Θάλεια Φλωρά - Καραβία Ζωγραφικό

Αυτοί τα θέλουν όλα

«Αυτοί τα θέλουν όλα. Γη και Ύδωρ, Ουρανό και θάλασσα. Δεν σταματούν ποτέ να ζητάνε Στη φτώχεια μας, να μας αφήσουν ήσυχους επιτέλους. Αυτό προσδοκούν».

Thalia Flora-Karavia
Θάλεια Φλωρά – Καραβία – Στον κήπο

«Την εποχή που ήμασταν στη Σμύρνη ήταν άλλο πράγμα σου λέω! Χοροί, διασκεδάσεις, δεν υπήρχε μέρα που να μη σκάσει χαμόγελο στα χείλη μας. Η Εριέττα πάντα ντυνόταν με την τελευταία λέξη της μόδας. Κατέβαινε στο Κε στα μαγαζιά τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα! Εκεί να δεις μαγαζιά: Υφασματεμπορικά με τόπια στραφταλιστά υφάσματα: Μπροκάρ, δαντέλες, τούλια, μεταξωτά, κρεπ ντε σιν! Η ράφτρα μας ήταν σπουδαία. Έπαιρνε το ύφασμα και το μετέτρεπε μέσα σε ένα πρωϊνό σε μια θαυμάσια έξωμη τουαλέτα! Στο χορό της Λέσχης που γινόταν κάθε Χριστούγεννα η μια Σμυρνιά ωραιότερη από την άλλη! Αν ήσουν άνδρας θα ζαλιζόσουν από τα τόσα αρώματα, σκέρτσα, κρυφές ματιές… Όλα μπροστά στα μάτια σου μη ξέροντας πως και ποια να διαλέξεις: Εκείνη με το ουρανί ή την άλλη με το πράσινο του σμαραγδιού φουστάνι! Τώρα όλα αυτά πάνε χαθήκανε. Αφήσαμε τα πάντα πίσω στη πατρίδα και εδώ τι γίναμε; Μια τέχνη αν ξέραμε, δουλεύαμε για να βγάζουμε το φαγητό μας  – να όπως η Φωτεινή που ήξερε να ράβει και βοηθούσε τον άνδρα της στο μαγαζί… Περασμένα μεγαλεία και θυμόντας τα να κλαις«…

varkaris
Αλκυόνη Παπαδάκη – Βαρκάρισα της Χίμαιρας

«Τώρα εδώ μετά από τόσα χρόνια, ήμασταν τακτοποιημένοι. Βέβαια και δουλέψαμε. Με κόπους και βάσανα τα ένσημα… Για μια σύνταξη πια ζούσαμε. Το σπίτι πάντα είχε φαγητό στο μάτι: πότε λαδερό, πότε όσπρια… Κάναμε και κανένα μπιφτεκάκι με πατάτες…  Στέλναμε και το μοσχαράκι στο φούρνο τις Κυριακές… Το κυριότερο υπήρχε ησυχία και εξασφάλιση για το αύριο. Ήξερες ποιος είσαι και που πατάς. Τι μέρα θα σου ξημερώσει τέλος πάντων… ! Και ξαφνικά όλα χαθήκαν. Σαν το καλό ποτήρι που διψασμένος καθώς είσαι κάνεις να πιεις νερό και να! κάνεις μια αδέξια κίνηση και χύνεται και σπάει το ποτήρι και ξέρεις πως δεν θα το ξαναδεις… ! Κι ήταν το τελευταίο που είχε μείνει από το κρυστάλινο σερβίτσιο που είχε αγοράσει ο πατέρας με τις οικονομίες, φερμένες από την πατρίδα, τη Σμύρνη…»

amanatidis_portraitCapture
Βασίλης Αμανατίδης μ_other – Γυναίκα του 1900

«Σήμερα τα νιτερέσα από το εξωτερικό λένε να μας πατήσουν χάμω… Σαν σκυλιά, σαν σκουλίκια… Το κράτος λένε είναι χρεωκοπημένο! Εμείς πάντως δεν φάγαμε τίποτα, μια συνταξούλα δικαίως που την παίρναμε κι αυτό ήταν όλο! Δώσαμε στο κράτος, δεν πήραμε τίποτα. Το σπιτάκι μας το έχτισε ο πατέρας με τα χέρια του. Πλίνθοι και κέραμοι… Που είναι οι βίλες που λένε και τα κότερα! Μα έτσι είναι, δεν υπάρχει δίκιο σ’ αυτόν τον κόσμο. Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά… Οι αγορές λένε μας κλείσανε την πόρτα, ξέρεις, αυτά τα ιδρύματα που δίνουν δάνεια, οι τράπεζες τέλος πάντων, και τώρα ζητιανεύουμε δάνεια από την Ευρώπη. Την είδαμε και την Ευρώπη – το πως κάθησε με σταυρωμένα χέρια στο δράμα μας τότε που στα καράβια δεν κατέβαζαν τη σκάλα και άφηναν τον κόσμο στις βάρκες… ότι τάχα δεν χωρούσαν άλλοι, μας φώναζαν από τη γέφυρα. Ή τότε που αλώνιζε ο τουρκικός στρατός στην Κϋπρο και δεν μας άφησαν να κάνουμε βήμα προς τα ύδατα εκεί.»

«Αυτό είναι: η Ευρώπη ήθελε να μας απομυζήσει γι’ αυτό μας έβαλαν στο ευρώ και τώρα που δεν ανταπεξήλθαμε – φορτωμένοι δάνεια και δάνεια ετών απλώς μας θέλει πειθήνιους αποπληρωτές και τίποτε παραπάνω. Το ξέρουμε καλά πως ο υπέρτατος νόμος του δανειστή είναι να πάρει πίσω τα χρήματα του με όποιο τρόπο, βρέξει χιονίσει. Αν ήσουν στην Αμερική και δανειζόσουν, κι έπεφτες σε τίποτε γκάγκστερ ή μαφιόζους θα σε εκτελούσαν αν δεν επέστρεφες τα χρεωστούμενα… Νόμος είναι το χρήμα, το χρήμα γι’ αυτούς είναι ο ύψιστος παρονομαστής. Νόμος του ισχυρού. νόμος του κράτους. Τέτοιο κράτος βέβαια τι να το κάνεις; έτσι που υποτάσσεται στους ισχυρούς κι όλο βάζει φόρους και αυξήσεις για να ξεχρεώνει; Να το βράσεις τέτοιο κράτος…»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *