, ως στοιχείου της πλοκής, ως στοιχείου ενός μύθου και μας παρασύρει αβίαστα στη δίνη της ανάγνωσης, απαλάσσοντας μας από τον κόπο της επίπονης «περί και ένδον» σκόπησης.
Άλλοι πάλι αντιτείνουν πως η ανάλυση της πραγματικότητας δεν είναι αντικείμενο του έντεχνου ψυχαγωγικού λόγου αλλά της επιστημονικής ανάλυσης.

Η διαφωνία όμως ενός τμήματος της σύγχρονης λογοτεχνίας θα διατηρήσει για ορισμένους ευήκοους την πειστικότητα της. Εαν σαφώς η Εγελιανή θέση του Adorno ότι είναι αδύνατη μια ζωή ορθή μέσα στο ψεύδος είναι επίκαιρη κι αν αποδεχτούμε ότι ο 20ος Αιώνας μας εισήγαγε σε μιαν εποχή όπου δεσπόζει η δυνατότητα της τεχνικής αναπαραγωγής του έργου τέχνης απογυμνώνοντας το έτσι από την αύρα του δηλαδή την υπερβατικότητα του, τότε οι απαντήσεις παύουν να είναι αυτονόητες.

Arno Schmidt Foundation – Bargfeld – Photo Προέλευση: en Wikipedia

Arno Schmidt Foundation
Ίδρυμα Arno Schmidt

Δεν χωρεί αμφισβήτηση: η συμβατική λογοτεχνία ξεπερνά τέτοιου είδους προβληματσμούς με το ατσάλινο επιχείρημα της επιτυχίας της, με τον ίδιο τρόπο που το Hollywood, μπορεί να επικρατεί του «προσωπικού» Ευρωπαϊκου κινηματογράφου ή η βιομηχανική pop, της σοβαρής μουσικής. Η εποχή μας εκφράζεται αλλά παραμένει ασχολίστη, ο σχολιασμός περιθωριοποιείται.

Έτσι ενώ ο Arno Schmidt αναφέρεται με μια πνοή δίπλα στους Proust και Joyce, παραμένει αδιάβαστος όπως ακριβώς και οι δυο μεγάλοι ομότεχνοι του. Σαν να μην έφτανε αυτό, μοιράζεται την αμφίβολη τύχη άλλων σπουδαίων γερμανών συγγραφέων όπως οι Hans Henry Jawn και Ror Wolf που επειδή συνδιάζουν το ύφος της πατρίδας τους με τον βαρύ τευτονικό στοχασμό, ξενίζουν.
Αυτό όμως δεν πρέπει να προκαλεί μεγάλη έκπληξη γιατί ποιός γνωρίζει τον Wieland, τον Jean Paul Richter ή κι αν θέλετε τον ίδιο τον Goethe;

Arno Schmidt
Arno Schmidt

Ο Arno Schmidt γεννήθηκε στο Αμβούργο τη χρονιά που ξέσπασε ο A΄ παγκόσμιος πόλεμος. Ύστερα από το θάνατο του πατέρα του (1932) η οικογένεια μετακομίζει στη σιλεσιακή πατρίδα. Αυτά τα χρόνια στο γερμανόφωνο χώρο επικρατούν: το κίνημα Dada, το κινημα Bauhaus στην αρχιτεκτονική, ο εξπρεσσιονισμός στη ζωγραφική, τον κινηματογράφο, την ποίηση και το θέατρο, ενώ ο Schönberg και οι μαθητές του Anton Webern, Allan Berg και Νίκος Σκαλκώτας ανακαλύπτουν και εξερευνούν την δωδεκαφθογγική μουσική.

Ο νεαρός ποιητής Arno Schmidt που κάποιες ποιητικές του δοκιμές απορρίπτονται από τον Herman Hesse δουλεύει ως υπάλληλος λογιστηρίου στο εργοστάσιο παραγωγής ενδυμάτων Greiff, παντρεύεται την Alice Murawski και ζει τη διπλή ζωή του βουβού υπαλλήλου και του ρομαντικού μελετητή της λογοτεχνίας. Η αδελφή του Lucy μεταναστεύει μαζί με τον εβραίο άνδρα της το 1933 στην Αμερική ενώ ο συγγραφέας παρά την κακή του όραση, καλείται στο στρατό το 1939 και περνά το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στη Νορβηγία.

Με την κατάρρευση του μετώπου πέφτει αιχμάλωτος πολέμου στα χέρια των Άγγλων. Έπειτα από μια σύντομη αιχμαλωσία εργάζεται ως διερμηνέας της αστυνομίας των δυνάμεων κατοχής ώσπου αποφασίζει -αν και δεν είχε στη δυτική ζώνη πόρους- να αφιερωθεί στη συγγραφή. Κάτω από απίστευτες στερήσεις γράφονται τα πρώτα δαιμονισμένα διηγήματα με σπουδαιότερο το Leviathan. Όπως μας πληροφορεί η Susanne Fischer, στην κριτική έκδοση του κειμένου, ο συγγραφέας σημειώνει πάνω στο χειρόγραφο ότι η ιδέα για το κείμενο του ήρθε στις 15-16/8/1946 το σχεδίασμα έγινε στις 2/10/1946 και η καταγραφή στο διάστημα 3-22/1/1946. Το κείμενο έπειτα από περιπέτειες στα τέλη Οκτωβρίου 1949 εκδίδεται από τις εκδόσεις Rowohlt μαζί με δυο ακόμη κείμενα. Για την περίοδο εκείνη γνωρίζουμε πως το ζεύγος Schmidt φυτοζωούσε κυριολεχτικά ζώντας με μανιτάρια και καβουρντισμένα βελανίδια περιμένοντας αραιά και που κάποια δέματα που έστελνε η αδελφή του συγγραφέα από την Αμερική.

Στις 14/1/1951 ο Αlfred Doblin -νεανικό ίνδαλμα του συγγραφέα- του απονέμει το μέγα βραβείο της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών.
Ο ίδιος ο Arno Schmidt θεωρούσε ότι αυτό το κείμενο ήταν επηρεασμένο από το «Εύρηκα» του E.A. Poe. Πέρα όμως από αυτό, ο Λεβιάθαν αποτελεί τη δραματική αντίδραση του συγγραφέα στην άμεση μαρτυρία των εχθροπραξιών στο ανατολικό μέτωπο ενώ παράλληλα μια ελεγεία στη χαμένη νεανική του αγάπη Anna Wolf, την οποία μάλιστα αναφέρει με το όνομα της μέσα στο κείμενο.

Arno Schmidt Foundation – Bargfeld – Photo Προέλευση: en Wikipedia

O Άρνο Σμιτ είναι ο πιο μοντέρνος γερμανός συγγραφέας της εποχής μας. Aπό τα πρώτα του κιόλας έργα απέκτησε -δικαίως- τη φήμη του ιδιοφυούς λογοτέχνη και του πρωτοπόρου στην αναζήτηση νέων μορφών γραφής και απέσπασε το θαυμασμό μεγάλων συγγραφέων, όπως του Xέρμαν Έσσε. Mάστορας της γλωσσοπλασίας και του λογοπαιγνίου, του υπαινιγμού και της συγκαλυμμένης αναφοράς, ο Άρνο Σμιτ λέγεται ότι δεν μπορεί να μεταφραστεί σε άλλη γλώσσα. Kαι πράγματι πολλά έργα του είναι αδύνατο να μεταφραστούν, όπως συμβαίνει και με το μεγάλο Iρλανδό Tζέιμς Tζόυς. Εν ζωή δεν κέρδισε από τα βιβλία του και λόγω οικονομικής ανέχειας, τα τελευταία χρόνια της ζωής του συντηρούνταν από τον φιλόλογο και συγγραφέα Jan Philipp Reemtsma – κληρονόμο του βιομηχάνου Jan Philipp Reemtsma, των γερμανικών τσιγάρων.

Σε συνεργασία με το ίδρυμα Άρνο Σμιτ (Arno Schmidt Foundation) και τον εκδοτικό οίκο Fischer, οι Eκδόσεις Kριτική παρουσιάζουν στο ελληνικό κοινό για πρώτη φορά έργο του Σμιτ μεταφρασμένο στη γλώσσα μας.
— Τριλογία Arno Schmidt, Tο «Mικρό μυθιστόρημα»: Aπό τη ζωή ενός Φαύνου (Κριτική 1992), πρώτο μέρος της τριλογίας, Το Ρουμάνι του Μπραντ (Οδυσσέας 1994), β΄μέρος, Tα παιδιά του Nομποντάντυ, γ΄μέρος, περιγράφει δεκατρείς ημέρες από τη ζωή ενός δημόσιου υπάλληλου πριν και μετά τον πόλεμο και αποτελεί μια καυστική κριτική του γερμανικού μικροαστισμού,

Από το πολύτομο έργο του στην ελληνική γλώσσα έχουν μεταφρασθεί: Λεβιάθαν μτφ. Γιάννης Κοιλής εκδ Οδυσσέας 1994, (Leviathan 1949) To ρουμάνι του Μπραντ μτφ. Γιάννης Κοιλής εκδ Οδυσσέας 1994, Από τη ζωή ενός Φαύνου μτφ. Γ. Κοιλής εκδ Κριτική 1992 (Aus dem Leben eines Fauns 1953), Mαύρος Καθρέφτης (Schwarze Spiegel) μτφ Κοιλής Γ. εκδ Οδυσσέας (υπό έκδοση)

Ηδονές και μέρες

Les Plaisirs et les Jours – 1896 Marcle Proust – Τα πρώτα κείμενα

Ηδονές και Μέρες – εκδ. Ηριδανός

Μετά τον «Αδιάφορο και άλλα νεανικά διηγήματα» το δεύτερο βιβλίο «Ηδονές και μέρες» (1896) με συλλογή διηγημάτων, κινείται στα ίδια πλαίσια που προετοίμασαν το μεγάλο έργο του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο».

Οι «Ηδονές και μέρες» (Les Plaisirs et les Jours τίτλος πρωτοτύπου), τα νεανικά διηγήματα του Μαρσέλ Προυστ, αποτελούν τον προάγγελο του μετέπειτα, πασίγνωστου σήμερα, πολύ σημαντικού συγγραφικού του έργου. Περιέχουν στοιχεία αυτοβιογραφικά, ενώ συγχρόνως μας μεταφέρουν την εικόνα της εποχής του. Σύμφωνα με το συγγραφέα, «το βιβλίο είναι το προϊόν ενός άλλου εγώ», που παρατηρεί, καταγράφει και μεταφέρει αυτά που διαδραματίζονται στα κοσμικά και λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής, την καθημερινή ζωή, τις εσωτερικές συγκρούσεις.

(Γόνος πλούσιας, αστικής οικογένειας -ο πατέρας του ήταν φημισμένος γιατρός- ο Μαρσέλ δεν άργησε να βρεθεί στο περιβάλλον της υψηλής κοινωνίας της πρωτεύουσας και άρχισε να δημοσιεύει άρθρα κοσμικού περιεχομένου σε διάφορα έντυπα.)

