Οχαρακτηρισμός της Ξάνθης, ως πόλη με τα χίλια χρώματα δικαιώνεται εάν περιδιαβεί κανείς
τα σοκάκια της Παλιάς Πόλης, τους δρόμους και τις αγορές της.
Η ονομασία αυτή δικαιώνεται ακόμη περισσότερο με μια επίσκεψη
στο γραφικό Παζάρι της με τα άπειρα ηχοχρώματα.
Το Επιμελητήριο Ξάνθης στέκεται αρωγός στην προσπάθεια του Ιδρύματος για την υλοποίηση της έκθεσης
με τίτλο "Το Παζάρι της Ξάνθης".
Το Σαββατιάτικο παζάρι χρονολογείται από πολύ παλιά και εξακολουθεί
όπως το ζούμε σήμερα με μόνη διαφορά ότι τότε γινόταν στην
Κεντρική Πλατεία που η διαμόρφωσή της ήταν διαφορετική από
την σημερινή.
Ο Παναγιώτης Μουχτάρης στο βιβλίο του γράφει:
"Την ημέρα του Σαββάτου, γέμιζε η μικρή, τότε, πλατεία από διάφορα είδη πρώτης
ανάγκης - της εποχής εκείνης εννοείται. Οι χωρικοί έφερναν
ξύλα με τα γαϊδουράκια και τα αράδιαζαν και τα πουλούσαν δεσμίδες-δεσμίδες. Πλούσια σεργκιά* γεμάτα με χωματένια, μπακιρένια και ξύλινα σκεύη, ιδίως πολλά ξύλινα κουτάλια, γιατί τότε έτρωγαν με τέτοια.
Παραδοσιακά τραγούδια Θράκης (Ορεστιάδα)
"Ποιός πουλάει γλυκό κρασί" ()
Ποιος πουλάει γλυκό κρασί, κι αμάν αμάν
μπαζντακούδα Βασ'λική, κι αμάν αμάν
μπαζντακούδα Βασ'λική, κι αμάν αμάν
ποιος πουλάει απάν' στο μαχαλά,
κι αμάν αμάν
μπαρντακούδα Βασιλική, κι αμάν αμάν
μπαρντακούδα Βασιλική, κι αμάν αμάν
πώς πουλιέται το κρασί, κι αμάν αμάν
πώς πουλιέται το κρασί, κι αμάν αμάν
μια χουλιάρα και μισή, κι αμάν αμάν
μια χουλιάρα και μισή, κι αμάν αμάν.
Ποιος πουλάει γλυκό κρασί μπαζντακούδα Βασ'λική
ποιος πουλάει απάν' στο μαχαλά μπαρντακούδα Βασιλική
πώς πουλιέται το κρασί μια χουλιάρα και μισή.
(Πηγή: Μεγ. Μουσ. Βιβλ. Ελλάδος - Λ. Βουδούρη)
Παραδοσιακά τραγούδια (Δόξα - Δράμα)
"Στη ταβέρνα πάλι απόψε" ()
Στην ταβέρνα πάλι απόψε συ το είδες βρε Σμυρνιά
στην ταβέρνα πάλι απόψε συ το είδες βρε Σμυρνιά
που γλεντούσες με δυο μάγκες κι έσπανες μαζί νταλγκά
που γλεντούσες με δυο μάγκες κι έσπανες μαζί νταλγκά.
Στην ταβέρνα πάλι απόψε συ το είδες βρε Σμυρνιά
που γλεντούσες με δυο μάγκες κι έσπανες μαζί νταλγκά
(Πηγή: Μεγ. Μουσ. Βιβλ. Ελλάδος - Λ. Βουδούρη)
Ξεχωριστά πουλούσαν τις κουρελούδες, τους μπασμάδες (υφάσματα),
τις ψάθες, τις γαλέντζες (τσόκαρα) και τα γεμινιά και τσαρούχια.
Ο ταχινιένιος χαλβάς με σεμίτια* και ο σπεσιαλιτέ χαλβάς μέσα
σε κάσσες, που ήταν άσπρος και αραιός, με γεύση του σημερινού
μαντολάτου (που δεν παρέλειπε κάθε αρραβωνιασμένος να πάει
στο κορίτσι του).
Το μαλεπί, το σαλέπι, ως και ο μποζάς (ο μποζάς γινόταν από
κριθάρι και μαγιά μπίρας)... Για κολατσιό πουλούσαν μέσα σε
ταψιά κουκουρέτσι.
Κάθε ημέρα του παζαριού πήγαιναν όλοι οι Ξανθιώτες με τα ζεμπίλια
ή καλάθια και ψώνιζαν για όλη την εβδομάδα ό,τι χρειαζόντουσαν.
From
Γύρω στην πλατεία είχαν το στέκι τους τα λαντόνια* και -όσες
χωρούσαν- βοϊδάμαξες χωρικών. Τα ζώα τα πήγαιναν στα χάνια*,
όπου και οι ίδιοι κοιμόντουσαν εκεί αραδιασμένοι πολλοί μαζί,
επάνω σε ψάθες και για μαξιλάρι έβαζαν τα παπούτσια τους.
Τα κρεοπωλεία ήσαν διασκορπισμένα σε διάφορα σημεία και τα
κρέατα ήσαν ως επί το πλείστον κατσικίσια και προβατίσια.
Ψάρια υπήρχαν στο Μπαλούκ
Παζάρ στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου".
From
Μέχρι και σήμερα στο παζάρι της Ξάνθης άνθρωποι
με διαφορετική γλώσσα, θρησκεία, και καταγωγή εμπορεύονται
τις πραμάτειες τους: Εγχώρια προϊόντα, κιλίμια και χαλιά,
ενδύματα, φρούτα και λαχανικά καθώς και ό,τι μπορεί να φανταστεί
κανείς παράλληλα με την παρουσία των κατοίκων της περιοχής
συνθέτουν ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό. Ένα αμάλγαμα φωνών, προϊόντων,
φυλών και θρησκειών αναδεικνύει την ατμόσφαιρα από την μακρόχρονη
συνύπαρξη και τη σημερινή συμβίωση του χριστιανικού και μουσουλμανικού
στοιχείου.
Κάθε Σάββατο το κέντρο τη πόλης σφύζει από ζωή, εργατικότητα
και πάθος για ανάπτυξη και πρόοδο: Με το πλήθος των εμπορικών
καταστημάτων και το —πάντα πολύβουο παζάρι της που δεν συναντάται
σχεδόν πουθενά,
>> Δημοσίευση του προέδρου του Παναγιώτη Ανδρικόπουλου
η Ξάνθη πορεύεται, διατηρώντας στοιχεία του
σπουδαίου παρελθόντος και της παράδοσης —προοιωνίζοντας έτσι
ένα αξιόλογο μέλλον.