Σεφέρης - Το Φύλλο της Λεύκας

Το φυλλο της λευκας

Ημερολόγιο Καταστώματος Α΄: Το Φύλλο της Λεύκας

Το φυλλο της λευκας (1940) – Γιωργος Σεφερης  
Λεύκα Καβάκι (Populus Nigra)

«PopulusNigra3» από τον Christian FischerΈργο αυτού που το ανεβάζει. Location: North-eastern Lower Saxony, Germany.. Υπό την άδεια CC BY-SA 3.0 μέσω Wikimedia Commons.

Λεύκα (Populus)
Λεύκα (Populus)

Έτρεμε τόσο που το πήρε ο άνεμος
έτρεμε τόσο πως να μην το πάρει ο άνεμος
πέρα μακριά μια θάλασσα
πέρα μακριά
ένα νησί στον ήλιο
και τα χέρια σφίγγοντας τα κουπιά
πεθαίνοντας την ώρα που φάνηκε το λιμάνι
και τα μάτια κλειστά
σα θαλασσινές ανεμώνες.

Έτρεμε τόσο πολύ
το ζήτησα τόσο πολύ
στη στέρνα με τους ευκαλύπτους
την άνοιξη και το φθινόπωρο
σ’ όλα τα δάση γυμνά
θεέ μου το ζήτησα.

Γράφτηκε σε ηλικία 40

Το φύλλο της λεύκας» (Ημερολόγιο Α΄) 1940 περίπου, εντάσσεται στα ποιήματα που συνδέουν τη φύση με τον άνθρωπο και γενικά όλα τα ανθρώπινα πεπραγμένα που οδηγούν στο τέλος —αδυσώπητο και για τους ανθρώπους και για τη φύση. Χωρίς να είναι μεταφυσικό περιέχει τα πρώτα δείγματα της γνωστής μεταφυσικής που απασχόλησε το Σεφέρη: Εκείνη της σύνδεσης του ανθρώπου με την δημιουργική αρχή δια μέσου της συνάφειας με τον φυσικό κόσμο που τον περιβάλλει.

Στη θέα της λυγερόκορμης λεύκας, των φύλλων της που αναταράσσουν οι ελαφρές ριπές του ανέμου, προβάλει η θαυμαστή η αρμονία μιας λεπταίσθητης κίνησης που μόνο η Φύση ξέρει να δημιουργεί.
Στο άγγιγμα του ανέμου αναρριγούν, αναδιπλώνοντας αδιάκοπα τις λευκές και σκουροπράσινες όψεις τους δημιουργώντας μια παιχνιδιάρικη αυταπάτη αργυρών αναλαμπών.
Ξαπλώνοντας στον ίσκιο τους στο αργόσυρτο καλοκαιριάτικο απομεσήμερο, πεσμένα φύλλα —ελαφρά, αδύναμα, εύθραυστα καθώς ήσαν, πέφτονταν στη γη.
Το φθινόπωρο… κοντά στους ευκαλύπτους – σε μια άλλη περιοχή της μνήμης προβάλει εκείνο το δένδρο:  Η Λεύκα, ψηλή, γεμάτη φύλλα που αργολικνίζονται σαν απαλή ανασεμιά δροσιάς, σ’ εκείνο το ζεστό απομεσήμερο του καλοκαιριού, μια αργυρόχροη αρμονία  —αυταπάτη ενός περασμένου πια, καλοκαιριού.

Στη μνήμη τότε μαζί, ξυπνούν όλοι οι κατατρεγμένοι που πήραν το δρόμο του ξερριζωμού. Αυτοί που γλύτωσαν κι αυτοί που χάθηκαν: Μέσα σε καράβια από τους αρχαίους χρόνους ως τους σημερινούς —κωπηλάτες προς το νησί που θα τους δώσει τη σωτηρία —όμοιοι ναυαγοί χαμένοι στο πέλαγος μιας Ιστορίας, που μόνο θύματα ξέρει να μετρά. Τώρα παρόν με παρελθόν συμπλέκονται στους ίσκιους του χειμώνα, κοντά στη στέρνα με τους ευκαλύπτους.

Η θύμηση από εκείνο το καλοκαίρι, το δένδρο με τους απαλούς, λικνιστικούς ρυθμούς στο γαλάζιο του ουρανού, καθώς τραγουδούσε το τραγούδι των ασημόχροων φύλλων του, προσφέροντας παρηγοριά στην ψυχή του μοναχικού οδοιπόρουΤόσο λεπτά αυτά τα φύλλα, πως γέρνουν στο φύσημα του ανέμου, το τραγούδι τους όμοιο με των σειρήνων

των σειρήνων που πλάνεψαν τον Οδυσσέα πλην όμως, και των σειρήνων των πλοίων που κατά το βράδυ και την επομένη της καταστροφής —όλων των καταστροφών μαζί και κείνη της Σμύρνης, σφύριζαν τελεσίδικα, καθώς τα πλοία έφευγαν γεμάτα κόσμο απ’ το λιμάνι για έναν άγνωστο προορισμό σωτηρίας.

Με όλους τους κατατρεγμένους —των σειρήνων των πολέμων και των βομβαρδισμών – εικόνες που προβάλονται στο φύσημα του ανέμου καθώς διαπερνά τα λεπτά φύλλα του δένδρου —κάτω από ένα διάφανο πέπλο μνήμης, που δεν μπορεί να κρύψει και δεν μπορεί να ξεχάσει.

Ένα αιωνόβιο δένδρο, που φθάνει ψηλά προσπαθώντας να κατακτήσει το άπειρο γαλάζιο με χιλιάδες φύλλα που ανασαίνουν απαλά στο φύσημα του ανέμου —σαν την ψυχή του ανθρώπου που λυπάται και συμπονά για όλα τα χαμένα, για την περασμένη ομορφιά, καθώς αφουγκράζεται το μοναχικό τραγούδι της λεύκας.

εικόνα Αρχική Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *