Αρχείο ετικέτας painters

Μούσες της Λογοτεχνίας – Ζαν Ντυβάλ

Από την εποχή του μετά θάνατον καταλόγου των έργων του Εντουάρ Μανέ, στο στούντιο του Παρισιού το 1883, κάτω από την επιγραφή «ζωγραφικές μελέτες», του καταλόγου του 1862, «η γυναίκα με το κρινολίνο ξαπλωμένη στον καναπέ», ταυτίστηκε με τη Ζαν Ντυβάλ, τη μελαμψή ηθοποιό, σύντροφο του ποιητή Σαρλ Μπωντλέρ.

Μούσες της Λογοτεχνίας: Jeanne Duval – Πολλά από τα πιο γνωστά ποιήματα του Κάρολου Μπωντλέρ, γράφτηκαν εμπνευσμένα από τη προσωπική του Μούσα που δεν ήταν άλλη από τη Jeanne Duval – μοντέλο ζωγράφων, ηθοποιός μικρών θιάσων, χορεύτρια στα στέκια των καλλιτεχνών του Quartier Latin, των μέσων του 19ου αιώνα.

Μανέ και Ντυβάλ
jeanne_duval_wikiΚυριότερη γυναίκα που έπαιξε ρόλο στην προσωπική ζωή του Charles Baudelaire, ήταν η Jeanne Duval, χορεύτρια και αρτίστα του καμπαρέ, μοντέλο ζωγράφων, ένας από αυτούς και ο Edouard Manet, στο στούντιο του οποίου εκείνη είχε ποζάρει ως μοντέλο, την εποχή που γνωρίστηκε με τον ποιητή, κι εκείνος αργότερα, εντυπωσιασμένος μαζί της, την αποθανάτισε στο ποίημα του «Το Μπαλκόνι» (Le Balcon) της συλλογής των «Άνθεων του Κακού».
Άλλος ζωγράφος που αποθανάτισε την Jeanne Duval, ήταν και ο Γουσταύος Κουρμπέ (Gustave Courbet) στο έργο του «Το στούντιο», 1855, βάζοντας τη να στέκεται δίπλα στον Μπωντλέρ, αλλά κατά την εντολή του ποιητή αργότερα, την έβγαλε από δίπλα του. Σβησμένη από τον Κουρμπέ επιστρέφει ως εικόνα στον Μανέ για να καταδείξει την σχέση του ποιητή με τον ζωγράφο, σε μια σημαντική στιγμή στη καριέρα και των δύο. Αυτά τα πορτρέτα συχνά αντικατροπτίζουν τη συνάφεια στα αισθητικά ιδεώδη του ζωγράφου και των συγγραφέων, όταν εμπλέκονται σ’ αυτά. Το πορτρέτο αυτό παραπέμπει στη ματιά του ζωγράφου προς την ποίηση του συγγραφέα, αλλά και στη συμπάθεια του ζωγράφου προς πιο κοσμικά θέματα, στις αρχές του 1860, εποχή της Β΄αυτοκρατορίας.
Μπωντλέρ και Ντυβάλ
duvalcaptureΑν και ο Μπωντλέρ είχε πολλές γυναίκες στη ζωή του, η σχέση με τη Ζαν Ντυβάλ ήταν η πιο ανθεκτική στο χρόνο. Από την αρχή έγινε το πιο κοντινό πρόσωπο ως μοντέλο στον πίνακα του Μανέ, καθώς ο Μπωνλέρ την αποκαλούσε «η ερωμένη των ερωμένων»  (maîtresse des maîtresses) στο ποίημα του «το Μπαλκόνι».
Τα αισθήματα του, κάλυπταν τη γκάμα από το βαθύ πάθος στη παράλογη ζήλεια, και παρά τις επανειλημένες απιστίες και συνεχείς χωρισμούς η σχέση τους κράτησε πάνω από είκοσι χρόνια, διαχεόμενη πάνω στο μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνικής του καριέρας. Η οπτική και συναισθηματική δύναμη που ασκούσε πάνω του διοχετεύτηκε στη ποίηση, την πρόζα, τις επιστολές καθώς και στα ζωγραφικά σχέδια του, ακόμη και αφού είχαν χωρίσει.

Γνωστή με τα ονόματα Προσπέρ και Λεμέρ, η Ντυβάλ είχε λάβει μέρος σε μικρά θέατρα του Καρτιέ Λατέν όπου εκεί ο Μπωντλέρ αιχμαλωτίστηκε από ‘κείνην. Η ημερομηνία και το μέρος της γέννησης της, δεν έγιναν ποτέ σίγουρα γνωστά (1820;), και είναι αβέβαιο επίσης αν ήταν μια μουλάτα ή μια γηγενής. Οι σύγχρονοι του Μπωντλέρ την περιγράφουν σαν μια περίπου χαζή γυναίκα, αλλά μια αυθεντική τροπική ομορφιά. Σίγουρο είναι πως αυτός της έδοσε τη θέση μιας δικής του «Μαύρης Αφροδίτης» (Venus Noire), γράφοντας μερικά από τα ποιο αξιόλογα ποιήματα γι’ αυτήν, ασχολούμενος αποκλειστικά μαζί της στα τελευταία του χρόνια.