Μαρσέλ Προυστ Το τέλος της ζήλειας
Τέρψεις και Ημέραι Το Τέλος της Ζήλεια εκδ. Άγρα

Περιγράφει με τρόπο μοναδικό τις χαρές, τις λύπες, τις ελπίδες, τα όνειρα, τις αγωνίες των κοσμικών αλλά και των απλών ανθρώπων και συγχρόνως την απογοήτευση, τη ζήλια, τον πόνο και το θάνατο. Η ποίηση, ο λυρισμός, η μουσική, τα χρώματα και η ευαισθησία του συγγραφέα θα αγγίξουν την ψυχή του αναγνώστη…

Περιλαμβάνονται τα διηγήματα: – «Ο θάνατος του Βαλτασάρ Σιλβανδού, υποκόμη της Συλβανίας»
– «Βιολάντη ή Η κοσμική ζωή»
– «Κοσμικά και μουσικά Μπουβαρδή και Πεκουσέτου»
– «Η εξομολόγηση μιας κοπέλας»
– «Το τέλος της ζήλειας»

Marcel Proust - Plaisirs et Jours
Ηδονές και Μέρες

«Ποια στοιχεία έχουν κοινά το πρώτο έργο του Προυστ και το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο»; Είναι στοιχεία πάσης φύσεως. Ροπή προς την ψυχολογική ανάλυση, προς την ανθρώπινη ή την κοινωνική τυπολογία, τάση προς τη διαμόρφωση συμβόλων και την υφολογική μορφολόγηση του ποιητικώς εκφράζεσθαι (η οποία και συγκερνά την κατάχρηση φιλολογικού ναρκισισμού και ουδετερώνει το ρεαλισμό). Άλλα στοιχεία, προσωπικότερα, αναφέρονται στην προυστική θεματολογία στο επίπεδο των αντικειμένων, των ιδεών ή των συναισθημάτων: τα λουλούδια, τα καράβια ή τα σύννεφα, η θάλασσα, το βουνό, η διαλεκτική σχέση απουσίας και φαντασίας, η σχέση ανάμεσα στον έρωτα, τη ζήλεια και τη μοναξιά, η αντιστικτική συμπαράθεση του θανάτου και του χρόνου, η σημασία των γραμμάτων, της μουσικής, της ζωγραφικής, η επιλεκτική περιγραφή των κοσμικών κύκλων, η νοσταλγία της εφηβείας που έχει διαφθαρεί από μια πρώτη εμπειρία, η ανάλυση της γυναικείας διαστροφής.»

Εκδόσεις Ηριδανός Ηδονές και μέρες

Άρρωστο Πάθος

ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ 1871 – 1922 (51)

Ο Αδιάφορος

Ο Αδιάφορος έργο νεανικό γλαφυρό προανάκρουσμα του κατοπινού έργου ζωής, του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» (A la recherche du Temps Perdu». Έργο ζωής και ψυχής συνάμα, όπου εκεί ο Προυστ περιέγραψε τους ανθρώπινους χαρακτήρες (που τον ενδιέφεραν και δημιούργησε), σε όλη τη γκάμα της εσωτερικής και εξωτερικής καθημερινότητας τους: οι υψηλοί καλεσμένοι, τα κρυφά αισθήματα, οι περίτεχνες ενασχολήσεις, τα κοσμικά σαλόνια του Παρισιού – με επίκεντρο πάντα τις δαιδαλώδεις διακυμάνσεις των ερωτικών συναισθημάτων, την χαρά και την απελπισία – μαζί μ’ αυτή του λουλουδιού (ορχιδέας συνήθως) που καρφιτσώνεται στο ένδυμα το βράδυ, για να μαραθεί μόλις τα φώτα της γιορτής σβήσουν με τον αφηγητή πάντα παρόντα: ένα άγρυπνο μάτι, να παρακολουθεί τους αγαπημένους του.

Άρρωστο Πάθος: Ο ΑΔΙΑΦΟΡΟΣ (1896)
Ο Μαρσέλ Προυστ ολοκληρώνει δίνοντας προς δημοσίευση στη La Vie contemporaine et Revue parisienne Réunies τον «Αδιάφορο» το 1896, που μαζί με άλλα σύντομα διηγήματα αποτελούν το προάγγελμα για το μεγάλο έργο που θα έγραφε – το «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο»: εδώ συναντάμε τα πιο γνωστά θέματα αυτού του κατοπινού μεγάλου έργου του: τις κρίσεις άσθματος, τις κατλέγιες, την όπερα, – κυρίως όμως αυτό της βίωσης (cristallisation κατά τον Στεντάλ στο έργο του «Περί έρωτος») – του έρωτα που θα αναπτύξει διεξοδικότερα στο «Ένας έρωτας του Σουάν», καθώς και τις εξιστορήσεις των συναισθηματικών διακυμάνσεων του αφηγητή προς τη δούκισα ντε Γκερμάντ, και την Αλμπερτίν, στο 3ο και 4ο τόμο με τον γενικό υπότιλο (Σόδομα και Γόμορα).

L’ Indifférent – Marcel Proust

Εισαγωγή: Το έργο αυτό «ο Αδιάφορος»,  δεν έγινε γνωστό στο ευρύτερο κοινό παρά μόνον το 1978 που εξεδόθη από τον εκδ. οίκο Gallimard, καθώς τότε το ανακάλυψε στις εφήμερες σελίδες του παλιού περιοδικού, ο Philip Kolb μελετητής και επιμελητής της έκδοσης της αλληλογραφίας του Μαρσέλ Προυστ.

Μπορεί να υποθέσει ακόμη κανείς πως γράφτηκε το 1893 τότε που ο Προυστ δεν ήταν παρά μόνον 22 ετών. Είναι ένα σύντομο – στην μετέπειτα έκδοση του Γκαλιμάρ, μόλις 80 σελίδες), κομψής γραφής διήγημα, για τον απελπισμένο έρωτα της Μαντλέν ντε Γκουβρ προς τον Λεπρέ έναν μυστηριώδη ωραίο νεαρό «μ’ ένα πρόσωπο εποχής Λουδοβίκου 13ου, λεπτό και αριστοκρατικό», όπως η ίδια τον αναπολεί στη μοναξιά του σπιτιού της.

Υπόθεση: Η κ. Μαντλέν ντε Γκουβρ χήρα, είναι από τις πιο ωραίες, ευφυείς, κομψές γυναίκες των Παρισινών κοσμικών σαλονιών της εποχής αυτής του τέλους του 19ου αιώνα. Με δυο λόγια είναι μια περιζήτητη ύπαρξη. Στην αρχή δεν δίνει σημασία στον ήδη γνώριμο της Λεπρέ από κάποιες κοσμικές συναντήσεις. Όμως τη βραδυά της Όπερας τον προσέχει ιδιαίτερα, καθώς εκείνος δεν έρχεται να καθίσει μαζί της στο θεωρείο γιατί όπως λέει στη φίλη της «δεν έχει καθόλου χρόνο και πρέπει να αναχωρήσει».

Εξέλιξη: Ποτέ ο Λεπρέ δεν φαίνεται να έχει καθόλου χρόνο να της αφιερώσει, οι συναντήσεις τους ως καλεσμένοι σε δείπνα κοινών φίλων παραμένουν αραιές. Θέλοντας να μάθει κάτι που ίσως φώτιζε την αιτία της άρνησης εκ μέρους του των επίμονων προσκλήσεων της απευθύνεται σε κοινούς φίλους ρωτώντας για το άτομο του:
«Ο Λεπρέ είναι ένας γοητευτικός νέος, έχει όμως ένα βίτσιο: του αρέσουν οι χυδαίες γυναίκες. αυτές που μαζεύει κανείς από το βούρκο, και τις αγαπάει μέχρι τρέλας. Μερικές φορές μάλιστα περνάει τις νύχτες του στα προάστια ή στις περιφερειακές λεωφόρους ριψοκινδυνεύοντας να τον σκοτώσουν κι όχι μόνο τις αγαπάει σαν τρελός αλλά δεν αγαπάει παρά μονάχα αυτές. Παραμένει εντελώς αδιάφορος ακόμη και μπροστά στην πιο ελκυστική γυναίκα της καλής κοινωνίας, την πιο ιδανική κοπέλα. Δεν τις προσέχει καν. Οι απολαύσεις του, οι ενασχολήσεις του, η ζωή του γενικά είναι αλλού.» (Εδώ παρατηρούμε μια έντονη ομοιότητα με τη θεματική του Όσκαρ Ουάιλντ ειδικότερα στο «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» – συγγραφεύς που μαζί με τον Ράσκιν, ήταν από τους προσφιλείς στον Προυστ).

Ανατροπή: Συντετριμένη από τις πληροφορίες αυτές, υπό το βάρος του συνεχώς αυξανόμενου έρωτα της προς αυτόν υποδαυλιζόμενος συνεχώς από τις επίμονες πάντα αρνήσεις του πως» δεν έχει καθόλου χρόνο», τελικά του εξομολογείται τον έρωτα της σε μία επιστολή και εκείνος της απαντά πως «θα αστειεύται», ελπίζοντας ωστόσο πως θα μπορούσε έστω να διατηρήσει μια φιλία μαζί του. Όμως κι αυτό θα απορριφθεί από εκείνον πάντα με τη γνωστή αιτία πρόφαση της έλλειψης του χρόνου πως «είναι πολύ απασχολημένος, δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να διαθέσει πάνω από μια μέρα το δεκαπενθήμερο».

Τέλος: Αυτό ήταν που κάνει την αυλαία μεταξύ τους να πέσει οριστικά: ακόμη και στη φιλία που εκείνη του προτείνει αυτός της απαντά «πως δεν έχει χρόνο». Το ίδιο τότε κάνει κι αυτή, γράφοντας του «τελικά ούτε κι εγώ έχω χρόνο. Ας αποχαιρετισθούμε λοιπόν εδώ, καλέ μου φίλε» σε μια προσπάθεια να σώσει την πληγωμένη της υπερηφάνεια.

Αν και σε πολύ νεαρή ηλικία 22 ετών, ο συγγραφεύς χειρίζεται με μεγάλη άνεση τον αργόστροφο κόσμο των εσωτερικών συναισθημάτων που σιωπηλά, επίμονα κινούνται στην εσώτερη ύπαρξη μας θέλοντας να βρουν έκφραση, διέξοδο και συνακόλουθα την ανταπόκριση τους. Όπως η Οντέτ ντε Κρεσύ στον «Χαμένο χρόνο» δεν ήταν ο τύπος του Σουάν, έτσι και στον «Αδιάφορο» τελικά ο Λεπρέ δεν ήταν ο τύπος της Μαντλέν ντε Γκουβρ.

«Το επόμενο βράδυ, στις οκτώ ανήγγειλαν στη Μαντλέν την άφιξη του κ. Λεπρέ. Κατευθύνθηκε στο σαλόνι. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, οι λάμπες δεν είχαν ανάψει ακόμη, κι εκείνος την περίμενε στο μπαλκόνι. Λίγο πιο πέρα μερικά σπίτια περιτριγυρισμένα από κήπους αναπαύονταν στο γλυκό βραδινό φως, απόμακρο, ανατολικό κι ευλαβικό, θαρρείς και ήταν η Ιερουσαλήμ. Το αραιό και απαλό σαν χάδι φως έδινε σε κάθε αντικείμενο μια εντελώς νέα αξία, σχεδόν συγκινητική. Μια φωτισμένη χειράμαξα στη μέση του σκοτεινού δρόμου προκαλούσε συγκίνηση, καθώς και λίγο πιο πέρα ο σκούρος, σχεδόν νυχτερινός κορμός μιας καστανιάς κάτω από τη φυλλωσιά της, έτσι όπως λουζόταν ακόμη στις αχτίνες. Στο τέρμα της λεωφόρου, η δύση έκλινε περίλαμπρα σαν αψίδα θριάμβου διακοσμημένη με χρυσάφια και ουράνιες πρασινάδες. Στο διπλανό παράθυρο κάποια κεφάλια διαβάζανε σκυμμένα με οικεία επιτήδευση. Πλησιάζοντας τον Λεπρέ, η Μαντλέν ένιωσε την κατευναστική γλυκύτητα απ’ όλα αυτά τα πράγματα να καταπραϋνει, να απαλύνει, να μισανοίγει την καρδιά της, και συγκρατήθηκε για να μην κλάψει. Εκείνος πάλι, πιο όμορφος απόψε και πιο γοητευτικός της έκανε διακριτικές φιλοφρονήσεις, κάτι που δεν είχε κάνει μέχρι τότε«.

Μετά από δύο χρόνια γιατρεμένη από το άρρωστο πάθος της θα παντρευτεί τον δούκα ντε Μορτάν με τον οποίο θα περάσει άλλα σαράντα χρόνια της ζωής της.

Εκδόσεις Πατάκη σειρά Πολύτιμοι Λίθοι 2015

Όσοι γνωρίζουν Γαλλικά ας ακούσουν την ανάγνωση του διηγήματος εδώ

Ξεχαρβαλωμένες Κιθάρες

Κώστας Καρυωτάκης – Ποιήματα και Πεζά Ερμής 1972

Ποιος είμαι; Αυτή η ερώτηση ταλανίζει όλους. Τι είμαι; Που πάω; Ερωτήσεις που δεν βρίσκεις απάντηση – παρά μόνο στη Φιλοσοφία. Ο καθημερινός άνθρωπος στέκεται ανήμπορος μπροστά στην αναζήτηση μιας απάντησης. Όμως ο Καρυωτάκης με το ποίημα «Κιθάρες» δίνει μια απάντηση που είναι καταλυτική μέσα στον πεσιμισμό της καθώς αυθόρμητα του έρχεται στο νου το αναπόφευκτο τέλος – κοινή μοίρα των θνητών.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΤΙ…

Eίμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. O άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Eίμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Yψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Eίμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Mας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

[Είμαστε κάτι] διαβάζει ο Γ.Π. Σαββίδης

Μούσες της Λογοτεχνίας – Ζαν Ντυβάλ

Από την εποχή του μετά θάνατον καταλόγου των έργων του Εντουάρ Μανέ, στο στούντιο του Παρισιού το 1883, κάτω από την επιγραφή «ζωγραφικές μελέτες», του καταλόγου του 1862, «η γυναίκα με το κρινολίνο ξαπλωμένη στον καναπέ», ταυτίστηκε με τη Ζαν Ντυβάλ, τη μελαμψή ηθοποιό, σύντροφο του ποιητή Σαρλ Μπωντλέρ.

Μούσες της Λογοτεχνίας: Jeanne Duval – Πολλά από τα πιο γνωστά ποιήματα του Κάρολου Μπωντλέρ, γράφτηκαν εμπνευσμένα από τη προσωπική του Μούσα που δεν ήταν άλλη από τη Jeanne Duval – μοντέλο ζωγράφων, ηθοποιός μικρών θιάσων, χορεύτρια στα στέκια των καλλιτεχνών του Quartier Latin, των μέσων του 19ου αιώνα.

Μανέ και Ντυβάλ
jeanne_duval_wikiΚυριότερη γυναίκα που έπαιξε ρόλο στην προσωπική ζωή του Charles Baudelaire, ήταν η Jeanne Duval, χορεύτρια και αρτίστα του καμπαρέ, μοντέλο ζωγράφων, ένας από αυτούς και ο Edouard Manet, στο στούντιο του οποίου εκείνη είχε ποζάρει ως μοντέλο, την εποχή που γνωρίστηκε με τον ποιητή, κι εκείνος αργότερα, εντυπωσιασμένος μαζί της, την αποθανάτισε στο ποίημα του «Το Μπαλκόνι» (Le Balcon) της συλλογής των «Άνθεων του Κακού».
Άλλος ζωγράφος που αποθανάτισε την Jeanne Duval, ήταν και ο Γουσταύος Κουρμπέ (Gustave Courbet) στο έργο του «Το στούντιο», 1855, βάζοντας τη να στέκεται δίπλα στον Μπωντλέρ, αλλά κατά την εντολή του ποιητή αργότερα, την έβγαλε από δίπλα του. Σβησμένη από τον Κουρμπέ επιστρέφει ως εικόνα στον Μανέ για να καταδείξει την σχέση του ποιητή με τον ζωγράφο, σε μια σημαντική στιγμή στη καριέρα και των δύο. Αυτά τα πορτρέτα συχνά αντικατροπτίζουν τη συνάφεια στα αισθητικά ιδεώδη του ζωγράφου και των συγγραφέων, όταν εμπλέκονται σ’ αυτά. Το πορτρέτο αυτό παραπέμπει στη ματιά του ζωγράφου προς την ποίηση του συγγραφέα, αλλά και στη συμπάθεια του ζωγράφου προς πιο κοσμικά θέματα, στις αρχές του 1860, εποχή της Β΄αυτοκρατορίας.
Μπωντλέρ και Ντυβάλ
duvalcaptureΑν και ο Μπωντλέρ είχε πολλές γυναίκες στη ζωή του, η σχέση με τη Ζαν Ντυβάλ ήταν η πιο ανθεκτική στο χρόνο. Από την αρχή έγινε το πιο κοντινό πρόσωπο ως μοντέλο στον πίνακα του Μανέ, καθώς ο Μπωνλέρ την αποκαλούσε «η ερωμένη των ερωμένων»  (maîtresse des maîtresses) στο ποίημα του «το Μπαλκόνι».
Τα αισθήματα του, κάλυπταν τη γκάμα από το βαθύ πάθος στη παράλογη ζήλεια, και παρά τις επανειλημένες απιστίες και συνεχείς χωρισμούς η σχέση τους κράτησε πάνω από είκοσι χρόνια, διαχεόμενη πάνω στο μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνικής του καριέρας. Η οπτική και συναισθηματική δύναμη που ασκούσε πάνω του διοχετεύτηκε στη ποίηση, την πρόζα, τις επιστολές καθώς και στα ζωγραφικά σχέδια του, ακόμη και αφού είχαν χωρίσει.

Γνωστή με τα ονόματα Προσπέρ και Λεμέρ, η Ντυβάλ είχε λάβει μέρος σε μικρά θέατρα του Καρτιέ Λατέν όπου εκεί ο Μπωντλέρ αιχμαλωτίστηκε από ‘κείνην. Η ημερομηνία και το μέρος της γέννησης της, δεν έγιναν ποτέ σίγουρα γνωστά (1820;), και είναι αβέβαιο επίσης αν ήταν μια μουλάτα ή μια γηγενής. Οι σύγχρονοι του Μπωντλέρ την περιγράφουν σαν μια περίπου χαζή γυναίκα, αλλά μια αυθεντική τροπική ομορφιά. Σίγουρο είναι πως αυτός της έδοσε τη θέση μιας δικής του «Μαύρης Αφροδίτης» (Venus Noire), γράφοντας μερικά από τα ποιο αξιόλογα ποιήματα γι’ αυτήν, ασχολούμενος αποκλειστικά μαζί της στα τελευταία του χρόνια.

duval2captureΠολλές πληροφορίες για τη σχέση τους προέρχονται στην αλληλογραφία του (Baudelaire Correspandance / Oeuvres Complets 1975), όπου η θυελλώδης σχέση τους περιγράφεται ζωηρά, ακόμη και η αναφορά  σε περιγραφές της αγωνίας να ξεπεράσει αυτό που θα ονομαζόταν συνεχής μάχη με την κατάθλιψη σ’ όλη του ζωή. Ο Μπωντλέρ σκεπτόταν την αυτοκτονία το 1845: Στη διαθήκη του που φυλασσόταν από το νόμιμο διαχειριστή της, περιέγραψε την πρόθεση του να μεταβιβάσει όλη του την περιουσία σ’ αυτήν, αιτιολογώντας πως ήταν η μόνη του χαρά και ανάπαυση. Επέζησε της απόπειρας αυτής, αλλά φαίνεται πως όποια ευχαρίστηση έπαιρνε από αυτή τη σχέση, εξαφανίστηκε το 1848. Τον Δεκέμβριο αυτού του χρόνου γράφει (Corr. 1, 154) πως την αγαπούσε και ενδιαφερόταν γι’ αυτήν μόνο από καθήκον. Αυτή η ανεκτικότητα έδοσε τη θέση της στη ανησυχία: τον Μάρτιο του 1852, γράφει ένα πικρό γράμμα στη μητέρα του όπου την κατηγορεί με δριμύτητα για συγκαταβατική (υποτιμητική) συμπεροφορά απέναντι του, για αδιαφορία για το έργο του.
«Κάποτε είχε μερικά προσόντα, αλλά τα έχασε, όπως και το ενδιαφέρον για μένα. Να ζεις με κάποιον που δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για τις προσπάθειες σου, που γίνεται συνέχεια επικριτικός, που σε θεωρεί υπηρέτη και ιδιοκτησία του, που δεν μπορείς να μοιραστείς μαζί του κανένα ενδιαφέρον, ή συζήτηση για την πολιτική ή τη λογοτεχνία, ένα πλάσμα που δεν σε θαυμάζει και ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τις μελέτες σου, που θα μπορούσε να πετάξει τα χειρόγραφά σου στη φωτιά αν ήταν να κερδίσει περισσότερα χρήματα από το να τα δημοσιεύσει…» (Corr. 1, 193-94).

Αν και χώρισαν τον Απρίλιο του 1852, και ορκίστηκε να μη την ξαναδεί ποτέ, ένα χρόνο αργότερα, ο Μπωντλέρ παραδέχτηκε στη μητέρα του πως εξακολουθούσε να της στέλνει χρήματα και να την επισκέπτεται δύο με τρεις φορές το μήνα (Corr., 1, 210-11). Την ίδια εποχή συνδέεται με άλλες γυναίκες, όπως την ηθοποιό Marie Daubrun και την Apollonie Sabatier – γνωστή ως η Προεδρίνα (Presidente), αλλά δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του τη Ζαν. Αν ο Μπωντλέρ βρήκε στη Σαμπατιέ τη μούσα και τη παναγία του, την «άσπρη του Αφροδίτη», μπορούσε ειλικρινά να συζητήσει μαζί της για τη «μαύρη του Αφροδίτη», κατά τις συχνές του επισκέψεις στο σπίτι της, στην οδό Φροσό, όπου και σχεδίασε το πορτρέτο-προφίλ της Ζαν στο λεύκωμα της. Η Σαμπατιέ κράτησε το σχέδιο και το κόλλησε αργότερα στα «Άνθη του Κακού» που είχε, γράφοντας από κάτω με θαυμασμό «Το ιδανικό του!»

Η σχέση του ποιητή με τη μαύρη του Αφροδίτη, παρέμεινε ταραχώδης και κατά τη δεκαετία του 1850. Παραπονιόταν πως τον έκανε να υποφέρει, παραδεχόμενος πως την είχε χτυπήσει στο κεφάλι με ένα τραπεζάκι και πως πάνω από μια φορά πούλησε τα κοσμήματα και έπιπλα της (Corr. 1, 213-14). Όταν δεν ήταν μαζί εντούτοις στενοχωριόταν πολύ. Ήταν η μόνη του διασκέδαση, η μόνη του ευχαρίστηση, η μόνη του φίλη, και η θέα ενός όμορφου αντικειμένου ή ενός μαγευτικού τοπίου, τον έκανε να νοσταλγεί την απουσία της: ότι δεν θα μπορούσε να μοιραστεί τις σκέψεις του μαζί της (Corr. 1, 356-57).

Ο φόβος ότι θα μπορούσε να πεθάνει μακριά του του δημιουργούσε αφόρητο πόνο (Corr. 1 360). 5 Απριλίου 1859, η Ντυβάλ παθαίνει έμφραγμα και μπαίνει στο Δημοτικό Νοσοκομείο, όπου ο Μπωντλέρ της παρέσχε οικονομική αρρωγή για τη νοσηλεία της. Η σχέση τους παίρνει τη μορφή της αγάπης πατέρα και κηδεμόνα (Corr. 1, 609), και στη μοναδική διασωθείσα επιστολή από το Δεκέμβριο του 1859, επισήμως τη διαβεβαιώνει πως δεν θέλει να βρίσκεται χωρίς χρήματα ούτε μια μέρα, και πως δεν θέλει να βγαίνει ασυνόδευτη στους παγωμένους δρόμους (Corr. 1, 639-40). Συνέχισε να γράφει ποίηση επηρρεασμένος από αυτήν εξομολογούμενος ξανά στη μητέρα του το 1860, πως εξ αιτίας της κρατιόταν μακριά από τις σκέψεις αυτοκτονίας (Corr. 2 96-97).

Η τελευταία προσπάθεια να ζήσει με τη Ντυβάλ ήταν τον Δεκέμβριο του 1860, όταν μετακόμισε στο Νειγύ για να είναι κοντά της. Τότε βρήκε την σχεδόν ημιπληγική φιλενάδα του, να ζει με έναν άνδρα που ισχυριζόταν πως ήταν ο αδελφός της. Σε ένα γράμμα προς τη μητέρα του της γράφει, πως εκείνος που τη συντηρούσε έπρεπε να βρίσκεται κοντά της, και όχι κάποιος που αρνιόταν να εργαστεί ή να συμμετάσχει στα έξοδα του σπιτιού. (Corr. 2 117-19). Η αναχώρηση από το σπίτι της για τελευταία φορά, συνέβη το 1861, σηματοδοτώντας και τη τελευταία φορά που είχαν κάποια φυσική επαφή μεταξύ τους, παραμένοντας ωστόσο εκείνος που την υποστήριζε και την παρηγορούσε (Corr. 2 205).
Σε ένα άλλο γράμμα στη μητέρα του τον Μάρτιο του 1862, αναφέρεται εκ νέου συνοπτικά αυτή τη φορά, στη ταραγμένη σχέση τους και δηλώνει πως πως όλα είχαν πια, οριστικά τελειώσει μεταξύ τους. (Corr. 2 232-35).

Μπορεί μεν η οριστική διακοπή των σχέσεων τους να συνέβη το 1861, ωστόσο το ίδιο δεν συνέβη, και με τη ποιητική του φαντασία: Ποιητική πρόζα, όπως «Ένα ημισφαίριο μέσα στα μαλλιά σου», με καινούργιο τίτλο, ξαναδημοσιεύεται το 1862, έχοντας τιμητική αναφορά στα πλούσια, μαύρα, μαλλιά της Ζαν, μαζί με το «Η επιθυμία να ζωγραφίζεις» το 1863, στο οποίο επαναφέρει από τη μνήμη, τα φυσικά χαρακτηριστικά της που είχαν περιγραφεί σε προηγούμενα ποιήματα.

Η Ντυβάλ εξαφανίστηκε από κάθε άλλη αναφορά στην αλληλογραφία του Μπωντλέρ μετά το 1865, παραμένοντας ωστόσο στη φαντασία του – αφού την εποχή της παραμονής του στις Βρυξέλλες, σχεδίασε με πένα και μελάνι μια νεώτερη Ζαν, με όρθια κορμοστασιά, μάτια που είχαν υμνηθεί στους στίχους του, με τρόπο που θαρρείς και σε κοίταζαν μέσα από τη σελίδα.

Όπως σημειώνει ο Ένιντ Στάρκι (Enid Starkie), θα πρέπει κάποια ιδιαίτερη ποιότητα να υπήρχε στη Ντυβάλ, που κράτησε τον Μπωντλέρ τόσα πολλά χρόνια (1842 – 1862) συνδεδεμένο μαζί της. Δεδομένης της μακράς διάρκειας και της έντασης του δεσμού τους, δεν μοιάζει πιθανό ο Μανέ να είχε φιλοτεχνήσει κάποιο άλλο πορτρέτο μέσα από τις πολλές φιλενάδες που είχε ο Μπωντλέρ, παρά εκείνο της Ντυβάλ, στις αρχές του 1860. Επίσης κανένα ποίημα εμπνευσμένο από την Αντέλ – που αναφέρεται στο προσωπικό του ημερολόγιο, σαν ένα μεγεθυμένο πορτρέτο μιας τυχαίας γνωριμίας – όπως ο Αντεμάρ προτείνει ως ερμηνεία, ανατρέχοντας στις εφήμερες σχέσεις του Μπωντλέρ κατά τη διάρκεια των ετών. Καμμιά από αυτές, δεν είχε για τον ίδιο, ιδιαίτερη σημασία παρά μόνο η Ζαν Ντυβάλ.

Από «The Art Bulletin», 1997 / σχετικά Κάρολος Μπωντλέρ Προσωπική Ζωή: Jeanne Duval

Χορευτής στον Ελαιώνα

Χορευτής στον Ελαιώνα – (1996)

Για τη ζωή στην επαρχία έχουν γραφτεί πολλά βιβλία, έχουν γυριστεί ταινίες. Η Ελλάδα εκτός της Αθήνας γίνεται πηγή έμπνευσης καθώς εκεί ξετυλίγεται μια άλλη οπτική εικόνα: αυτή των πόλεων με τα ήσυχα απομεσήμερα, τις καφετέριες με τον φοιτητόκοσμο, τον ουρανό χωρίς το βουητό της μεγαλούπολης σαν κοιτάξεις τα σύννεφα του που αργοταξιδεύουν νωχελικά. Μια άλλη πόλη, καταστάσεις γνήσιες εν τη γενέσει τους όπως τα διαδραματιζόμενα σ’ αυτό το νυχτερινό κέντρο με τα μπουζούκια αλλά και τη «κοσμοπολίτικη» του πλευρά – του ιδιοκτήτη Δ. Πέτρου και τους δύο χορευτές από την Αθήνα, που μόλις προσέλαβε…

(Ένα)

choreftisCapture
Χορευτής στον Ελαιώνα – Θεόδωρος Γρηγοριάδης (1996)

Τη μέρα που έφευγα για τη Βόρεια Ελλάδα, χορεύτρια σε νυχτερινό κέντρο, στο σπίτι μας επικρατούσε πανικός. Μια μέρα νωρίτερα είχε γεννήσει η αδελφή μου – ήταν και το πρώτο της παιδί και οι γονείς μου ετοιμάζονταν να την επισκεφθούν στην Κρήτη. Η μάνα μου, ευτυχισμένη που είχε αποκαταστήσει τις δυο κόρες της – την καθεμία στο ρόλο της – , στρίμωχνε τα ρούχα στις βαλίτσες, ενώ ο πατέρας μου την κοίταζε χωρίς να βγάζει μιλιά. Καταβάθος βαριόταν να κουβαληθεί στην Κρήτη, ακόμη και για να δει το εγγόνι του. Έδειχνε παραιτημένος απ’ όλα, μα κυρίως ήταν δυσαρεστημένος με τη δική μου απόφαση, να σηκωθώ και να φύγω στην επαρχία, παρέα μ’ ένα χορευτή: το Μύρωνα.
Μόνο η μάνα μου δεν ανησυχούσε.
«Σε ζηλεύω εκεί που πας», μου ψιθύρισε στ’ αυτί, για να μην την ακούσει ο πατέρας μου.
Άνοιξε την μπιζουτιέρα της, που ξεχείλιζε κοσμήματα, και ξεχώρισε ένα ζευγάρι παλιομοδίτικα σκουλαρίκια. Μου τα έβαλε στο χέρι, λέγοντας μου πως ήρθε η ώρα να τα φορέσω κι εγώ. Ύστερα ξαναγύρισε στις βαλίτσες της. Σκεφτόταν ποια φορέματα θα έπαιρνε μαζί της αφού σκόπευε να καθίσει για αρκετό χρονικό διάστημα κοντά στη μεγαλύτερη κόρη της. Ποτέ δε φορούσε το ίδιο φόρεμα πάνω από μια φορά την εβδομάδα, γι’ αυτό και δεν έμεινε ούτε μια βαλίτσα να πάρω μαζί μου. Απόμεινα με δυο φαρδείς σάκους στα χέρια, σαν να πήγαινα κατασκήνωση.
Ξαφνικά το σπίτι μας άδειαζε, πρόσκαιρα φυσικά και για τις δυο κόρες τα νέα ήταν καλά κι ευχάριστα. Ή μόνο για τη μία;
«Πρόσεχε τον», μου είπε ο πατέρας μου με νόημα καθώς με πήγαινε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού με το διαλυμένο του αυτοκίνητο.
Δεν του απάντησα. Άλλωστε αυτός ποτέ δεν είχε συμπαθήσει το Μύρωνα, ούτε όταν τον έβλεπε αναγκαστικά στην τηλεόραση.
«Καλό ταξίδι και φιλιά στην ανιψιά μου», του είπα.
Θα πετούσαν για Ηράκλειο το ίδιο απόγευμα.
«Καλή τύχη», μουρμούρισε, ζυγίζοντας την ευχή του.
Και έφυγε. Ούτε μια χειραψία, ούτε ένα φιλί. Απ’ ό,τι θυμάμαι, ούτε όταν ήμασταν μικρές, με τη Μαίρη, μας άγγιζε , όχι τώρα που μεγαλώσαμε.
Στο βάθος της αίθουσας αναμονής εντόπισα το Μύρωνα. Καθόταν σ’ ένα πλαστικό κάθισμα. Φορούσε μπλουτζίν, ένα απλό φανελάκι και αθλητικά παπούτσια που τα ήξερα από τις πρόβες. Τα πόδια του, ατέλειωτα, δε χωρούσαν πουθενά, όπως και το κορμί του. Ευτυχώς δε μ’ έβλεπε που τον παρατηρούσα.
(Θα μου πεις… κάθεσαι και χαζεύεις τον άνθρωπο, αντί να πλησιάσεις, να σε δει ότι έφτασες…)
Πάντως εκείνος περίμενε καρτερικά. Μόλις με είδε, ανασηκώθηκε, μου έσφιξε τυπικά το χέρι και με παρέσυρε στο γκισέ, για να τσεκάρουμε τις θέσεις.

