|
Η κυρία Φωτεινή είταν στο μαγειριό της. Είταν μία γριά κυρία, πούχε περάσει κι όλας τους εξήντα χρόνους, μικρή
στο ανάστημα, ντυμένη με απλά μαύρα φορέματα με μίαν πάνινη
γαλάζια ποδιά δεμένη στή μέση της, με ζαρωμένο το πρόσωπο,
ωχρό και στεγνό πολύ, με βαθουλωμένα και ξεθωριασμένα μάτια
υγρά από κάποιο δάκρυ.
Σε μια γωνιά του μαγειριού εκαθότουν,
σε μιά ξύλινη καρέκλα, μιά πλιό γριά ακόμα υπηρέτρια, που
ακουμπούσε το κεφάλι στο χέρι, εφαινότουν βαρύθυμη και κείνη
και δεν εμιλούσε.
Είταν απόγιομα αργά. Το παραcθύρι είταν ανοιχτό. Όξω ο ήλιος
που εκόντευε να δύσει ερόδιζε στον ουρανό τα λίγα σύγνεφα.
Ένας ανάλαφρος αέρας έμπαινε μέσα, υγρός και χλιαρός,
ανοιξιάτικο φύσημα μέσα στην καρδιά του χειμώνα.
Σ' ένα μικρό χαλκωματένιο αγγειό η κυρία Φωτεινή εζέσταινε
λίγο ζουμί. Τ' ανακάτευε μ' ένα ξύλινο κουτάλι, τ' άφηκε να
χοχλάσει, το τράβηξε από τ' αναμμένα αθράκια, έσπασε μέσα
δυό αυγά, και, φέρνοντας στο στόμα της την άκρη του κουταλιού
για να το δοκιμάσει, είπε με το νού της αναστενάζοντας:
—Τόσο κακά!... Tο απόσπασμα αυτό συνεχίζεται
Κ' εγύρισε προς την πόρτα προσέχοντας μην άκουε κάτι, κ' εξανασυλλογίστηκε:
—Δέ θά τό φάει! δεν παίρνει πλιά τίποτε!... |