duval2captureΠολλές πληροφορίες για τη σχέση τους προέρχονται στην αλληλογραφία του (Baudelaire Correspandance / Oeuvres Complets 1975), όπου η θυελλώδης σχέση τους περιγράφεται ζωηρά, ακόμη και η αναφορά  σε περιγραφές της αγωνίας να ξεπεράσει αυτό που θα ονομαζόταν συνεχής μάχη με την κατάθλιψη σ’ όλη του ζωή. Ο Μπωντλέρ σκεπτόταν την αυτοκτονία το 1845: Στη διαθήκη του που φυλασσόταν από το νόμιμο διαχειριστή της, περιέγραψε την πρόθεση του να μεταβιβάσει όλη του την περιουσία σ’ αυτήν, αιτιολογώντας πως ήταν η μόνη του χαρά και ανάπαυση. Επέζησε της απόπειρας αυτής, αλλά φαίνεται πως όποια ευχαρίστηση έπαιρνε από αυτή τη σχέση, εξαφανίστηκε το 1848. Τον Δεκέμβριο αυτού του χρόνου γράφει (Corr. 1, 154) πως την αγαπούσε και ενδιαφερόταν γι’ αυτήν μόνο από καθήκον. Αυτή η ανεκτικότητα έδοσε τη θέση της στη ανησυχία: τον Μάρτιο του 1852, γράφει ένα πικρό γράμμα στη μητέρα του όπου την κατηγορεί με δριμύτητα για συγκαταβατική (υποτιμητική) συμπεροφορά απέναντι του, για αδιαφορία για το έργο του.
«Κάποτε είχε μερικά προσόντα, αλλά τα έχασε, όπως και το ενδιαφέρον για μένα. Να ζεις με κάποιον που δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για τις προσπάθειες σου, που γίνεται συνέχεια επικριτικός, που σε θεωρεί υπηρέτη και ιδιοκτησία του, που δεν μπορείς να μοιραστείς μαζί του κανένα ενδιαφέρον, ή συζήτηση για την πολιτική ή τη λογοτεχνία, ένα πλάσμα που δεν σε θαυμάζει και ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τις μελέτες σου, που θα μπορούσε να πετάξει τα χειρόγραφά σου στη φωτιά αν ήταν να κερδίσει περισσότερα χρήματα από το να τα δημοσιεύσει…» (Corr. 1, 193-94).

Αν και χώρισαν τον Απρίλιο του 1852, και ορκίστηκε να μη την ξαναδεί ποτέ, ένα χρόνο αργότερα, ο Μπωντλέρ παραδέχτηκε στη μητέρα του πως εξακολουθούσε να της στέλνει χρήματα και να την επισκέπτεται δύο με τρεις φορές το μήνα (Corr., 1, 210-11). Την ίδια εποχή συνδέεται με άλλες γυναίκες, όπως την ηθοποιό Marie Daubrun και την Apollonie Sabatier – γνωστή ως η Προεδρίνα (Presidente), αλλά δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του τη Ζαν. Αν ο Μπωντλέρ βρήκε στη Σαμπατιέ τη μούσα και τη παναγία του, την «άσπρη του Αφροδίτη», μπορούσε ειλικρινά να συζητήσει μαζί της για τη «μαύρη του Αφροδίτη», κατά τις συχνές του επισκέψεις στο σπίτι της, στην οδό Φροσό, όπου και σχεδίασε το πορτρέτο-προφίλ της Ζαν στο λεύκωμα της. Η Σαμπατιέ κράτησε το σχέδιο και το κόλλησε αργότερα στα «Άνθη του Κακού» που είχε, γράφοντας από κάτω με θαυμασμό «Το ιδανικό του!»

Η σχέση του ποιητή με τη μαύρη του Αφροδίτη, παρέμεινε ταραχώδης και κατά τη δεκαετία του 1850. Παραπονιόταν πως τον έκανε να υποφέρει, παραδεχόμενος πως την είχε χτυπήσει στο κεφάλι με ένα τραπεζάκι και πως πάνω από μια φορά πούλησε τα κοσμήματα και έπιπλα της (Corr. 1, 213-14). Όταν δεν ήταν μαζί εντούτοις στενοχωριόταν πολύ. Ήταν η μόνη του διασκέδαση, η μόνη του ευχαρίστηση, η μόνη του φίλη, και η θέα ενός όμορφου αντικειμένου ή ενός μαγευτικού τοπίου, τον έκανε να νοσταλγεί την απουσία της: ότι δεν θα μπορούσε να μοιραστεί τις σκέψεις του μαζί της (Corr. 1, 356-57).