choreftis2Capture
Dancer in the Olive-Trees

Με το που βρεθήκαμε στο αεροπλάνο, ηρέμησα κάπως. Ο Μύρωνας καθόταν δίπλα μου, στητός και το κεφάλι του ξεχώριζε πάνω από τις θέσεις. Ήταν ψηλός και αδύνατος και, όπως πάντα, πολύ σοβαρός. Έδεσε με προσοχή τη ζώνη του και έλεγξε τη δική μου, πριν περάσει η αεροσυνοδός. Μιλήσαμε ελάχιστα, αυτός δε μιλούσε – είχα συνηθίσει τις σιωπές του.
Όλα άρχισαν ένα μήνα νωρίτερα, δυο μέρες προτού διακόψουμε τις εμφανίσεις στην τηλεόραση. Ήρθε και μου πρότεινε να πάμε μαζί στην επαρχία. Είπε ότι του έκανα για παρτενέρ.
«Ευκαιρία να βγάλεις χρήματα…», τόνισε.
Ήταν τότε που το σκεφτόμουν πολύ σοβαρά να ξαναγυρίσω στη χορευτική ομάδα, που την είχα εγκαταλείψει για να βρεθώ σ’ ένα κυριακάτικο μουσικοχορευτικό πρόγραμμα της ιδιωτικής τηλεόρασης. Με παρέσυρε εκεί η Σμαρούλα, είχε προηγηθεί και το θλιβερό συμβάν με το Γιωργάκη, και κανείς μας δεν είχε όρεξη να συνεχίσει τα χορευτικά προγράμματα στο υπόγειο της Κυψέλης. Η μάνα μου, επίσης, μ’ έσπρωξε σαν τρελή, να βγω στη μικρή οθόνη.
«Μόνο έτσι θα σε μάθουνε, αλλιώς δε γίνεσαι σωστή επαγγελματίας», επέμενε.
Και πήγα. Μας κράτησαν, και εμένα και τη Σμαρούλα. Στην αρχή νομίζαμε πως θα χορεύαμε μόνο κοπέλες. Αργότερα μας ανακοίνωσαν ότι θα μας αναλάβει ένας χορογράφος που είχε έρθει από την Αγγλία. Παραξενευτήκαμε όλες. Τόσα ταλαντούχα παιδιά είχαμε στη χώρα μας. Ώσπου καταφθάνει ένας γοητευτικός ασυνήθιστος τύπος, που όλες οι κοπέλες τον ταύτισαν με τον Daniel Day-Lewis. Με ανακούφιση είδα ότι ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Συστήθηκε «Μύρωνας» και μας έστρωσε αμέσως στη δουλειά. Ο ίδιος χόρευε επικεφαλής του μπαλέτου, κάποτε εμφανιζόταν σόλο, και για ντουέτο διάλεγε εμένα ή την Αλίκη, τη μικρότερη της παρέας. Το πρόγραμμα όμως τελικά κράτησε ένα μήνα λιγότερο, γιατί η παρουσιάστρια του κατέρρευσε ψυχολογικά, κι έτσι αποσύρθηκε, παρ’ όλη την επιτυχία που είχε το σόου.
Ετοιμαζόμασταν για τη προσγείωση.


«Πως θα φτάσουμε στις Σέρρες;» ρώτησα με αληθινό ενδιαφέρον για τον προορισμό μας, αφού αυτός είχε αναλάβει κάθε πρακτική πλευρά της συνεργασίας μας.
«Θα ‘ρθει να μας πάρει ο ίδιος ο ιδιοκτήτης», είπε ο Μύρωνας. «Το αφεντικό μας», συμπλήρωσε σαρκαστικά.
«Έχεις ξαναπάει στη Βόρεια Ελλάδα;»
«Όχι. Πρώτη φορά ανεβαίνω. Εσύ;»
Έμεινε λίγο σκεφτικός.
«Κι εγώ για πρώτη φορά. Μου είχαν γίνει πολλές προτάσεις, αλλά…»
«Αλλά;»
Απέφυγε να συνεχίσει τη συζήτηση. Επέμεινα.
«Αλλά;»
Αναγκάστηκε να απαντήσει.
«Όπως θα είδες στο συμβόλαιο, τα χρήματα είναι καλά, για ένα τόσο μικρό διάστημα.»
Τον κοίταξα με πλάγιο βλέμμα. Ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που θα χαρακτήριζα φιλοχρήματο. Αντιθέτως, μου έδινε την εντύπωση πως δε θα καταδεχόταν να σηκώσει ούτε δεκαχίλιαρο από το δρόμο.
«Λίγο παράξενα μου ακούγονται όλα αυτά.»
«Ποια ακριβώς;»
Πάλι κυριολεκτούσε. Αποκλείεται να έπιανα συζήτηση μαζί του, κι ας είχε μείνει το μάτι των άλλων κοριτσιών πάνω μου, ότι θα «ανοιγόταν» μαζί μου και θα γινόμασταν φίλοι. Μόνο η Σμαρούλα με καταλάβαινε όταν, αποχαιρετώντας με τηλεφωνικά, μου επισήμανε πόσο εγωπαθής και νάρκισσος ήταν ο Μύρωνας, και πως θα έπρεπε να κάνω τη δουλειά μου χωρίς να τον παίρνω και πολύ στα σοβαρά. Βέβαια όλοι ξέραμε ότι η Σμαρούλα καταβάθος χτυπιόταν για το Μύρωνα, και ότι θα έτρεχε μαζί του ακόμη και για παγοδρομίες στην Αλάσκα. Εγώ όμως έδειχνα κατανόηση, κι έπειτα, εκείνη την εποχή, ο δεσμός μου με το Γιάννη πήγαινε καλά, γιατί να σηκώσω μάτι πάνω σ’ άλλον και ειδικά σ’ ένα χορευτή;
Όμως δεν ήταν μόνον αυτά. Για μεγάλο διάστημα δεν μπορούσα να συνηθίσω στην ιδέα ότι, ύστερα από δυο χρόνια σπουδές στην Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης, θα κατέληγα στο σόου της τηλεόρασης και στις «αρπαχτές» της επαρχίας. Φυσικά δεν σκόπευα να συνεχίσω, μια φορά σαν εμπειρία θα μου ήταν αρκετή… Ένας ακόμη λόγος που αποφάσισα να απομακρυνθώ από την Αθήνα ήταν και η κατάταξη του Γιάννη στο στρατό. Ήθελε να ξεμπερδεύει, πήρε το πτυχίο της Νομικής, εξαντλώντας κάθε περιθώριο στρατιωτικής αναβολής λόγω σπουδών άρχισε να σοβαρεύει και αυτός και η μακρόχρονη σχέση μας.

Chor_GrigoriadisCapture
Θεόδωρος Γρηγοριάδης – συγγραφεύς

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης γεννήθηκε το 1956 στο Παλαιοχώρι Παγγαίου Καβάλας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση και συνεργάστηκε µε τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών διοργανώνοντας λογοτεχνικά σεμινάρια . Έχει γράψει εννέα μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων και µία νουβέλα. Το «Παρτάλι» μεταφράστηκε στα γαλλικά και παρουσιάστηκε ως θεατρικός μονόλογος στο Φεστιβάλ Αθηνών και η «Δεύτερη γέννα» ανέβηκε ως θεατρικός μονόλογος στο Φεστιβάλ Φιλίππων και Καβάλας. Ο «Ναύτης» πρωτοκυκλοφόρησε το 1993. Φώτο – πληροφορίες: ianos.gr

Αιγινα – O χαμενος παραδεισος του Καζαντζακη

Στους Έλληνες πάνω απ’ όλα αρέσει η Ελευθερία! συνέντευξη

kazantzakisTreeCapture
Νίκος Καζαντζάκης – Αίγινα 1931

«Η Αθήνα είναι φρικαλέα. Κλαίω τις μέρες τις εξαίσιες που έχασα μακριά από την Αίγινα» γράφει στον Παντελή Πρεβελάκη τον Αύγουστο του 1934. Ο Nίκος Καζαντζάκης (1883 – 1957 / 74) γνώρισε την Αίγινα το 1925 κι έμεινε για μακρά διαστήματα εκεί μέχρι το 1946. Κοντά στην Αίγινα για πετάγεται στην Αθήνα όποτε οι πρακτικές ανάγκες τον καλούσαν και αρκετά μακριά για να απομονώνεται. Οι πληροφορίες για τη ζωή του στην Αίγινα προέρχονται από την αλληλογραφία με τη δεύτερη σύζυγό του Ελένη Σαμίου-Καζαντζάκη και τον Πρεβελάκη. Στις 19 Μαΐου 1927 ξαναφτάνει με τον ζωγράφο Τάκη Καλμούχο και νοικιάζουν το μικρό παράσπιτο της οικίας Παύλου Χάνου στην οδό Αφαίας (ανήκει σήμερα στην οικογένεια Μαγκλή), μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου. Αφιερώνεται στην «Οδύσσεια» και σε ταξιδιωτικά. Ο αείμνηστος Κώστας Χάνος περιγράφει στην αυτοβιογραφία του ένα χαριτωμένο παιχνίδι, δώρο του Καζαντζάκη από ταξίδι του, τον Απρίλιο του 1928, όταν διαμένει και πάλι στου Π. Χάνου, την περίοδο του Πάσχα, μαζί με τον Παντελή Πρεβελάκη. Σώζονται ωραιότατες φωτογραφίες στο σπιτάκι και στον ναό της Αφαίας, τραβηγμένες από τον Πρεβελάκη –

kazantakisCapture
Με τη Σμινθίτσα τη γάτα του – 1943

Μετά από ένα μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη, αμέσως στην Αίγινα, Δεκέμβριο 1930 μέχρι τέλη Μαΐου 1931. Μένει στο σπίτι του φίλου και δικηγόρου του Γιάννη Αγγελάκη. Συγγράφει για βιοποριστικούς λόγους Γαλλοελληνικό λεξικό σε δημοτική και καθαρεύουσα. Το σπίτι, με το μεγάλο κτήμα, τα δέντρα, τα λουλούδια και την ησυχία ενθουσιάζει τον Καζαντζάκη. Σημερινή κατοικία της κόρης του Αγγελάκη, μεγάλης ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, που ο Νίκος Καζαντζάκης θα βαφτίσει στις 15 Αυγούστου 1940. – Επιθυμεί δικό του κτήμα στην Αίγινα, και προς τούτο εξουσιοδοτεί τον Αγγελάκη.

Νέο μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη. Επιστρέφει Απριλίου 1933, και αμέσως (12/4) στην Αίγινα, μέχρι τον Οκτώβριο 1934. Τώρα, στο σπίτι της Μαίρης Πάντου, εξαδέλφης της Ελένης. Εδώ θα μείνει μέχρι το 1937. Είναι το άσπρο σπίτι με τα μπλε παράθυρα, ιδιοκτησίας σήμερα Παύλου Μαντούδη, κοντά στην οικία Καπράλου. Φλέγεται από δημιουργικό πυρετό ολομόναχος.

Μετά 4μηνο ταξίδι σε Ιαπωνία-Κίνα, πάλι στην αγαπημένη του Αίγινα, 15 Ιουνίου 1935. Το όνειρό για δικό του κτήμα πραγματοποιείται. Το συμβόλαιο αγοράς στις 5 Ιουλίου 1935 σε συμβολαιογραφείο της Αίγινας (Σ. Ζωγράφου), με τίμημα 14.000 δραχμές. Λίγους μήνες αργότερα το μοιράζεται με τον Καλμούχο. Αμέσως βάζει μπρος τις ενέργειες για κτίσιμο, σε σχέδια του φίλου του αρχιτέκτονα Βασίλη Δούρα. Το θέλει πετρόχτιστο, να μοιάζει με κάστρο, το «Κουκούλι» του. Όλο τον χειμώνα είναι απορροφημένος στην πέμπτη γραφή της «Οδύσσειας». 4 Μαΐου 1936 βάζει θεμέλιο, αφού πρώτα ανοίξει πηγάδι. Μεταφράζει ξένα θεατρικά και Φάουστ του Γκαίτε, τον «Βραχόκηπο» στα γαλλικά και πρώτη γραφή του «Καπετάν Μιχάλη». Απεσταλμένος της «Καθημερινής» στην Ισπανία Οκτώβριο-Νοέμβριο.

Δύο αδέλφια (δύο κολοσσοί Μικρασιάτες), κατά την Ελένη, ο Θόδωρος και ο Ιγνάτιος είναι οι χτίστες, γιοι του Στέλιου Ιγνατιάδη, Μικρασιάτη πρόσφυγα στην Αίγινα. Τελειώνει τον Απρίλιο του 1937. Στον όροφο το γραφείο του, με εντοιχισμένη μια ξύλινη γοργόνα από ακρόπρωρο πλοίου στον βορινό τοίχο και τον τροχό του Shinto (εθνική θρησκεία της Ιαπωνίας) στον ανατολικό, με χρυσές και μαύρες ψηφίδες, από τη γλύπτρια Έλλη Βοίλα. Ξανά, από τα τέλη 1936 μέχρι Οκτώβριο 1938, στην Αίγινα. Γράφει τη τραγωδία «Μέλισσα» και καινούργια κάντα και την έκτη και τελευταία γραφή της «Οδύσσειας», που εκδίδεται σε ογκώδες σχήμα. Πηγαίνει στην Αθήνα και μετά στην Αγγλία. Τον Δεκέμβριο 1939 επιστρέφει στην Αίγινα. Μικρό ταξίδι στην Κρήτη και ξανά στην Αίγινα.

kazantakis_closeCapture
Με τη Σμινθίτσα Μάρτιος 1943

Ο Β΄παγκόσμιος πόλεμος σε λίγο ξεσπά. Όλα τα χρόνια της Κατοχής τα περνά στην Αίγινα με εξαίρεση μία-δύο ολιγοήμερες μεταβάσεις στην Αθήνα. Το φάσμα της κατοχικής πείνας χτυπά δεινά την Αίγινα. Μαζί με τον Άη Στράτη κατέχει τη θλιβερή πρωτιά θανάτων από πείνα. Ο λιτοδίαιτος Κρητικός θα στερηθεί πολλές φορές την απαραίτητη τροφή, τρεφόμενος ακόμη πιο λιτά σαν ασκητής, θηρίο σωματικής και πνευματικής αντοχής. Φίλοι από την Αθήνα και η Ελένη τού προμηθεύουν ενίοτε κάποια φτωχά φαγώσιμα. Αλλά και φίλοι και γείτονες στην Αίγινα. Ο ίδιος, μεγάθυμος και υπερήφανος, βοηθά όποτε μπορεί. Λίγους μήνες πριν από τη Κατοχή, είχε αγοράσει ένα μεγάλο πιθάρι και το γέμισε λάδι. Το λάδι αυτό, γράφει η Ελένη, έσωσε κάμποσα παιδάκια της γειτονιάς του από τον θάνατο. Τις πιο μαύρες μέρες της πείνας γράφει το πιο κεφάτο έργο του, τον «Αλέξη Ζορμπά». Σε κάποιο σημειωματάριο, καταγράφοντας τα προϊόντα του σκληρού μόχθου του κατά την Κατοχή, σημειώνει: «Έγραψα: ”Αγγλία“, ”Γιαγκ-Τσε“, ”Τριλογία Προμηθέα“, ”Ζορμπά“, ”Ταξιδεύοντας-Ρωσία“, ”Καποδίστρια“, ”Κωνσταντίνο Παλαιολόγο“, ”Μακιαβέλλι“, ξανά ”Δάντη“, ”Άγ. Φραγκίσκο“ και ”Ιλιάδα“, ”Οδύσσεια“ (μεταφράσεις).

Το 1945 στην Αθήνα, πηγαίνοντας πού και πού στην Αίγινα. Πολιτικές διεργασίες και κάποια σχέδια για το εξωτερικό τον κρατούν εκεί. Παντρεύεται την Ελένη και για 2,5 μήνες υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου. Από 18 Απριλίου μέχρι τέλη Μαΐου 1946 ξανά στην Αίγινα, για τελευταία φορά. Γράμμα στον Πρεβελάκη: [Αίγινα] Παράδεισος, 28-4-46: «Εδώ Παράδεισος. Πώς μπόρεσα κι έφυγα, και προς τι;».

Φεύγει για την Αγγλία, χωρίς να ξαναγυρίσει στην Ελλάδα. «Έφυγα για σαράντα μέρες από την Αίγινα και δεν αξιώθηκα να ξαναγυρίσω», είπε στον Πρεβελάκη το 1953.

Kazantzakis2Capture
Με την Ελένη – 1944

Η καθημερινότητά του στην Αίγινα χαρακτηρίζεται από πολύωρη πνευματική εργασία. Ξυπνούσε στις 5 το πρωί και δούλευε μέχρι τις 8 το βράδυ. Μικρή μεσημεριανή ανάπαυλα για λιτό γεύμα και τσάι στις 5 το απόγευμα. Κολύμπι στη διπλανή παραλία. Επισκέψεις από πνευματικούς φίλους της Αθήνας και του εξωτερικού. Κατά καιρούς θα φιλοξενήσει το ζεύγος Σικελιανού, τους Πρεβελάκη, Μυριβήλη, Βενέζη, Τριανταφυλλίδη, Μινωτή, Μπαστιά, Μελαχρινό, Καστανάκη, Καββαδία, Θεοτοκά κ.ά. Ανταλλάσσει επισκέψεις με γείτονες, φίλους και απλούς ανθρώπους της Αίγινας. – Στα καφενεία δεν συχνάζει ποτέ, το θεωρεί χάσιμο χρόνου. Από το σπίτι, που το συνδέει με το λιμάνι ένας σκονισμένος και γεμάτος λακκούβες τότε δρόμος (η σημερινή Λεωφόρος Καζαντζάκη) ένας ψηλός, ξερακιανός, μελαχρινός άντρας, με δύο μαύρα βαθουλωμένα μάτια πίσω από τα γυαλιά του, πλατύ ψάθινο καπέλο στο κεφάλι και αναμμένο τσιμπούκι, βάδιζε ευθυτενής για επίσκεψη σε φίλους, όπως ο Αγγελάκης, ο Ανδρουλιδάκης, οι οικογένειες του γιατρού Γαλάνη και του Χάνου, ο Γ. Μαγκλής, κ.ά. Άλλες φορές με την άμαξα του γείτονά του Βάσανου (Μιχάλης Τζίτζης). Στην Αίγινα υπήρχαν τότε μόνο μόνιππα αμαξάκια, σούστες και κάρα, μουλάρια και γαϊδουράκια. Για τρόφιμα στο μπακάλικο του Βέκιου (Ζαρρής), απέναντι από του Παγούδη. Πάστες από το ζαχαροπλαστείο του Προκόπη (Χατζηιωαννίδη) και κάποια βράδια με παρέες στη ταβέρνα του Μαρίνη στο λιμάνι, που στην Κατοχή λίγο έλειψε να τον σκοτώσει κάποια βόμβα, όπως αναφέρει ένα γράμμα του. Διατηρεί στενή φιλία με τον Μητσάκη (Δημήτριος Λορέντζος), βοηθό στο φαρμακείο Οικονόμου και κατοπινό κοινοτάρχη Κυψέλης. Η φιλία θα συνεχιστεί με αλληλογραφία, όταν θα εγκατασταθεί μόνιμα πλέον στην Αντίπολη (Αντίμπ της Γαλλίας).

Στα γράμματα από την Αντίπολη (Antibes) η Αίγινα θα είναι παρούσα μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Σε ένα γράμμα, αντί για Αντίπολη, γράφει: «Αίγινα, 24 Σεπτέμβρη, Σάββατο». Η λαχτάρα για το νησί πάντα παρούσα, που το θυμάται σαν τον «Χαμένο Παράδεισο».

saronicmagazine.com – Γεώργιος Ι. Μπόγρης

Herman Hesse: Ανθρωπος η Λυκος;

Ο άνθρωπος ως Λύκος της Στέππας

Herman Hesse - Knulp
Herman Hesse – Knulp

Steppenwolf
Herman Hesse (novel) Steppenwolf

Herman Hesse
Herman Hesse 1877 – 1962

Ο Χέρμαν Έσσε (1877 – 1962) έγινε γνωστός με το βιβλίο του Σιντάρτα. Το Σιντάρτα είναι ένα από τα βασικά μυθιστορηματικά τεκμήρια της σύγχρονης εποχής. Καταγραφή της πορείας ενός ανθρώπου που ψάχνει να βρει τον εαυτό του και τη βαθύτερη αλήθεια της ζωής, γραμμένη με βιβλική σχεδόν απλότητα και ομορφιά, που καταλήγει σ’ έναν παθιασμένο ύμνο της ατομικότητας και της πνευματικής ανεξαρτησίας. Δεν είναι περίεργο που το βιβλίο τούτο, απαλλαγμένο από τις βαριές, αποπνικτικές αναθυμιάσεις της εποχής των ορθοδοξιών και των δογμάτων, έγινε κάτι σαν ευαγγέλιο για τις γενιές του ποπ και του ροκ, για τις γενιές της σύγχρονης μαρκουζικής μεταμαρξιστικής αμφισβήτησης.

Μέσα στις λιγοστές σελίδες του Σιντάρτα, οι νέοι βρήκαν την πιστή, αποκαλυπτική αντανάκλαση του κόσμου που αγωνίζονται να δημιουργήσουν: ενός κόσμου όπου η πείρα και η γνώση κατακτούνται και δε χαρίζονται, όπου ο έρωτας είναι μαθητεία, γνωστική περιπέτεια κι όχι φτηνός συναισθηματισμός, ενός κόσμου, τέλος, όπου η ζωή προχωρεί προς το αύριο, χωρίς να δεσμεύεται από την πίστη και τις φιλοδοξίες κανενός χθες.
Είναι αμφίβολο αν υπάρχει στη σύγχρονη λογοτεχνία άλλο βιβλίο τόσο αποκαλυπτικό, τόσο πολύτιμο για τους νέους του καιρού μας… για όσους θέλουν να είναι νέοι.

