Αρχείο ετικέτας pier-paolo pasolini

Mamma Roma

Ο Παζολίνι και ο Νεορεαλισμός

Ο Παζολίνι και ο Νεορεαλισμός

Αρχικά θιασώτης του ρεύματος αυτού, ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1922 γ. – 1975 θ.) με τις ταινίες «Ακατόνε» (1961) και «Μάμα Ρόμα» (1962) – υπερβαίνει τα στενά πλαίσια που το ρεύμα έθετε: ήτοι μια ρεαλιστική απεικόνιση περιστατικών της ζωής απλών ανθρώπων μιας κάπως απομακρυσμένης πραγματικότητας έξω από τα στενά όρια μιας αστικής πρωτεύουσας – εισάγοντας νέα στοιχεία υπέρβασης.

Mamma Roma
Anna Magnani, Ettore Garofalo

Νεορεαλισμός είναι ένα ρεύμα στον κινηματογράφο που προσχώρησαν πολλοί Ιταλοί και όχι μόνο, σκηνοθέτες. Τα θέματα του τα αντλεί από τις ιστορίες απλών ανθρώπων στις παρυφές ενός βιομηχανικού αστικού ή επαρχιακού περίγυρου τοποθετώντας τες πάντα σε ένα δραματικών τόνων σκηνικό.

Ο πρώτος διδάξας – θεμελιωτής στην Ιταλία, ο Ρομπέρτο Ροσελίνι με τις ταινίες «Ρώμη Ανοχύρωτη Πόλη», «Στρόμπολι» κ.ά. επεξεργάστηκε με απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο τις ιστορίες της κινηματογραφικής του αφήγησης.

Ο Παζολίνι προχώρησε πιο πέρα τον νεορεαλισμό προσδίδοντας του ένα είδος σουρεαλισμού. Στις κατοπινές του ταινίες στο τέλος της δεκαετίας του ’60, ο Παζολίνι, υπερβαίνει τα εσκαμμένα δίνοντας μια νέα ώθηση στο ρεύμα αυτό με την είσοδο του σουρεαλισμού – με κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικές ταινίες «Θεώρημα» (Teorema /1968) και «Χοιροστάσιο» (Porcile /1969) – ξεφεύγοντας από τη φόρμα του νεορεαλισμού, με την εισαγωγή έντονων στοιχείων σουρεαλισμού και ασχολούμενος σ’ αυτές τις ταινίες όχι με την εργατική αλλά με την αστική τάξη.

Το συγγραφικό του έργο «Τα παιδιά της ζωής» (Ragazzi di Vita), κινείται παράλληλα με τις ταινίες του «Ακατόνε» (1961), «Μάμα Ρόμα» (1962) και «Ρικότα» (Ricotta) (μικρού μήκους / 1963) στις οποίες αναπτύσσει τη δική του φόρμα του νεορεαλισμού ξεχωρίζοντας απ’ τον Ρομπέρτο Ροσελίνι και άλλους κατοπινούς σκηνοθέτες.

Ενώ ο Ροσελίνι φωτίζει τις ζωές απλών ανθρώπων, ο Παζολίνι προσπαθεί να φωτίσει τις ζωές του υποκόσμου στην πρώτη περίοδο των αρχών του ’60. Τα «Παιδιά της Ζωής» είναι ένα ορόσημο στη διακαή επιδίωξη του να φωτίσει τη ζωή του περιθωρίου, μια αποφασιστική στροφή προς το είδος αυτό.

Το βιβλίο δέχθηκε πολλές κριτικές όπως και κάποιες απ’ τις ταινίες του που λογοκρίθηκαν. Η κυβέρνηση των Χριστιανοδημοκρατών το κατηγόρησε ως άσεμνο. Το ΚΚΙ  –  του οποίου διετέλεσε μέλος κάποια χρόνια (1947 ~ 1949), το χαρακτήρισε επιτηδευμένο, με απουσία θετικών ηρώων, χωρίς προοπτικές.

πληροφορίες / άρθρο wikiwand.com/en/Ragazzi_di_vita

Pier Paolo Pasolini – Video Gallery

Mamma Roma 1962 : Mercato

Mamma Roma 1962 : Il Violino Tzigano

Cineteca di Bologna – Porcile 1969 : Pierre Clementi – Jean-Pierre Léaud, Anne Wiazemsky Monologs

Νεορεαλισμός Μια λίστα ταινιών

Τα παιδιά της ζωής

Τα παιδιά της ζωής / Ragazzi di Vita


Ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι έτρεφε μεγάλη προσήλωση στον φτωχόκοσμο. Θέλησε να ρίξει άπλετο φως στους χαρακτήρες και τις συνθήκες διαβίωσης στις φτωχογειτονιές της Ρώμης. Σ’ αυτό το βιβλίο του καταπιάνεται εξ αρχής με το θέμα των φτωχοδιάβολων κατοίκων στα περίχωρα – θέμα αργότερα και της ταινίας «Ακατόνε«. Στο συγκεκριμένο βιβλίο του ως επί το πλείστον βασίστηκε η ταινία «Mama Roma» (1961).

Αυτό μοιάζει ως προτίμηση: στην πλούσια αστική τάξη της Ιταλίας αντιπαρατίθενται οι φτωχοί «χωρίς στον ήλιο μοίρα» όπως λένε. Η ματιά του Παζολίνι αποστρέφεται τους πρώτους – κάτι που έδειξε στο «Θεώρημα» καθώς τους θεωρεί χωρίς ψυχή και αισθήματα. Αντίθετα τους δεύτερους τους ανυψώνει σε κάτι μεγαλύτερο, τους βγάζει από τα κουρέλια που είναι ενδεδυμένοι , απ’ τους σκοτεινούς τοίχους των φτωχικών σπιτιών τους φωτίζοντας με τρυφερότητα μια «χαμοζωή».

Το βιβλίο αρχίζει να γράφεται το 1950 και εκδίδεται το 1955. Είναι η πρώτη μεγάλη συγγραφική επιτυχία του Παζολίνι. Γραμμένο όλο σε ρομανέσκο και γεμάτο από γλωσσικούς ιδιωματισμούς που χρησιμοποιεί ο υπόκοσμος, αναστάτωσε τη φιλολογική ζωή της Ιταλίας του `55 με την ωμότητα του θέματος και το γλωσσικό πειραματισμό της μεταφοράς και αναδημιουργίας της γλώσσας ενός λούμπεν προλεταριάτου, που ποτέ πριν δεν είχε κοιταχτεί με μάτι τόσο παρατηρητικό, χωρίς καμιά διάθεση να καλυφτεί η σκληρή αλήθεια της διήγησης. Η αγάπη, ο οίκτος, η τρυφερότητα και η τέχνη που κρατούν ενωμένα τα διάφορα επεισόδια του βιβλίου τράβηξαν την προσοχή όχι μόνο των ειδικών αλλά και του πλατύτερου αναγνωστικού κοινού.

Υπόθεση: Η ζωή του Riccetto ενός ανυπότακτου νεαρού που ενώ δέχεται τις ευλογίες της Καθολικής Εκκλησίας με τη Βάπτιση και την Πρώτη Κοινωνία, γίνεται αργότερα κλέφτης: κλέβει έναν τυφλό ζητιάνο κι ένα μοναστήρι. Ο αναγνώστης τον παρατηρεί μαζί με τους φίλους του γυρίζοντας στους δρόμους, να πηγαίνει από κλεψιά σε κλεψιά ακόμη και να επιδίδεται στην πορνεία. Πολλοί απ’ τους συντρόφους του σκοτώνονται και η ανηθικότητα είναι πάντα κυρίαρχη. Τελικά συλλαμβάνεται να κλέβει μερικά σίδερα για να αγοράσει ένα δαχτυλίδι στη μνηστή του και φυλακίζεται. Όταν αποφυλακίζεται επιστρέφει στην ίδια ζωή του δρόμου.

Ο Παζολίνι θέτει καθαρά πως ο Ρικέτο και οι σύντροφοι του είναι εκ γενετής περιπλανώμενοι μοιάζοντας με τον Ντην Μοράιαρτι (Dean Moriarty / «The Beat Generation») του Κέρουακ: μια υπο τάξη (υπόκοσμος) ανθρώπων χωρίς στήριγμα στο μοντερνισμό (και τις ανέσεις του), που έκτοτε έχει χαθεί. Θαύμαζε αυτό που θεωρούσε σ’ αυτούς «απολίτικη επαναστατικότητα» – διαχωρισμένοι από τους παρτιζάνους της πολιτικής που είχαν γεμίσει τη ζωή, της τότε μετα πολεμικής Ιταλίας.

Ανάλυση: Ως προς τα λογοτεχνικά του κείμενα, «Τα παιδιά της Ζωής» αποτελεί ένα εγχείρημα να φέρει κοντά στο πλατύ κοινό τη ζωή των παιδιών που ζουν στο περιθώριο, περνώντας τη μέρα τους στους δρόμους, επιδιδόμενοι σε λογής πράξεις – ανήθικες ακόμη, για να βγάλουν το ψωμί – τους «κολπατζήδες», που πάνε από κόλπο σε κόλπο.

Κανείς ως τότε δεν είχε ασχοληθεί μαζί τους, το θέμα αυτό ήταν κάτι σαν κλειστό βιβλίο. Έγραψε το βιβλίο στη γλώσσα τους – μια αργκό του δρόμου την οποία οικειοποιήθηκε απολύτως περιγράφοντας πιστά  – κάτι που στη πραγματικότητα ονομάσθηκε Λούμπεν Προλεταριάτο.

Στο μετέπειτα βιβλίο του «Αιρετικός Εμπειρισμός» τονίζει πως η λογοτεχνική γραφή πρέπει να είναι σε γλώσσα διαφορετική απ’ αυτή του συγγραφέα – μη αμφισβητώντας, αφήνοντας περιθώριο για έναν νατουραλισμό της αφήγησης. Άλλο χαρακτηριστικό της αφήγησης είναι πως ο αφηγητής δεν δίνει καμιά πληροφορία για το υπόβαθρο της ζωής των ηρώων του – σε αναγνώστες μη εξοικειωμένους μ’ αυτά τα κοινωνικά στρώματα (μπακγκράουντ).

Γίνεται ο ίδιος κάποιος απ’ αυτούς που περιγράφει. Δεν αφηγείται εκ των έξω. Είδε αυτή την τάξη σαν τη μόνη που θα μπορούσε να επιζήσει από την διαφθορά που έφερνε η βιομηχανοποίηση και ο μοντερνισμός – κάτι σαν ανθρώπινο κέλυφος περιλαμβάνοντας τους μόνους που θα μπορούσαν να παραμείνουν ελεύθεροι. Γι αυτό το λόγο τους σέβεται και τους θεωρεί ως τη μόνη αληθινά καταπιεσμένη τάξη που και ο ίδιος ο Κομουνισμός υποτίμησε, με την ονομασία Lumpen Proletariat (Λούμπεν Προλεταριάτο /ονομασία από τους Μαρξ Ένγκελς).

Εκδόσεις Οδυσσέας σελ. 302, ημερομηνία κυκλ. 2006, γλώσσα πρωτοτύπου Ιταλικά.