Ο φόβος ότι θα μπορούσε να πεθάνει μακριά του του δημιουργούσε αφόρητο πόνο (Corr. 1 360). 5 Απριλίου 1859, η Ντυβάλ παθαίνει έμφραγμα και μπαίνει στο Δημοτικό Νοσοκομείο, όπου ο Μπωντλέρ της παρέσχε οικονομική αρρωγή για τη νοσηλεία της. Η σχέση τους παίρνει τη μορφή της αγάπης πατέρα και κηδεμόνα (Corr. 1, 609), και στη μοναδική διασωθείσα επιστολή από το Δεκέμβριο του 1859, επισήμως τη διαβεβαιώνει πως δεν θέλει να βρίσκεται χωρίς χρήματα ούτε μια μέρα, και πως δεν θέλει να βγαίνει ασυνόδευτη στους παγωμένους δρόμους (Corr. 1, 639-40). Συνέχισε να γράφει ποίηση επηρρεασμένος από αυτήν εξομολογούμενος ξανά στη μητέρα του το 1860, πως εξ αιτίας της κρατιόταν μακριά από τις σκέψεις αυτοκτονίας (Corr. 2 96-97).

Η τελευταία προσπάθεια να ζήσει με τη Ντυβάλ ήταν τον Δεκέμβριο του 1860, όταν μετακόμισε στο Νειγύ για να είναι κοντά της. Τότε βρήκε την σχεδόν ημιπληγική φιλενάδα του, να ζει με έναν άνδρα που ισχυριζόταν πως ήταν ο αδελφός της. Σε ένα γράμμα προς τη μητέρα του της γράφει, πως εκείνος που τη συντηρούσε έπρεπε να βρίσκεται κοντά της, και όχι κάποιος που αρνιόταν να εργαστεί ή να συμμετάσχει στα έξοδα του σπιτιού. (Corr. 2 117-19). Η αναχώρηση από το σπίτι της για τελευταία φορά, συνέβη το 1861, σηματοδοτώντας και τη τελευταία φορά που είχαν κάποια φυσική επαφή μεταξύ τους, παραμένοντας ωστόσο εκείνος που την υποστήριζε και την παρηγορούσε (Corr. 2 205).
Σε ένα άλλο γράμμα στη μητέρα του τον Μάρτιο του 1862, αναφέρεται εκ νέου συνοπτικά αυτή τη φορά, στη ταραγμένη σχέση τους και δηλώνει πως πως όλα είχαν πια, οριστικά τελειώσει μεταξύ τους. (Corr. 2 232-35).

Μπορεί μεν η οριστική διακοπή των σχέσεων τους να συνέβη το 1861, ωστόσο το ίδιο δεν συνέβη, και με τη ποιητική του φαντασία: Ποιητική πρόζα, όπως «Ένα ημισφαίριο μέσα στα μαλλιά σου», με καινούργιο τίτλο, ξαναδημοσιεύεται το 1862, έχοντας τιμητική αναφορά στα πλούσια, μαύρα, μαλλιά της Ζαν, μαζί με το «Η επιθυμία να ζωγραφίζεις» το 1863, στο οποίο επαναφέρει από τη μνήμη, τα φυσικά χαρακτηριστικά της που είχαν περιγραφεί σε προηγούμενα ποιήματα.

Η Ντυβάλ εξαφανίστηκε από κάθε άλλη αναφορά στην αλληλογραφία του Μπωντλέρ μετά το 1865, παραμένοντας ωστόσο στη φαντασία του – αφού την εποχή της παραμονής του στις Βρυξέλλες, σχεδίασε με πένα και μελάνι μια νεώτερη Ζαν, με όρθια κορμοστασιά, μάτια που είχαν υμνηθεί στους στίχους του, με τρόπο που θαρρείς και σε κοίταζαν μέσα από τη σελίδα.

Όπως σημειώνει ο Ένιντ Στάρκι (Enid Starkie), θα πρέπει κάποια ιδιαίτερη ποιότητα να υπήρχε στη Ντυβάλ, που κράτησε τον Μπωντλέρ τόσα πολλά χρόνια (1842 – 1862) συνδεδεμένο μαζί της. Δεδομένης της μακράς διάρκειας και της έντασης του δεσμού τους, δεν μοιάζει πιθανό ο Μανέ να είχε φιλοτεχνήσει κάποιο άλλο πορτρέτο μέσα από τις πολλές φιλενάδες που είχε ο Μπωντλέρ, παρά εκείνο της Ντυβάλ, στις αρχές του 1860. Επίσης κανένα ποίημα εμπνευσμένο από την Αντέλ – που αναφέρεται στο προσωπικό του ημερολόγιο, σαν ένα μεγεθυμένο πορτρέτο μιας τυχαίας γνωριμίας – όπως ο Αντεμάρ προτείνει ως ερμηνεία, ανατρέχοντας στις εφήμερες σχέσεις του Μπωντλέρ κατά τη διάρκεια των ετών. Καμμιά από αυτές, δεν είχε για τον ίδιο, ιδιαίτερη σημασία παρά μόνο η Ζαν Ντυβάλ.