Ντέμιαν Πέρα από την επιφανειακή διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στο «φωτεινό» και στο «σκοτεινό» κόσμο, ο νεαρός Εμίλ Σίνκλερ αναζητά την ολοκλήρωση, γυρεύει να βρει τον πραγματικό του εαυτό, καθώς περνά τα διαδοχικά στάδια της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας. Ένας δρόμος κουραστικός, μια περιπέτεια του νου και της ψυχής, μια πορεία κοπιαστική. Στήριγμα, φίλος και οδηγός του ένας μεγαλύτερος μαθητής, ο Ντέμιαν. Μορφή άλλοτε θεϊκή, άλλοτε σατανική, συμβολίζει τον άνθρωπο, το μοναδικό και ξεχωριστό σημείο όπου συγκλίνουν τα φαινόμενα του σύμπαντος.

Νάρκισσος και Χρυσόστομος Tο Nάρκισσος και Xρυσόστομος, μυθιστόρημα της όψιμης ωριμότητας του Έρμαν Έσσε, στην οποία ανήκουν και τα όμοιου ψυχισμού έργα του Nτέμιαν και O λύκος της στέπας, είναι βαθιά επηρεασμένο από την ψυχαναλυτική μέθοδο του Kαρλ Γιουνγκ στη σκιαγράφηση των ηρώων του έργου. Tα δίδυμα έρως – θάνατος, ομορφιά – ασχήμια, δικαιοσύνη – αδικία, ειρήνη – σφαγή αποτελούν τον κεντρικό άξονα ενός ακόμη γοητευτικού μυθιστορήματος, όπου με τρόπο άκρως αισθητικό αποδεικνύεται η ανάγκη προσαρμογής του ανθρώπου σ’ ένα ανώτερο συνθετικό επίπεδο, πέραν του καλού και του κακού.

Ο λύκος της Στέππας – Το δέκατο μυθιστόρημα που έγραψε ο Έσσε («Der Steppenwolf» 1927) Πρόκειται για την ανάπτυξη εν είδη διατριβής της έννοιας της διττής υπόστασης του ανθρώπου αφ’ ενός σαν ένα ψυχικά και πνευματικά ανώτερο όν, αφ’ ετέρου της κατώτερης υπόστασης του σαν ένας (μοναχικός) λύκος της στέππας. Αντανακλά τη βαθειά κρίση που πέρασε ο Έσσε στα μέσα της δεκαετίας του ’20 στην εσωτερική του ζωή καθώς μια περίεργη αντίφαση εκδηλώνεται στο χαρακτήρα του – πότε με την αίσθηση της πνευματικότητας, πότε με παράξενα επιθετικά γνωρίσματα μοναξιάς και στέρησης.

Πρόκειται για βιβλία με έντονη την εναγώνια αναζήτηση για την προσωπική ολοκλήρωση μέσω της έρευνας περί του Θείου και των αντιθέτων που συγκροτούν την ανθρώπινη διανόηση (Δυϊσμός). Επηρεασμένος από την Ανατολική Φιλοσοφία της δίδει εξέχουσα σημασία στα μυθιστορήματα του ιδιαίτερα με το «Ταξίδι στην Ανατολή» που εκδόθηκε το 1932 και την διέδοσε στη Δύση.

Μυθιστόρημα που γνώρισε επιτυχία επίσης είναι το Γερτρούδη. Η Γερτρούδη αστράφτει με την ομορφιά της σαν ένα σύμβολο της ζωής που ακτινοβολεί τα νιάτα και την αθωότητα. Θα μείνει, όμως, για τον ήρωα κάτι απρόσιτο. Σαν όνειρο απλησίαστο – κι ας είναι δίπλα του. Ο καλύτερος φίλος του θα γίνει άντρας της. Αλλά δε θα ζήσουν ευτυχισμένοι. Ο Έσσε λέει πως είναι πιο σωστό να υπομείνεις το άδικο παρά να το διαπράξεις. Έτσι θα φερθεί ο κεντρικός του ήρωας, γιατί, ψάχνοντας να βρει το αληθινό εγώ του, άθελά του ψάχνει για τη βάση κάθε ζωής, πηγαίνει πέρα από το καλό και το κακό, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο άσβεστος έρωτας, η Γερτρούδη, παύει να φωτίζει σαν άστρο αυτή την «άλλη ζωή» του ανθρώπου που αγαπά χωρίς αντάλλαγμα. Γυρίστηκε ταινία σε σκηνοθεσία του Ελβετού Καρλ Ντράγερ.

Άλλα έργα του που γυρίστηκαν ταινίες είναι το Σιντάρτα (Siddhartha 1972) και ο Λύκος της Στέππας (Steppenwolf 1974). Στον Ευρωπαϊκό αστικό περίγυρο μετά το τέλος του Β΄Π.Π. μπορεί να υπάρξει κάτι που θα σώσει τον άνθρωπο; Ο Χάρρυ Χάλλερ, ένας μονήρης διανοούμενος μάχεται να αντιμετωπίσει τη διπλή του φύση: να ‘ναι συγχρόνως άνθρωπος αλλά και θηρίο —ένας μοναχικός λύκος της στέππας με τους Max von Syntov, Dominique Sanda.

O Herman Hesse γεννήθηκε στο Calw (Βυρτεμβέργη) της Γερμανίας στα 1877. Βιβλιοπώλης στην αρχή, έγινε γρήγορα γνωστός με τα ποιήματα και τα μυθιστορήματά του. Στα 1904 δημοσιεύει το πρώτο του μυθιστόρημα, Πήτερ Κάμεντσιντ, και απο κεί και πέρα κερδίζει το ψωμί του απ’ τα γραφτά του. Στη Ροσάλντε (1914) εξετάζει τα προβλήματα του καλλιτέχνη, ο Κνουλπ (1915) είναι μια προσφορά στην αλητεία, ο Ντέμιαν (1919) αποτελεί μια ψυχαναλυτική μελέτη της αιμομειξίας, ενώ στο Νάρκισσος και Χρυσόστομος (1930) σκιαγραφεί τις δυο πλευρές της ανθρώπινης φύσης, αντιπαραθέτοντας ένα μοναχό με έναν ηδονιστή. Ο Λύκος της Στέπας (1927) αντικαθρεπτίζει τη σύγχυση της σύγχρονης ύπαρξης, ενώ ο Μαγκίστερ Λούντι (1945) δεν είναι παρά μια ουτοπική φαντασία πάνω στο θέμα της απόσυρσης απ’ τον κόσμο. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το Ταξίδι στην Ανατολή (1932), ένα απ’ τα πρώτα βιβλία που κίνησαν στον 20ό αι. το ενδιαφέρον της Δύσης για την ανατολική φιλοσοφία και στάση ζωής.

Οι βασικές επιρροές στο έργο του Έσσε είναι, όπως ο ίδιος λέει: «Το χριστιανικό και απόλυτα αντεθνικιστικό πνεύμα των γονιών μου, η μελέτη των μεγάλων Κινέζων δασκάλων και η φυσιογνωμία του ιστορικού Γιάκομπ Μπούρκχαρντ».

Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, διαμαρτυρόμενος ενάντια στο μιλιταριστικό καθεστώς, εγκατέλειψε τη Γερμανία κι εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελβετία (Montagnola), όπου και πέθανε το 1962. Πήρε το Βραβείο Γκαίτε το 1946 και το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1947. Ο χρόνος δεν κατάφερε να μειώσει την αξία του έργου του Έσσε, που βασικό του θέμα είναι η ολόψυχη και εναγώνια προσπάθεια του ατόμου να χτίσει έναν ακέριο και αρμονικό εαυτό.

Στη Μοντανιόλα – Ιταλικές Άλπεις, (κοντά στη λίμνη Λουγκάνο) της Ελβετίας,  το μεγάλο σπίτι που ζούσε από το 1931, σήμερα λειτουργεί ως μουσείο με την ονομασία (Casa Hesse).

Πηγή πληροφοριών: kastaniotis.com, imdb.com

Το φυλλο της λευκας

Ημερολόγιο Καταστώματος Α΄: Το Φύλλο της Λεύκας

Το φυλλο της λευκας (1940) – Γιωργος Σεφερης  
PopulusNigra3.jpg
Λεύκα Καβάκι (Populus Nigra)

«PopulusNigra3» από τον Christian FischerΈργο αυτού που το ανεβάζει. Location: North-eastern Lower Saxony, Germany.. Υπό την άδεια CC BY-SA 3.0 μέσω Wikimedia Commons.

Λεύκα (Populus)
Λεύκα (Populus)

Έτρεμε τόσο που το πήρε ο άνεμος
έτρεμε τόσο πως να μην το πάρει ο άνεμος
πέρα μακριά μια θάλασσα
πέρα μακριά
ένα νησί στον ήλιο
και τα χέρια σφίγγοντας τα κουπιά
πεθαίνοντας την ώρα που φάνηκε το λιμάνι
και τα μάτια κλειστά
σα θαλασσινές ανεμώνες.

Έτρεμε τόσο πολύ
το ζήτησα τόσο πολύ
στη στέρνα με τους ευκαλύπτους
την άνοιξη και το φθινόπωρο
σ’ όλα τα δάση γυμνά
θεέ μου το ζήτησα.

Γράφτηκε σε ηλικία 40

Το φύλλο της λεύκας» (Ημερολόγιο Α΄) 1940 περίπου, εντάσσεται στα ποιήματα που συνδέουν τη φύση με τον άνθρωπο και γενικά όλα τα ανθρώπινα πεπραγμένα που οδηγούν στο τέλος —αδυσώπητο και για τους ανθρώπους και για τη φύση. Χωρίς να είναι μεταφυσικό περιέχει τα πρώτα δείγματα της γνωστής μεταφυσικής που απασχόλησε το Σεφέρη: Εκείνη της σύνδεσης του ανθρώπου με την δημιουργική αρχή δια μέσου της συνάφειας με τον φυσικό κόσμο που τον περιβάλλει.

Στη θέα της λυγερόκορμης λεύκας, των φύλλων της που αναταράσσουν οι ελαφρές ριπές του ανέμου, προβάλει η θαυμαστή η αρμονία μιας λεπταίσθητης κίνησης που μόνο η Φύση ξέρει να δημιουργεί.
Στο άγγιγμα του ανέμου αναρριγούν, αναδιπλώνοντας αδιάκοπα τις λευκές και σκουροπράσινες όψεις τους δημιουργώντας μια παιχνιδιάρικη αυταπάτη αργυρών αναλαμπών.
Ξαπλώνοντας στον ίσκιο τους στο αργόσυρτο καλοκαιριάτικο απομεσήμερο, πεσμένα φύλλα —ελαφρά, αδύναμα, εύθραυστα καθώς ήσαν, πέφτονταν στη γη.
Το φθινόπωρο… κοντά στους ευκαλύπτους – σε μια άλλη περιοχή της μνήμης προβάλει εκείνο το δένδρο:  Η Λεύκα, ψηλή, γεμάτη φύλλα που αργολικνίζονται σαν απαλή ανασεμιά δροσιάς, σ’ εκείνο το ζεστό απομεσήμερο του καλοκαιριού, μια αργυρόχροη αρμονία  —αυταπάτη ενός περασμένου πια, καλοκαιριού.