Teorema

Προσεγγίζοντας το Ανέφικτο

Με την ταινία το Θεώρημα (1968) ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι ολοκληρώνει την Τριλογία του Ανέφικτου στον Έρωτα. Έχουν προηγηθεί οι ταινίες Ακατόνε (Ο Αλήτης /1961), Μάμα Ρόμα (1962). Με το Θεώρημα να εστιάζει στην ανώτερη τάξη και τα πάθη της ενώ οι προηγούμενες δύο – ο Ακατόνε τις φτωχογειτονιές και τα πάθη των ανθρώπων που ζουν σ’ αυτές, ενώ στο Μάμα Ρόμα τη λάμψη της της πόλης της Ρώμης  και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή που γινόταν για κάποιους ανθρώπους του περιθωρίου – στην περίπτωση αυτή, της «Μάμα Ρόμα», του αγοραίου έρωτα.

Η τριλογια της ερωτικης διαψευσης 3 ταινιεσ του π. π. παζολινι

Ακατόνε, Μάμα Ρόμα, Θεώρημα: τρεις ταινίες του Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1922 – 1975) με θέμα τον έρωτα ως μια βασική συνιστώσα του κοινωνικού περίγυρου. Συνιστώσα που δρα στο παρασκήνιο μη κατορθώνοντας να αλλάξει την πορεία μιας ύπαρξης πάντα δέσμιας των παθών της – πάθη, που μια κοινωνία κατά κάποιον τρόπο επιβάλλει.

Ακατόνε
Accatone – Ο Αλήτης 1961

Με το έργο Ακατόνε (ο Αλήτης) ξεκινά η αρχή του ξετυλίγματος του νήματος που υφαίνει τον ιστό των ερωτικών σχέσεων των ανθρώπων. Συνεχίζεται με τη Μάμα Ρόμα με φόντο στα περίχωρα της Ρώμης θεματικής ανάπτυξης της ζωής της φτωχής εκδιδόμενης γυναίκας που πραγματοποιεί το όνειρο της για μια καλύτερη ζωή στην πρωτεύουσα μαζί με το νεαρό γιο της. Καταλήγει με το Θεώρημα με την έλευση ως καταλύτης – ερωτικός θεός, του νεαρού (Επισκέπτης) στην πλούσια βίλα του αστού ιδιοκτήτη όπου θέτονται υπό την γοητεία του όλοι οι διαμένοντες εκεί, χωρίς κανείς τους να μπορεί να έχει μια πρωτοκαθεδρία.

Ο έρωτας σαν κινητήριος δύναμις και στα τρία έργα είναι καταστροφικός καθώς η ισχύς του δεν είναι αρκετή αφού εν τη γενέσει του περιέχει την έννοια της αυτονομίας από τον άλλο, την κριτική προς τον άλλο, εν τέλει την απόρριψη είτε από τον έναν είτε από τον άλλο.

Accatone
Franco Citti – Accatone
Accatone – Franco Citti 1961

Η τριλογία ξεκινάει με τον Ακατόνε (1961). Η ζωή του Βιτόριο στις φτωχογειτονιές της Ρώμης δεν φαίνεται να πηγαίνει προς το καλύτερο καθώς η γυναίκα που τον συντηρούσε εκδιδόμενη, συλλαμβάνεται και κλείνεται στη φυλακή. Η καινούργια του φιλενάδα δεν είναι τόσο αφελής για να ζήσει μαζί του σύμφωνα με τις δικές του επιταγές – καθώς το να βρει μια κανονική δουλειά τον βρίσκει αντίθετο – έτσι που είναι πλήρως διαβρωμένος από την εθιστική ζωή που διάγει – κάτι σαν ντόλτσε βίτα των φτωχών δηλαδή με το να βρίσκει λεφτά με άλλους τρόπους πλην των νομίμων. Η γυναίκα του τον έχει ήδη εγκαταλείψει μένοντας με τον μικρό γιο τους στον πατέρα της μαζί τον αδελφό της.

Anna Magnani
Anna Magnani Mamma Roma

Στη Μάμα Ρόμα (1962) το ίδιο: η αποκαλούμενη «Mamma Roma» – Άννα Μανιάνι, ζει με τον γιο της Ετόρε σε φτωχογειτονιά των περιχώρων του Λάζιο, Ρώμης. Ο γιος της δεν θέλει να σπουδάσει ή να δουλέψει γυρνώντας με τους φίλους του εδώ και ‘κει παραμένοντας ωστόσο το κύριο στήριγμα για τη μάνα του που θέλει να πάνε στη Ρώμη να βρουν ένα ωραίο διαμέρισμα να ζήσουν σαν άνθρωποι. Πράγματι πηγαίνουν εκεί, βρίσκει μια θέση στη λαϊκή να πουλάει πράγματα, το ίδιο με το διαμέρισμα που μοιάζει ικανό να στεγάσει όλα τους τα όνειρα. Η επίσκεψη του πατέρα Καρμίνε, (ο Φράνκο Τσίτι του Ακατόνε), δεν αλλάζει το σκηνικό καθώς αυτός διώχνεται από ‘κείνην με κατηγόριες ότι εκείνος φταίει για όσα δύσκολα έχει περάσει και προσπαθεί τώρα πια να ξεπεράσει.

Teorema
Terence Stamp – Teorema 1968

Στο Θεώρημα (1968) ο ερχομός του πανέμορφου ξένου Τέρενς Σταμπ (Επισκέπτης) γίνεται η αφορμή να εκδηλωθούν όλα τα καταπιεσμένα ερωτικά αισθήματα – της μάνας (Σιλβάνα Μαγκάνο), των παιδιών, του συζύγου (Μάσιμο Τζιρότι), ακόμη και της υπηρέτριας (Λάουρα Μπέτι) – μόνο που σ’ αυτή το αίσθημα της θρησκευτικότητας που διαθέτει μεταθέτει το ερωτικό σε μια άλλη σφαίρα εκδήλωσης. Κανείς δεν κατέχει τον ξένο που μόλις τους κατακτήσει θα φύγει, κι αυτό δρα σαν καταλύτης που θα αναταράξει – τον διαταραγμένο ήδη, ερωτικό και συναισθηματικό συνακόλουθα, ψυχισμό ενός εκάστου.

Silvana Mangano
Silvana Mangano (Lucia) – Teorema

Εν τέλει και στα τρία έργα του Παζολίνι κυρίαρχο είναι το χρήμα – ο έρωτας δεν μπορεί να γίνει κυρίαρχος εξ αιτίας των καταστροφικών συνεπειών του πρώτου με όσα κακά φέρνει: και στα τρία έργα, εξαθλίωση των ηθών, εφήμερα στηρίγματα με μπακγκράουντ είτε τις φτωχογειτονιές του αστικού περίγυρου (τα δύο πρώτα), είτε τις απομονωμένες επαύλεις των πλούσιων αστών. Το χρήμα διαφθείρει συνειδήσεις από τη μια, από την άλλη αντί να εξανθρωπίσει καθιστά όλο και περισσότερο τον άνθρωπο έρμαιο των παθών του – καταπιεσμένα ή όχι. Η σωτηρία δεν έρχεται λοιπόν από τον έρωτα καθώς αυτός παραμένει ένα διακοσμητικό υπόβαθρο στην ολοένα καταβύθιση των ηρώων σε ένα απόλυτο αδιέξοδο, σε ένα αναπότρεπτο τελικά κενό ανυπαρξίας και ηθικής απαξίωσης.

Ο έρωτας υπάρχει πίσω από τις τρεις ιστορίες μόνο που δεν βρίσκεται στο προσκήνιο αλλά στο υπόβαθρο των όσων διαδραματίζονται ως επακόλουθα όλων, των συνεπειών του. Συνέπειες που καθορίζονται από τις κοινωνικές συνθήκες. Δηλαδή η δύναμη του καθίσταται τρόπον τινά ανίσχυρη. Ισχυρά είναι τα πάθη, τα καταπιεσμένα συναισθήματα, η οργή του απελπισμένου που δρα σαν καταστροφική μανία στα υποκείμενα του πάθους.