Από «The Art Bulletin», 1997 / σχετικά Κάρολος Μπωντλέρ Προσωπική Ζωή: Jeanne Duval

Ζωγραφος της πολης του φωτος

Edouard Cortès (1882 – 1969)

E.CortesPortraitCapture
Edouard Cortès

Ο Edouard Cortès γεννήθηκε στο Lagny Γαλλίας τον Απρίλιο 26, 1882, την εποχή που το Παρίσι εθεωρείτο το κέντρο της παγκόσμιας τέχνης. Καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο έφθαναν εκεί για να μελετήσουν τους μεγάλους ζωγράφους και να αποτυπώσουν στον καμβά τους τα ωραία τοπία της Γαλλίας, τις πόλεις και τα αξιοθέατα του Παρισιού καθώς είχε ονομασθεί η Πόλη του Φωτός και η ζήτηση για έργα τέχνης ήταν μεγάλη.

Ο Cortès μεταξύ άλλων ζωγράφων όπως οι Antoine Blanchard, Eugene Galien-Laloue, Luigi Loir, Jean Beraud, ανταποκρίθηκαν σ’ αυτή τη ζήτηση: έχοντας στρέψει το ενδιαφέρον τους στις απεικονίσεις σκηνών των δρόμων με αποτέλεσμα μια ευρεία γκάμα έργων με σκηνές από την πόλη που συνεχίστηκε ως τον 20ο αιώνα.

E.Cortes2Capture
Παρίσι – oδός Soufflot: Πλατεία Λουξεμβούργου με το Πάνθεον

Ο Edouard ήταν γιος του ζωγράφου Antonio Cortès της Ισπανικής Αυλής που υπήρξε κι αυτός γιος του λαϊκού ζωγράφου Andre Cortès.
Ο Antonio γεννήθηκε στη Σεβίλη το 1827 και ζωγράφισε επίσης αγροτικά θέματα. Το 1855 πηγαίνει στο Παρίσι στην Παγκόσμια Έκθεση κι απο ‘κει βρίσκεται στη πόλη Lagny-sur-Mame, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί συνέχισε να ζωγραφίζει. Είχε τρία παιδιά τους Edouard, Henri Jeanne που είχαν όλα ταλέντο με τον Edouard να έχει τα σκήπτρα με το πάθος που τον διέκρινε.
Ο Antonio άρχισε να τον διδάσκει από νεαρή ηλικία που φοιτούσε σε ένα ιδιωτικό εκπαιδευτήριο ως τα 13 του χρόνια. Από ‘κει και μετά αφοσιώθηκε στη ζωγραφική μελετώντας με τον πατέρα και τον αδελφό του. Το 1899 σε ηλικία 16 ετών εξέθεσε την πρώτη του δουλειά στην εταιρεία Γάλλων Καλλιτεχνών με τίτλο Η Εργασία. Τα έργα έτυχαν ευνοϊκών κριτικών και υποδοχής από το κοινό βοηθώντας έτσι να καθιερώσει μια καλή φήμη στο Παρίσι.

E.CortesCapture
Παρίσι – Αποβάθρα Λούβρου

Ήταν η εποχή της αλλαγής του αιώνα το 1900 που αρχίζει να ζωγραφίζει τα έργα που θα εμπέδωναν τη φήμη του: σκηνές από τους δρόμους και τα μνημεία του Παρισιού. Ένας από τους διασημότερους καλλιτέχνες της εποχής του ο Cortes βρήκε το καταφύγιο του και εκεί παρέμεινε. Οι απόψεις του Παρισιού είναι από τα πλέον εκφραστικότερες και όμορφες εικόνες αυτού του είδους: ένα πλήθος εικόνων όλων των εποχών για περισσότερα από 60 χρόνια.

Edouard Cortes
Edouard Cortes – Paris, Place de la République

Ο Edouard Cortès παντρεύτηκε τη Ferdinande Joyeuse το 1914 και έκαναν μια κόρη τη Jacqueline Simone το 1916. Η Fernande πέθανε το 1918 και λίγο μετά ο Edouard νυμφεύθηκε την κουνιάδα του Lucienne Joyeuse. Εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι και εκεί συνέχισε τοπία του Παρισιού. Στα μέσα του ’20 επέστρεψε στο Lagny (Νορμανδία) κι άρχισε να ζωγραφίζει σκηνές της ζωής στην εξοχή συμπεριλαμβάνοντας τοπία, σκηνές εσωτερικών χώρων, νεκρές φύσεις. Ήταν ενεργό μέλος της Ένωσης Καλών Τεχνών στο Lagny και πρώτος πρόεδρος της Ένωσης. Η πρώτη έκθεση έγινε το 1927 και ο συνέχισε να εκθέτει εκεί ως το τέλος του 1930.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου έλαβε πολλά βραβεία, που δυνάμωσαν τη φήμη και τον έκαναν διάσημο καθώς εξέθετε έργα του σε αίθουσες Τέχνης του Παρισιού συμπεριλαμβανόμενου του Φθινοπωρινού Σαλονιού, του Χειμερινού, του Εθνικής Εταιρείας Αγροκαλλιέργειας και του Σαλονιού των Ανεξαρτήτων.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο Κορτές κατέφυγε με την οικογένεια του στη Cornelles-le-Royal στη Νορμανδία προσπαθώντας να αποφύγει τη σκληρή πραγματικότητα του πολέμου. Στις αρχές του 1950 επέστρεψε στο Λανύ όπου και έζησε ως το τέλος της ζωής του.
Ο A.P. Larde κάνει την κάτωθι παρατήρηση για τον Κορτές στο βιβλίο του για τον Antoine Blanchard – άλλος μεγάλος ζωγράφος με ανάλογη θεματική:

«Ιδιαιτέρως ήταν ο ζωγράφος του Παρισιού των ετών ’20. Κατάφερνε να ζωγραφίζει ωραίες σκηνές μέσα σ’ ένα γοητευτικό φωτισμό συνάμα αληθινό.
Με τα πινέλα του ήταν μια φιγούρα αστραποβολούσα σε κάθε γωνιά που επέλεγε να ζωγραφίσει, ανακατώνοντας τα χρώματα με μια ευαισθησία  που γοητεύει και συγκινεί. Με απλά μέσα κατάφερνε να δημιουργήσει ακαταμάχητα αποτελέσματα. Ποτέ οι λεπτομέρειες δεν είναι υπερβολικές. Η επιδεξιότητα του βρίσκεται κυρίως στη χρήση των χρωμάτων του ήλιου ή της βροχής καθώς αντανακλώνται στους λιθόκτιστους δρόμους.
Μ’ αυτά όλα, αναδείχθηκε σαν αναγνωρισμένο ταλέντο στη Γαλλία και σ’ όλο τον κόσμο. Δεν εκπλήσσει πως τα έργα του όλο και πιο αξιόλογα κάθε μέρα, εκτιμώνται τόσο πολύ από τους συλλέκτες«.

Οι ωραίες αναπαραστάσεις σκηνών του Παρισιού από τον Edouard Cortès ήταν πάντα σε ζήτηση και εκείνος εξακολούθησε να τις ζωγραφίζει ως το θάνατο του, το 1969.

Αρχική Πηγή: rehs.com

Βιλα Βασιλιεφ

Βίλα Βασίλιεφ – Ο ανακαινισμένος παράδεισος των καλλιτεχνών στο Μονπαρνάς

villaVassilieff2Capture
Σ’ έναν γραφικό δρομίσκο του Μονπαρνάς…

Το παλιό ατελιέ της ρωσίδας ζωγράφου και γλύπτριας Μαρίας Βασίλιεφ (Maria Vassilieff) που στέγασε στη συνέχεια το μουσείο Μονπαρνάς (musée du Montparnasse) παίρνει νέα ζωή με τη μορφή ενός πολιτιστικού χώρου. Ένα μέρος ξεχωριστό για την διοργάνωση εκθέσεων, χώρος υποδοχής των γάλλων καλλιτεχνών και ξένων που διαμένουν όμως στο Παρίσι.

Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου η βίλα αυτή ήταν τόπος όπου σύχναζαν οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες όπως οι Πικάσο, Ματίς και Μοντιλιάνι. Οι Πικάσο, Ματίς, Σουτίν, Μοντιλιάνι, Απολιναίρ, Μπλέιζ Σεντράρ, Μαρκ Ζακόμπ υπήρξαν τακτικοί θαμώνες… Οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες του περασμένου αιώνα σύχναζαν σ’ αυτή τη βίλα χωμένη σ’ έναν βουκολικό δρομίσκο του Μονπαρνάς.

Vassilieff-CantineCapture
Cantine – Villa Vassilieff

Την εποχή εκείνη η Villa Vassilieff στέγαζε το ατελιέ της ρωσίδας ζωγράφου και γλύπτριας Μαρίας Βασίλιεφ (1884-1957) αλλά και μια καντίνα (πρόχειρου φαγητού) που είχε ανοίξει η καλλιτέχνις. Στη συνέχεια στέγασε το μουσείο Μονπαρνάς που έκλεισε το 2013.

Εκθέσεις και κατοικίες καλλιτεχνών
villaVassilieffCapture
Εσωτερικό της βίλας στους τοίχους, έργα μεγάλων καλλιτεχνών

Η τοποθεσία αυτή παρ’ ολίγον να εξαφανισθεί αλλά διασώθηκε χάρις στον όμιλο Μπετανσαλόν που του παραδόθηκαν τα κλειδιά από τη Δημαρχία Παρισιού ιδιοκτήτρια του οικήματος. Η επαναλειτουργία αυτού σαν καινούργιο πνευματικό κέντρο έγινε προσφάτως. Πέραν αυτού η Βίλα Βασίλιεφ θα προτείνει εγκαινιάζοντας εκθέσεις και θα φιλοξενεί τη δουλειά καλλιτεχνών που διαμένουν σε προσωπικό τους ατελιέ στο Παρίσι τουλάχιστον τρεις μήνες. Η πρώτη έκθεση που πληρούσε τις προδιαγραφές αυτές είναι της μεξικάνας νεωτερίστριας Αντρέα Ανκίρα, κατόπιν κινέζοι καλλιτέχνες, κορεάτες και αμερικανοί θα τη διαδεχθούν στην φιλοξενία.