Στη μνήμη τότε μαζί, ξυπνούν όλοι οι κατατρεγμένοι που πήραν το δρόμο του ξερριζωμού. Αυτοί που γλύτωσαν κι αυτοί που χάθηκαν: Μέσα σε καράβια από τους αρχαίους χρόνους ως τους σημερινούς —κωπηλάτες προς το νησί που θα τους δώσει τη σωτηρία —όμοιοι ναυαγοί χαμένοι στο πέλαγος μιας Ιστορίας, που μόνο θύματα ξέρει να μετρά. Τώρα παρόν με παρελθόν συμπλέκονται στους ίσκιους του χειμώνα, κοντά στη στέρνα με τους ευκαλύπτους.

Η θύμηση από εκείνο το καλοκαίρι, το δένδρο με τους απαλούς, λικνιστικούς ρυθμούς στο γαλάζιο του ουρανού, καθώς τραγουδούσε το τραγούδι των ασημόχροων φύλλων του, προσφέροντας παρηγοριά στην ψυχή του μοναχικού οδοιπόρουΤόσο λεπτά αυτά τα φύλλα, πως γέρνουν στο φύσημα του ανέμου, το τραγούδι τους όμοιο με των σειρήνων

των σειρήνων που πλάνεψαν τον Οδυσσέα πλην όμως, και των σειρήνων των πλοίων που κατά το βράδυ και την επομένη της καταστροφής —όλων των καταστροφών μαζί και κείνη της Σμύρνης, σφύριζαν τελεσίδικα, καθώς τα πλοία έφευγαν γεμάτα κόσμο απ’ το λιμάνι για έναν άγνωστο προορισμό σωτηρίας.

Με όλους τους κατατρεγμένους —των σειρήνων των πολέμων και των βομβαρδισμών – εικόνες που προβάλονται στο φύσημα του ανέμου καθώς διαπερνά τα λεπτά φύλλα του δένδρου —κάτω από ένα διάφανο πέπλο μνήμης, που δεν μπορεί να κρύψει και δεν μπορεί να ξεχάσει.

Ένα αιωνόβιο δένδρο, που φθάνει ψηλά προσπαθώντας να κατακτήσει το άπειρο γαλάζιο με χιλιάδες φύλλα που ανασαίνουν απαλά στο φύσημα του ανέμου —σαν την ψυχή του ανθρώπου που λυπάται και συμπονά για όλα τα χαμένα, για την περασμένη ομορφιά, καθώς αφουγκράζεται το μοναχικό τραγούδι της λεύκας.

εικόνα Αρχική Πηγή

Εγκλημα και Τιμωρια

Έγκλημα και Τιμωρία

Eγκλημα και Τιμωρια – Σκηνοθεσια Lev Kulidzhanov

Έγκλημα και Τιμωρία
Έγκλημα και Τιμωρία

crimeEtChatiment
Έγκλημα και Τιμωρία

crime_Amazon
Crime and Punishment – Amazon DVD

Τίτλος: «Prestuplenie i nakazanie»  (1970)
Είδος: Δράμα (Μεταφορά του μυθιστορήματος του Fyodor Mikhailovich Dostoevsky) (1821-1881)
Σκηνοθεσία: Lev Kulidzhanov (1924-2002)
Σενάριο: Nikolai Figurovsky, Lev Kulidzanov
Πρωταγωνιστούν: Georgi Taratorkin, Innokentiy Smoktunovskiy, Tatyana Bedova
Διάρκεια: 221
Χώρα: Σοβιετική Ένωση

Πρόκειται για την καλύτερη μεταφορά στην οθόνη του μυθιστορήματος του Φιοντόρ Ντοστογιέβσκι. Έργο της 2ης περιόδου του ρεύματος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, με τη στροφή στα ανθρώπινα συναισθήματα παρά στην ιστορία και τον πόλεμο (βλ. Θωρηκτό Ποτέμκιν, Ιβάν ο Τρομερός, Αλέξανδρος Νίεβσκι, Όταν περνούν οι γερανοί).
Το ύφος είναι πάντα αυστηρό, τα νοήματα ξεκάθαρα, η αφήγηση λιτή και εντυπωσιακή, εκτυλίσσεται με τη γεωμετρική ακρίβεια ενός αραβουργήματος.

Σύνοψη – Κύριοι Χαρακτήρες του έργου
Ρωσία Αγία Πετρούπολη 19ος Αιώνας
Κλεισμένος στη φτωχική του σοφίτα ο άλλοτε φοιτητής της Νομικής Ρασκόλνικοφ (Georgi Taratorkin) τυραννιέται από τη φτώχεια. Για να ζήσει έχει βάλει ενέχυρο έναντι πενιχρού τιμήματος ό,τι τιμαλφές είχε στην κατοχή του από την οικογένεια του.

Τυλιγμένος στο μαύρο του τριμμένο παλτό, ο Rodya Raskolnikov επισκέπτεται την τελευταία φορά τη τοκογλύφο Alyona Ivanovna για να της αφήσει το ρολόι του. Μέρες περνούν κλεισμένος στο δωμάτιο του με το αδύναμο φως να μπαίνει από τον μικρό φεγγίτη. Όταν βρίσκεται μέσα και δεν κοιμάται πότε δέχεται τη σπιτονοικοκυρά του, πότε το φίλο του Razumikhin.

Τη μονοτονία διακόπτει η άφιξη της μητέρας του και της αδελφής του Dunya, που καταφθάνουν στην Πετρούπολη ανακοινώνοντας του, πως η αδελφή του έφυγε από το σπίτι του πλούσιου Svidrigailov που ήταν γκουβερνάντα, κι έτσι θα ζουν εφ’ εξής κοντά του.

Αυτά τα νέα όμως δεν καταφέρνουν να απαλύνουν την απελπισία του. Εξωθημένος από την ανέχεια αποφασίζει να σκοτώσει την τοκογλύφο. Έτσι και γίνεται – όμως άναυδος και τρομαγμένος μάρτυρας του φόνου, η αδελφή της, που επιστρέφει ξαφνικά στο σπίτι και τον βλέπει έτοιμο να φύγει μετά το αποτρόπαιο έγκλημα του. Τη σκοτώνει κι εκείνη με το τσεκούρι – που μόλις πριν είχε καθαρίσει σ’ ένα βαρέλι με νερό στη σκοτεινή κουζίνα.

Η αστυνομία τον υποπτεύεται και ο δαιμόνιος αστυνόμος Porfiry Petrovitch (Innokentiy Smoktunovskiy) τον επισκέπτεται στη σκοτεινή σοφίτα του για να του πει να παραδοθεί γιατί ξέρουν πως αυτός είναι ο ένοχος. Εκείνος το αρνείται, αλλά σε λίγο καιρό, μετά από μέρες ατέλειωτης ενοχής και τύψεων – παρ’ όλο που ο ίδιος μόλις λίγο καιρό πριν που είχε κληθεί στο τμήμα, είχε εκμυστηρευθεί στον αστυνόμο Porfiry Petrovitch πως υπάρχουν πράξεις που δεν είναι κολάσιμες – πράξεις που απλώς αποδίδουν δικαιοσύνη, παραδίνεται στην αστυνομία έτοιμος να υποστεί τις συνέπειες που δεν είναι άλλες από το κάτεργο στη Σιβηρία.

ΥπόθεσηΛεπτομέρειες του έργου
Αρχής γενομένης από την ηθοποιία: Η ηθοποιία όλων είναι εξαιρετική προεξάρχουσας φυσικά του Georgi Taratorkin που υποδύεται τον φτωχό, τέως φοιτητή Ρασκόλνικοφ με απαράμιλλη τέχνη. Η ψιλόλιγνη μαύρη σιλουέτα του με το ημίψηλο καπέλο, να διασχίζει τους σκοτεινούς πλακόστρωτους δρόμους της Αγίας Πετρούπολης, να συζητά στις φτωχικές ταβέρνες με άλλους απελπισμένους όπως αυτός – τον Marmeladov έναν φτωχό πρώην αξιωματικό που απολύθηκε σαν μέθυσος από το στρατό, του οποίου η κόρη  Sonya Marmeladova βγάζει το ψωμί τους τώρα, εκδιδόμενη εν γνώσει του – για  όλη αυτή η απέραντη δυστυχία που τον τριγυρίζει, ποιος φταίει αναρωτιέται.

Ψάχνει να βρει μια δικαίωση και το πιο κοντινό πρόσωπο που θα μπορούσε να πληρώσει για όλη αυτή την αδικία, είναι η τοκογλύφος – τόσο υπολογίστρια και εκμεταλεύτρια καθώς φθάνει στο σημείο να κρατά τον τόκο από τα λεφτά που δίνει για το ενέχυρο προκαταβολικά. Αποφασίζει να τη σκοτώσει σαν ένας άγγελος τιμωρός.
Άλλωστε σαν φοιτητής της Νομικής είχε γράψει μια διατριβή υποστηρίζοντας πως ένας φόνος μπορεί να δικαιώσει το θύτη. Όπλο για το έγκλημα του, θα γίνει το τσεκούρι με το οποίο κόβουν τα στοιβαγμένα ξύλα στη πίσω αυλή του οικήματος όπου μένει. Μετά το φόνο την άλλη μέρα, ξυπνά με ρίγη και πυρετό – όλα τα συμπτώματα μιας ξαφνικής, φοβερής αρρώστιας.


Prestuplenie i nakazanie (1970) on IMDb

Στο δωμάτιο του κοιμάται με τα ρούχα ενώ ψήνεται από τον πυρετό. Ο φίλος του Dmitri Prokofych Razumikhin θα φωνάξει τον γιατρό Zossimov με τη βοήθεια του οποίου θα συνέλθει – αλλά αλίμονο για λίγο.

Πινακας Κυριων Χαρακτηρων στο Εγκλημα και Τιμωρια του Φιοντορ Ντοστογιεβσκι

Τον κυνηγούν οι τύψεις – ένας τυραννισμένος που βλέπει όλους γύρω του να τυραννιούνται με τα πιο σημαντικά του πρόσωπα – αυτά της αδελφής του Dunya και της αγαπημένης του Sonya Marmeladova να κυριεύουν τις σκέψεις του και να εντείνουν την απελπισία του. Μαζί μ’ αυτά και το αποτρόπαιο πρόσωπο της τοκογλύφου που σκότωσε – να γεμίζει με εφιάλτες τις νύχτες του.

Όμως όλα θα τελειώσουν με το πιο σκληρό τέλος: Η σύλληψη εκείνου και η εξορία, στην οποία φυσικά θα τον ακουλουθήσει και η αγαπημένη του Sonya όπως του το είχε υποσχεθεί: «Παραδώσου να γλυτώσεις από το βασανιστήριο σου και θα σ’ ακολουθήσω στο κάτεργο«.

Προβλήθηκε από την τηλεόραση της Βουλής τον Οκτώβριο του 2014. Το έργο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη τα οποία προβλήθηκαν σε μία προβολή 3:20 ωρών. Τα αντίστοιχα DVDs είναι τρία τον αριθμόν. Τιμή πακέτου 38,95 λίρες στο Amazon