Ένας ιδιότυπος χώρος

Πρόκειται για ένα μέρος όπου δεν θα το επισκέπτεται κανείς μόνο για την τέχνη επισημαίνει η Βιρζινί Μπομπέν επικεφαλής της ομάδας επαναλειτουργίας.
Ο όμιλος Μπετονσαλόν (Equipe Bétonsalon) επέλεξε να δημιουργήσει ένα μέρος για όλους τους καλλιτέχνες, το κοινό, τους περαστικούς. Θα μπορείς να έρχεσαι να επισκεφθείς μια έκθεση, να συνομιλήσεις με τον καλλιτέχνη ή απλά να πιεις έναν καφέ.
Η πρώτη έκθεση που προτείνει η βίλα είναι η «Κινητή ομάδα»  (Groupe Mobile) εμπνευσμένη από το έργο του Μαρκ Βώ (Marc Vaux) ενός παλιού ξυλουργού που στράφηκε στη φωτογραφία και που άφησε ένα έργο από περισσότερες από 250.000 γυάλινες πλάκες στα ατελιέ του Μονπαρνάς και του Παρισιού. Αυτά τα στιγμιότυπα ανταποκρίνονται σε έργα δεκάδων σύγχρονων καλλιτεχνών όπως του Μπρανκουζί, Καλντέρ, Μαξ Έρνστ, Τζιακομέτι (Brancusi, Calder, Max Ernst, Giacometti).

Villa Vassilieff 15ο Διαμέρισμα Παρισιού, Montparnasse 2ο οίκημα Χώρου Τεχνών Betonsalon (13ο Διαμέρισμα Παρισιού – Πανεπιστήμιο Παρισιού 7 – Ισόγειο)

Les élèves des Ateliers Beaux Arts Montparnasse sont venues admirer leurs œuvres présentes dans l’exposition #groupemobile et profiter de l’espace cantine …

Δημοσιεύτηκε από Villa Vassilieff στις Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Related Posts
BlaiseCapture
Blaise Cendrars

Henri Miller – Ο Κολοσσός του Μαρουσιού

ManRayCapture
Juliette Browner

Man Ray: Κοιτώντας στον φακό

Edgar Degas – Το σώμα σε κίνηση

Maîtr Edgar Degas (1834-1917)

Edgar Degas self portrait 1855.jpeg
«Edgar Degas self portrait 1855»
από τον Εντγκάρ Ντεγκά – Musée d’Orsay, Paris. Υπό την άδεια Κοινό Κτήμα μέσω Wikimedia Commons.

DegasCapture
Χορεύτριες

Degas3Capture
Χορεύτρια με συνοδό

Degas2Capture
Ιπποδρομίες

Degas4Capture
Στο μπάνιο

Ο Edmond Degas γεννήθηκε στο Παρίσι το 1834 από ευκατάστατη οικογένεια. Μαθήτευσε στη Σχολή Τεχνών αφήνοντας τη Σχολή Νομικής, αρχική του επιλογή, για τη ζωγραφική και εντάσσεται ως ζωγράφος στο γενικότερο ρεύμα του Ιμπρεσσιονισμού.

Μαθητής αρχικά του ιδιοφυούς Inges, ταξίδεψε στην Ιταλία επισκεπτόμενος τις κυριότερες πόλεις – Φλωρεντία, Ρώμη, Νάπολη, για να μελετήσει το έργο των ζωγράφων της Αναγέννησης αλλά αργότερα εγκατέλειψε τον Ακαδημαϊσμό καθώς  επηρεάστηκε από τον  Edouard Mane με τον οποίον υπήρξε φίλος, εναρμονιζόμενος στην πορεία προς τις γενικές αρχές του Ιμπρεσσιονισμού.

Δημιουργεί  τον δικό του κόσμο με όλα όσα του κινούσαν το ενδιαφέρον αλλά που βρίσκονταν σε τροχιά. Αυτό σήμαινε τη στροφή του προς την αποτύπωση της κίνησης του ανθρώπινου σώματος, τη παγίδευση του φωτός στη συγκεκριμένη στιγμή. Ο σύγχρονος του Γάλλος συγγραφεύς Charles Baudelaire, με τον οποίο είχε συνάφεια ως προς την ενασχόλιση με το γράψιμο, τον χαρακτήρισε ως  ζωγράφο της αρμονίας του ανθρώπινου κινούμενου σώματος (harmonie matérielle) – κάτι που του αποδόθηκε για το σύνολο του έργου του, χαρακτηρίζοντας τον ως ζωγράφο – αυθεντία, του ανθρωπίνου εν κινήσει σώματος.

Τα θέματα του τα εμπνεύστηκε κυρίως από τις χορεύτριες – πότε στη σκηνή, πότε στα καμαρίνια, πότε στη μπάρα ασκήσεων της Σχολής Χορού (Conservatoire de Paris) πότε σε ζωγραφικά έργα αλλά και σε έργα χαρακτικά και μικρογλυπτικής.  Επίσης εμπνεύσθηκε από τις Ιπποδρομίες και τα άλογα.

Κατά τον Γαλλο-πρωσσικό πόλεμο (1870)  κατατάχτηκε στο Πυροβολικό αλλά έκτοτε η όραση του άρχισε να μειώνεται ώσπου να βλέπει πια ελάχιστα. Ωστόσο δεν κλείσθηκε στο ατελιέ του αλλά περιφερόταν στους δρόμους του Παρισιού ως τφλός Όμηρος. Κατά την περίοδο αυτή ασχολήθηκε με τη γλυπτική περισσότερο.

Ήταν ζωγράφος που γνώρισε την αναγνώριση γρήγορα μιας και περί το 1880  – δέκα χρόνια μετά την δημιουργία του προσωπικού του ατελιέ το 1859- τα έργα του πωλούνταν σε υψηλές τιμές. Τα χρήματα αυτά τα διέθετε για την αποπληρωμή χρεών από τον πατέρα του August Degas, που καίτοι εύπορος τραπεζίτης δημιούργησε οφειλές. Σύντροφος του υπήρξε η Αμερικανίδα ιμπρεσσιονίστρια ζωγράφος Mary Cassatt.

Εγκατέλειψε τον κόσμο το 1917 στο Παρίσι, μετά από 83 χρόνια παρουσίας του σ’ αυτόν. Τον αποχαιρέτησαν μεταξύ άλλων οι Claude Monet και ο επιστήθιος φίλος του Jean-Louis Forain.

Κείμενο: Διασκευή από el.wikipedia.org Εντγκάρ Ντεγκά – Zωγραφικά έργα Degas: αρχική πηγή herakleidon-art.gr Museum Shop Posters Edgar Degas
Έ
ργα Degas – περισσότερα

Η εποχή των σταφυλιών

Σεπτέμβρης η εποχή των σταφυλιών

sprinklingTheVines
Γιώργος Ρήγας – Το ράντισμα των αμπελιών

Ο Σεπτέμβριος είναι ο ένατος μήνας του Γρηγοριανού ημερολογίου και ο πρώτος του φθινοπώρου. Στο αρχαίο ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν στην αρχή έβδομος (SEPTEM). Από εκεί προέρχεται και το όνομα του. Όταν αργότερα μετακινήθηκε στο ημερολόγιο, δεν άλλαξε όνομα όπως ο (QUINTILIS) και ο (SEXTILIS) που μετονομάστηκαν σε Ιούλιο και Αύγουστο αντίστοιχα.
Τον μήνα αυτό στην αρχαία Ρώμη γιορταζόταν ο JUPITER, ο Ζευς πατήρ, θεός του ουρανού και της θύελλας. Ο εορτασμός γινόταν με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια, με δημόσιο ιερό συμπόσιο, με θεάματα και αγώνες. Η 1η Σεπτεμβρίου ήταν για τους Ρωμαίους σαν Πρωτοχρονιά. Την ονόμαζαν INDICTIO (Ινδικτώνα) που σημαίνει κατανομή των φόρων. Αυτό το μήνα είχαν πια συγκεντρωθεί όλα τα εισοδήματα και το κράτος όριζε τι θα πλήρωνε ο καθένας.

Στην αρχαία Αθήνα αυτόν τον μήνα που αντιστοιχούσε με τον Μεταγειτνιώνα, οι μεγαλύτερες γιορτές ήταν τα Μικρά και τα Μεγάλα Ελευσίνια, καθώς και τα Μυστήρια προς τιμήν της Δήμητρας και της Κόρης. Τα Μεγάλα Ελευσίνια γίνονταν «πεντετηρικώς» (το δεύτερο έτος των Ολυμπιάδων) και τα Μικρά «τριετηρικώς» (το πρώτο και το τρίτο έτος των Ολυμπιάδων). Δεν έχουμε πολλές πληροφορίες για τα Ελευσίνια γιατί οι μυημένοι έπαιρναν όρκο σιωπής. Έχουμε βάσιμες πληροφορίες όμως ότι η μύηση δεν ήταν κάποια διδασκαλία, αλλά μια αναπαράσταση της αρπαγής της Κόρης από τον Πλούτωνα, της αναζήτησης της από τη Δήμητρα και της επανόδου της Κόρης από τον Άδη στο φως.

Στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. καθιερώθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως αρχή του εκκλησιαστικού έτους, η 1η Σεπτεμβρίου, κατά την οποίαν ετελείτο ειδική λειτουργία η «Ακολουθία της Ινδίκτου». Η Ανατολική εκκλησία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να εορτάζει την αρχή του εκκλησιαστικού έτους το Σεπτέμβριο.

Ο μήνας αυτός έχει πολλές προλήψεις. Έτσι σε ορισμένα μέρη θεωρείται η 1η Σεπτεμβρίου «ημέρα του Χρονογράφου» καθώς πιστεύεται πως τη μέρα αυτή ο Χάροντας γράφει στο τεφτέρι του όσους θα πεθάνουν κατά τη διάρκεια του χρόνου. Για να εξορκίσουν το Χάροντα, τη μέρα αυτή σπάνε ρόδια στην είσοδο των σπιτιών. Στην Κρήτη κάνουν μαντική: Παίρνουν ένα καρύδι από την παραμονή, το αφήνουν στην ταράτσα να το δούνε τα άστρα και το πρωί της 1ης Σεπτεμβρίου το σπάνε. Αν βγει ολόκληρο σημαίνει ότι θα είναι γεροί όλο το χρόνο.
Ο Σεπτέμβριος έχει πολλές ονομασίες όπως Ορτυκολόγος, λόγω του περάσματος των ορτυκιών που αποδημούν νότια, Τρυγομηνάς ή Τρυγητής λόγω του τρύγου, Αη-Νικήτας από την γιορτή του Αγίου Νικήτα και βέβαια Σταυριάτης, Σταυρίτης και Σταυρός από την μεγάλη γιορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού.
Αυτή την εποχή οι βροχές είναι και καλές και κακές. Καλές γιατί: «Αν ίσως βρέξει ο τρυγητής χαρά στον τυροκόμο» και κακές γιατί: «Του Σεπτέμβρη οι βροχές πολλά καλά μας φέρνουν». Για τους αγρότες ξεκινάνε οι εργασίες για το όργωμα και τη σπορά. Όπως λένε στην Κρήτη: «Τον Σεπτέμβρη στάρι σπείρε και σε πανυγήρι σύρε».
Αλλά η κυριότερη ασχολία είναι ο τρύγος. Γι’ αυτό λέγεται και Τρυγητής. «Του Σεπτέμβρη τα σταφύλια του Οκτώβρη τα κυδώνια» που λέει η παροιμία. Οι τρυγητάδες ξεκινούν απ’ τα χαράματα για τα αμπέλια μαζί με φίλους και γείτονες που θα βοηθήσουν. Αποφεύγουν να τρυγήσουν Τρίτη και Παρασκευή και προσέχουν να μην τελειώσουν Σάββατο. Υπάρχει και σχετική παροιμία: «Την Τρίτη και Παρασκευή τ’ αμπέλι μην τρυγήσεις». Τα σταφύλια τα μεταφέρουν με κοφίνια στα πατητήρια, τα πατάνε και τον μούστο τον βάζουν σε καθαρά βαρέλια. Μετά το πάτημα και τη μεταφορά του μούστου αρχίζει το γλεντοκόπι. Έτσι λένε: «Τον Σεπτέμβρη που τρυγούνε, δέκα στείρα καταλιούνε».

Η μεγαλύτερη γιορτή του Σεπτεμβρίου είναι αυτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στις 14. Σύμφωνα με την παράδοση η Αγία Ελένη μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου έψαχνε να βρει το Σταυρό και όταν είδε ένα βασιλικό που φύτρωνε δίπλα του κατάλαβε ότι ήταν του Χριστού και τον ύψωσε. Γι’ αυτό τον λόγο ανήμερα στην γιορτή, κόβουν βασιλικούς ή φέρνουν γλάστρες με βασιλικούς στην εκκλησία και τους μοιράζουν στο εκκλησίασμα. Οι πιστοί κρατάνε αυστηρή νηστεία του Σταυρού γιατί είναι «σταυρωμένη μέρα» σαν την Μεγάλη Παρασκευή.

Τη μέρα της γιορτής αυτής σε πολλά μέρη αρχίζουν οι γεωργοί τις προετοιμασίες για τη σπορά. Κατεβάζουν απ’ το εικονοστάσι τα στάχυα του θερισμού που τα είχαν κάνει σταυρό, τα τρίβουν, παίρνουν το σπόρο και τον ανακατεύουν μαζί με αυτόν που προορίζουν για τη σπορά. Τον πηγαίνουν στην εκκλησία και ο ιερέας διαβάζει ειδική ευχή. Υπάρχει και η ανάλογη παροιμία: «Του Σταυρού σταύρωνε και δένε» γιατί την εποχή αυτή σταματούσαν τα ταξίδια με ιστιοφόρα. Γενικότερα η γιορτή της Υψώσεως αποτελεί σημαντικό χρονικό όριο, καθώς βρίσκεται πολύ κοντά σε ένα φυσικό όριο του ηλιακού έτους, σε μια κρίσιμη καμπή της πορείας του ήλιου, τη φθινοπωρινή ισημερία.

Ζωγραφικό έργο: Γιώργος Ρήγας (1921 – 2014) paletaart.wordpress.com